Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Παρουσίαση βιβλίου

Οι "Διάττοντες" του Δημήτρη Μπούκουρα, από τις "μικρές εκδόσεις"

Την Τετάρτη, 11 Μαΐου, στις 7 το βράδυ, σας περιμένουμε στον Φλοίσβο, το πολιτιστικό κέντρο του Παλαιού Φαλήρου.




Μετά την πολύ όμορφη και επιτυχημένη πρώτη παρουσίαση του βιβλίου τον Μάρτιο και την πολύ θετική αποδοχή του από τους μέχρι τώρα αναγνώστες του, ήρθε η ώρα να κατηφορίσουμε και στο Φάληρο,Η δεύτερη παρουσίαση της αφήγησης του Δημήτρη Μπούκουρα για τη ζωή τη δική του και του τόπου από την γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο μέχρι μετά τη χούντα.
Το βιβλίο θα παρουσιάσει η φιλόλογος, συγγραφέας, ποιήτρια, επιμελήτρια  του  βιβλίου Διώνη Δημητριάδου. Θα διαβάσει αποσπάσματα η ηθοποιός Γιούλη Ζήκου.
Στο Π. Φάληρο, εκεί που εκτυλίσσεται και ένα πολύ σημαντικό μέρος της αφήγησης, στο Πνευματικό - Πολιτιστικό Κέντρο στον Φλοίσβο.


"Όταν ο Δημήτρης κατέβηκε στο Φάληρο, το σπίτι τους δεν είχε τελειώσει ακόμη. Ήταν στα τούβλα. Ούτε μωσαϊκά ούτε μπάνια. Τίποτα. Κάτω είχε σκέτο τσιμέντο. Για δύο χρόνια η οικογένεια κατέβαινε μόνο για παραθερισμό αφήνοντας το Παγκράτι που έμενε. Πέρναγαν ένα ολόκληρο καλοκαίρι παρέα. Έπαιζαν με τα παιχνίδια του Γιάννη. Καλό παιδάκι, χοντρουλό-χοντρουλό, έμοιαζε στη μάνα του την κυρα-Λένη, την επονομαζόμενη χοντρή. Ήταν μια αγαθή γυναίκα από τη Νάξο, που πάντα της όταν άκουγε να της λένε κάτι – παράξενο ή μη – έκανε ένα θαυμαστικό «για φαντάααασου!», που ήταν και το χαρακτηριστικό της. Κοντά σ’ αυτούς ερχόταν κι άλλος αδερφός του Γιώργου του Φουντή, ο Νίκος, με τα… τέσσερα κορίτσια του. Τα κορίτσια του κυρ Νίκου ήσαν η ψυχή της παρέας. Ό,τι μάθαιναν στο σχολείο τους στον τομέα της ψυχαγωγίας το κουβαλούσαν μαζί τους στο Φάληρο. Διαόλου κάλτσες, είχαν μάθει απ’ έξω τα τραγούδια και όλους τους ρόλους από τα πατριωτικά σκετς των επετείων του ΟΧΙ και της 25ης του Μαρτίου: «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά…», ή το σούβλισμα του Αθανάσιου Διάκου: «Αν θες, πασά μου, σφάξε με – με δίκοπο μαχαίρι – Τούρκος εγώ δε γίνομαι, γραικός θε να πεθάνω»… Το θέατρο – κανονικό θέατρο με αυλαία και κουδούνι – παιζόταν στη βεράντα του σπιτιού τους, που ήταν κολλητό στου
Γιάννη το σπίτι, και μαζευόταν όλη η γειτονιά να θαυμάσει αυτά τα κορίτσια. Τι ωραία που έπαιζαν! Καμιά τους δεν βγήκε στο θέατρο. Αμαλία, Ανιούσκα, Βάσω και Φιφίκα. Παντρεύτηκαν όλες και νοικοκυρεύτηκαν. Τις έφαγε κι αυτές η ρουτίνα. Πέρασαν τα χρόνια και η παρέα σκόρπισε. Ποιος ξέρει πού βρίσκονται σήμερα. Ποιος ξέρει τι αναμνήσεις θα έχουν από εκείνα τα αξέχαστα καλοκαίρια. Από τις φωτιές που ανάβανε του Αη Γιαννιού στην απέναντι αλάνα. Από τα μπάνια τους στο Καλαμάκι…"
(απόσπασμα από το βιβλίο)