Κυριακή, 1 Μαΐου 2016


«Η δική της Πρωτομαγιά»





Στον κήπο
   
    Το πιο κόκκινο τριαντάφυλλο. Αυτό ήθελε. Και για να το κόψει μπορούσε να κάνει και πράγματα ιδιαίτερα δύσκολα. Πώς ας πούμε, κάποιος βάζει ένα στόχο και επιστρατεύει όλες του τις δυνάμεις για να τον εκπληρώσει; Ε, κάτι παρόμοιο. Όχι ότι ο δικός της στόχος ήταν από αυτούς που απαιτούν πολύ μεγάλο αγώνα, αν και η αξία του κάθε αγώνα εξαρτάται πάντοτε και από τις δυνάμεις που είναι έτοιμος να διαθέσει κανείς. Ο δικός της στόχος ήταν πολύ ταπεινότερος βέβαια. Αλλά το ήθελε πολύ και το ήθελε σήμερα!
  Είχε εντοπίσει τον κήπο, την τριανταφυλλιά με τα υπέροχα λουλούδια. Ταυτόχρονα, βέβαια, είχε προσέξει  και την πάντοτε κλειδωμένη πόρτα του κήπου αλλά και (δυστυχώς γι’ αυτήν) τον πέτρινο φράχτη που εμπόδιζε την πρόσβαση και έκρυβε την πλήρη εικόνα αυτής της ομορφιάς. Γιατί, αλήθεια, έπρεπε κάθε τι το εξαιρετικό, το εξαίσιο, να ανήκει σε λίγους; Ονειρευόταν κήπους ανοιχτούς, περίπου όπως άλλοι οραματίζονταν μια κοινωνία ελεύθερη. Κοινά όλα για όλους. Επειδή, όμως, η ανοιχτή κοινωνία φάνταζε πάρα πολύ μακρινή (αν όχι απίθανη), μήπως θα μπορούσε τουλάχιστον να αγγίξει όλα τα άλικα τριαντάφυλλα του κόσμου; Ή έστω ένα, αλλά να είναι το ωραιότερο!
  Δεν είχε καλά καλά χαράξει, όταν έφτασε μπροστά στο σπίτι με τον όμορφο κήπο. Ησυχία και μια νοτισμένη ατμόσφαιρα από την πρωινή υγρασία. Στάθηκε και αφουγκράστηκε. Τίποτε. Ακόμη πολύ νωρίς για τη γνώριμη φασαρία του δρόμου. Ευτυχώς, όπως φαινόταν, πολύ νωρίς και για τους ενοίκους του σπιτιού.
  Σκέφτηκε ότι θα ήταν μάλλον απλό για κάποιον να σκαρφαλώσει στον φράχτη, να πηδήσει μέσα στον κήπο, να διαλέξει το πιο κόκκινο τριαντάφυλλο, και με το λάφυρο στα χέρια να φύγει, όπως ήρθε. Γρήγορα και αθόρυβα. Κάποιος άλλος ναι, αλλά όχι αυτή. Γι’ αυτήν ήταν δύσκολο να υπερπηδήσει και πολύ πιο χαμηλά εμπόδια. Κάτι σαν ανασφάλεια, φοβία ίσως. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι αποκτά κανείς το θάρρος να κάνει αυτό που πολύ επιθυμεί, και τότε τα εμπόδια φαίνονται προσπελάσιμα.
  Πήρε μια ανάσα και ξεκίνησε το εγχείρημα. Ανέβηκε πρώτα στο χαμηλό πεζούλι που σχημάτιζε το σχεδόν κατεστραμμένο πεζοδρόμιο (πάντα έβριζε τον δήμαρχο για τις κακοτεχνίες και τις προχειρότητες, τώρα όμως τη βόλευε μια χαρά) και έτσι ανυψώθηκε λιγάκι. Ίσα να μπορεί να κοιτάξει καλύτερα μέσα στον κήπο. Καλά ως εδώ. Μετά έβαλε όλη της τη δύναμη στα χέρια και τράβηξε προς τα πάνω το σώμα της. Τότε ένιωσε το τράβηγμα στη μέση. Αστείο θα ήταν να κολλήσει εδώ πάνω και να μην μπορεί να κουνηθεί. Να τη βρούνε σε λίγο σ’ αυτή την άβολη θέση. Και πώς να δικαιολογηθεί; Πεθύμησα ένα ωραίο τριαντάφυλλο και άλλα τέτοια…Ο κόσμος αυτά δεν τα καταλαβαίνει. Ευτυχώς κατάφερε να μετακινηθεί λίγο πιο ψηλά και έτσι σχεδόν να καθίσει στο πάνω μέρος του φράχτη. Ακόμη κι αν κατάφερνε να πηδήσει μέσα (πολύ δύσκολο αυτό), σκέφτηκε ότι θα ήταν μάλλον αδύνατο να καταφέρει να κάνει την  αντίστροφη πορεία και να βγει έξω πάλι. Αδιέξοδο; Έφτασε ως εδώ και να μην μπορέσει να κόψει το τριαντάφυλλο!
  Τότε το είδε. Μια από τις πολλές τριανταφυλλιές, η πιο χαμηλή απ’ όλες, άπλωνε τα κλαδιά της κάπως άναρχα. Μάλλον θα έφταιγε το κλάδεμα. Έτσι, ενώ όλα τα υπόλοιπα είχαν κατεύθυνση προς τα μέσα, στο εσωτερικό του κήπου, ένα μοναδικό κλαδί ερχόταν προς τη μεριά του φράχτη. Και εκεί, πολύ κοντά στο ύψος που βρισκόταν καθισμένη, άφηνε προς το μέρος της ένα κατακόκκινο, πανέμορφο τριαντάφυλλο. Το δικό της χωρίς αμφιβολία!
  Έπρεπε να τεντωθεί αρκετά με την ελπίδα να το φτάσει, χωρίς φυσικά να βρεθεί με το κεφάλι από τη μέσα μεριά του φράχτη. Αυτό θα ήταν η απόλυτη καταστροφή. Άρχισε να σέρνεται σε μια προσπάθεια να πλησιάσει το ποθητό άνθος αλλά δεν ήταν αρκετό αυτό. Τέντωσε τότε το χέρι της όσο περισσότερο μπορούσε, μέχρι που πόνεσε. Συνέχισε κι άλλο, ώσπου κατάλαβε ότι σχεδόν το άγγιξε.     Μια προσπάθεια ακόμη και τώρα το κρατούσε στο χέρι της. Με το άλλο χέρι έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού της ένα μικρό ψαλίδι και προσπάθησε να το κόψει. Το τριαντάφυλλο αντιστάθηκε λίγο στη βάρβαρη κίνησή της. Ξαναπροσπάθησε και κατάφερε να το κόψει. Το έφερε αργά προς το μέρος της. Ήταν υπέροχο έτσι όπως είχε παραδοθεί πια, με την πρωινή δροσιά ακόμη πάνω στα φύλλα του, αποκομμένο από το κλαδί του, στο χέρι της.
  Μπορεί να ήταν από την προσπάθεια, μπορεί και από τη γοητεία που ασκούσε πάνω της το απόκτημά της, ποιος ξέρει τι έφταιξε. Πάντως έχασε την ισορροπία της, σύρθηκε πάνω στον πέτρινο φράχτη, με πορεία προς τα κάτω αυτή τη φορά, και προσγειώθηκε στο πεζοδρόμιο. Στην πιο κοφτερή του άκρη (ανάθεμα τον δήμαρχο!). Με το τριαντάφυλλο στο χέρι και με δύο από τα αγκάθια του να έχουν σκιτσάρει πάνω στο δέρμα της το αιμάτινο σχέδιό τους.

Στη συγκέντρωση

     
   Τον αισθανόταν αυτόν τον παλμό. Τον ένιωθε να την πλημμυρίζει κάθε φορά που βρισκόταν ανάμεσα στο πλήθος σε συγκεντρώσεις, σε πορείες, σε διαδηλώσεις. Είναι μια ιδιαίτερη αίσθηση που σε καταλαμβάνει, όταν ενώνεις τη φωνή σου με τους άλλους σε κάποια διεκδίκηση, όταν για κάποιες στιγμές αφήνεις τη μοναδική έγνοια του εαυτού σου και αντιλαμβάνεσαι τον άλλο δίπλα σου με την ιδιότητα του συντρόφου. Κάποτε, βέβαια, θυμόταν πολύ εντονότερα συναισθήματα, γιατί και οι καιροί ήταν διαφορετικοί αλλά και η ίδια κάπως νεότερη. Αλλάζουν όλα όμως, έτσι δεν είναι; Πρέπει να συμβαδίζεις με τις αλλαγές αλλιώς σε παίρνουν από κάτω.
  Ένα ελαφρύ αεράκι φυσούσε στην πλατεία, μια ανεπαίσθητη μυρωδιά από άνοιξη σε συνέπαιρνε. Στο κέντρο της Αθήνας αυτά ήταν κάπως σπάνια πράγματα. Αλλά μια τέτοια μέρα θες όλα να σου θυμίζουν την αλλαγή της εποχής, ακόμη κι όταν τα δημιουργείς με τη φαντασία σου.
  Κάποιος δίπλα της έσκυψε και της είπε «άκου αυτόν που θα μιλήσει τώρα, είναι δικός μας», αλλά αυτή όλους δικούς της τους ένιωθε σήμερα. Ήθελε τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο, ανήμερα της λαϊκής γιορτής, όλοι να αισθάνονται συντροφικότητα, να αφήνουν στην άκρη τις διαφορές τους στο όνομα των διεκδικήσεων, που μόνο ενωτικές θα έπρεπε να είναι. Πόσο ρομαντικά ακούγονταν όλα αυτά. Ήδη κάποιοι είχαν τη δική τους παράδοση, εδώ και λίγα χρόνια, να γιορτάζουν χωριστά απ’ όλους τους άλλους. Φόβος επιμειξίας; Για γέλια και για κλάματα.
  Μήπως έπρεπε να ζήσει η χώρα έκνομες καταστάσεις, να ανατραπούν όλα αυτά, που όλοι πια τα θεωρούσαν δεδομένα, για να νιώσουν ότι είναι πάρα πολλά αυτά που ενώνουν με τη συνειδητή ένταξη σε κοινό σκοπό, παρά αυτά που διχάζουν με τη στενόμυαλη προσήλωση σε δογματικά τσιτάτα; Έδιωξε αμέσως από το μυαλό της τη σκέψη αυτή. Μάλλον δεν έπρεπε ούτε να το διανοείται κανείς ότι χρειαζόμαστε ανώμαλες καταστάσεις για να έρθουμε στον σωστό δρόμο. Αλίμονο!
  Είχε αφαιρεθεί με τις σκέψεις της και σχεδόν δεν πρόσεξε το κορίτσι που της έδινε στο χέρι ένα γαρύφαλλο. «Ήρθες χωρίς λουλούδι. Πάρε αυτό», της είπε. Κράτησε στο χέρι της το κόκκινο, πανέμορφο λουλούδι. Μύριζε μάλιστα. Αυτή η μεθυστική μυρωδιά που έχουν τα αληθινά άνθη, από κήπο, όχι τα άλλα, τα σχεδόν πλαστικά των ανθοπωλείων.
  Το ίδιο πρωί κρατούσε στο χέρι της ένα άλλο κατακόκκινο λουλούδι, τριαντάφυλλο αυτό, που το είχε αποκτήσει με τόση προσπάθεια, που της στοίχισε αυτό τον πόνο στη μέση, αυτές τις γραντζουνιές στα χέρι, και που δεν μετάνιωνε λεπτό γι’ αυτό. Δεν το είχε πια μαζί της. Χαμογέλασε. Ήξερε πως κάποιος άλλος τώρα θα το κοίταζε με απορία «πώς βρέθηκε τούτο εδώ;», την ώρα που θα άνοιγε τα μάτια του. Δυο τρεις ώρες νωρίτερα είχε κατηφορίσει (κουτσαίνοντας λιγάκι) τον δρόμο του σπιτιού του. Ανέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στο σπίτι του, ξεκλείδωσε με προσοχή την πόρτα, προχώρησε στο δωμάτιό του. Κοιμόταν ήσυχα. Μια διαφωνία μεταξύ τους ως προς τον τρόπο συμμετοχής στα κοινά (αυτός είχε σταματήσει εδώ και χρόνια να κατεβαίνει σε πορείες και συγκεντρώσεις) έκανε αυτήν να τρέχει στη συγκέντρωση, ενώ αυτός απολάμβανε τον ύπνο του αυτό το ανοιξιάτικο πρωινό. «Δεν πειράζει» σκέφτηκε «είναι ποτέ δυνατό να συμφωνούμε σε όλα; Ίσως κιόλα το δίκιο να το έχει αυτός. Ως πότε θα παίρνω κι εγώ σβάρνα τους δρόμους και τις πλατείες πίσω από ντουντούκες και συνθήματα;» Ακούμπησε το τριαντάφυλλο δίπλα στο πρόσωπό του, στο μαξιλάρι. Του έστειλε φιλί στον αέρα και έφυγε, όπως ήρθε. Αθόρυβα. Μια τέτοια μέρα, αφού δεν μπορούσαν να είναι μαζί, τουλάχιστον ας άφηνε την παρουσία της δίπλα του με άλλον τρόπο.
  
Το αεράκι τώρα ερχόταν πιο έντονα αισθητό. Έφερνε μαζί του τον παλμό της συγκέντρωσης, την ευωδιά από τα τόσα λουλούδια αλλά και στο μυαλό της, στην ψυχή της άπλωνε μια γλυκιά ερωτική διάθεση. Μήπως όλα αυτά μαζί δεν χωρούσαν μέσα στην ίδια μέρα, μέσα στην άνοιξη; Και ναι! Όλα αυτά είχαν το ίδιο μερίδιο στην επαναστατική διάθεση που ταίριαζε σ’ αυτή την πλατεία, σ’ αυτό το παλλόμενο πλήθος, σ’ αυτό το ξεχωριστό μαγιάτικο πρωινό.

Διώνη Δημητριάδου
(από τη συλλογή διηγημάτων «Τα κοινά και τα ιδιωτικά», εκδόσεις Νοών, 2014)