Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»
δημοσιεύει  αποσπάσματα από το βιβλίο 
του Δημήτρη Φαρή 
«Stay tonight»






[…]Όλα ξεκίνησαν εκεί, μέσα στο χιονισμένο τοπίο, όταν το εκχιονιστικό με άφησε στη μέση του πουθενά. Προχωρούσα μέσα στο χιόνι λαχανιασμένος. Ο ήχος από τα βήματά μου μού έφερε στον νου το des pas sur la neige, ένα πρελούδιο του Debussy που προσπαθεί να περιγράψει αυτό το ηχητικό τοπίο. Στο τέλος η οδηγία του συνθέτη είναι morrendo, δηλαδή πεθαίνοντας. Δεν ήμουν σε τόσο κακή φυσική κατάσταση και δεν θα το σκεφτόμουν, αν δεν έβλεπα στο χιόνι μερικές στάλες αίμα. Στην αρχή κοίταξα μέσα στα δέντρα μήπως ήταν κάποιο πουλί πληγωμένο, αλλά η αλήθεια με περίμενε είκοσι μέτρα παρακάτω.

[…]Την Κυριακή οι δρόμοι μας θα ξανασυναντηθούν. Τι μου επιφυλάσσει άραγε αυτή η συνάντηση και τι συναισθήματα θα πακετάρω αυτή τη φορά πριν γυρίσω στο Λονδίνο; Οι αντιφάσεις και τα διλήμματα μού τριβελίζουν το μυαλό. Η καρδιά απλώς κρύβεται πίσω από τις αισθήσεις και περιμένει σαν αρπακτικό να αρπάξει τη λεία της. Δεν ξέρω πια τι είναι σωστό και τι λάθος. Δεν ξέρω τι θα άρμοζε σε έναν άνδρα της ηλικίας μου. Να ακούσει την καρδιά ή το μυαλό; Listen to the heartbeat... and let the happiness in.

[…]Όταν ένας άνθρωπος ανοίγει την αγκαλιά του, ένα καινούργιο κεφάλαιο γράφεται στους ουρανούς. Πρόσωπα, καταστάσεις, συναισθήματα, η προσωπική ιστορία του καθενός παραμερίζονται όλα για να κάνουν χώρο για αυτή την καινούργια αγκαλιά. Οι άνθρωποι πηγαινοέρχονται σκυθρωποί μέσα στις πόλεις και κάνουν κάθε μέρα τα ίδια απαράλλαχτα πράγματα που έκαναν και την προηγούμενη μέρα και αυτό, λένε, τους δίνει ασφάλεια. Κάποια στιγμή ένας, ή και δύο, σηκώνουν το κεφάλι ψηλά, κοιτάζουν τον ουρανό και σκέφτονται: «Ως πότε θα ζω τη ζωή που ζω; Πότε ήταν η τελευταία φορά που ερωτεύτηκα; Ποιο ήταν το πιο όμορφο όνειρό μου;» Και από εκείνη τη στιγμή κοιτάζουν τη ζωή με αχόρταγα μάτια και ζητούν να ζήσουν τα πάντα.

Ο Dave είχε ακουμπήσει την παλάμη του στον γυμνό της ώμο και κοίταζε μια το δικό του χέρι και μια το δέρμα της. Σκεφτόταν ότι δεν είναι απλό να σου επιτρέπει ένας άνθρωπος να τον αγγίξεις. Πρέπει να περάσεις φράκτες από ακάνθινα λουλούδια, χαμηλά εμπόδια, σιδερένια κιγκλιδώματα, ψηλά τείχη με πολεμίστρες και στο τέλος, όταν φτάσεις στο κάστρο του άλλου, να βουτήξεις στην προσωπική σου τάφρο, να βραχείς, να λερωθείς, να φοβηθείς, να πονέσεις πριν χαρείς, να αντιμετωπίσεις τους δικούς σου δράκους και τα θεριά που έστηνες εμπρός σου τόσο καιρό για να γλιτώσεις την έκθεση, και στο τέλος να βγεις γυμνός και απροστάτευτος μέσα στο κρύο, να αντιμετωπίσεις τα νέα συναισθήματα που γεννιούνται και σου ταρακουνούν συθέμελα το κάστρο που κάποτε ονόμαζες «ασφάλεια». Μετά από μια τέτοια στιγμή δεν υπάρχει ασφάλεια. Ένας καινούργιος κόσμος γεννιέται με τους κανόνες του και τα όνειρά του και εσύ πρέπει να ξαναχτίσεις όλα αυτά που πίστευες, σαν να ήσουν πεντάχρονο παιδί που πρέπει να μάθει τον κόσμο από την αρχή.