Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Μια μαρτυρία από τη Μάχη της Κρήτης



Σαν σήμερα, στις 20 Μαΐου 1941, ξεκίνησε η μάχη της Κρήτης. Ο πατέρας μου (Δημήτρης Δημητριάδης) πήρε μέρος στη μάχη και τραυματίστηκε. Αιχμαλωτίστηκε και γλίτωσε εντελώς τυχαία τη μεταφορά του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Στο βιβλίο του «Δημήτρης (Μίμης) Δημητριάδης 1941- 45, ένα κομμάτι της ζωής μου» ιστορεί την περιπέτειά του. Παραθέτω εδώ  αποσπάσματα. Η γραφή του είναι απλή, χωρίς περιττά διακοσμητικά, και γι’ αυτό αυθεντική.

«…Σε λίγο αραιώσαμε για να μην είμαστε όλοι ένας στόχος σε κάποια στιγμή. Έτσι απομακρύνθηκαν οι άλλοι και έμεινα ολομόναχος κάτω από τα κλήματα. Το κρύο, παρά το ότι ήταν Μάιος, ήταν τσουχτερό και γίνονταν πιο αισθητό λόγω του ότι δεν φορούσα χιτώνιο. Όταν ξημέρωσε, σηκώθηκα και έψαξα να βρω τους συντρόφους μου της νύχτας. Άδικα, όμως, έψαξα. Πουθενά δεν απάντησα στρατιώτη. Είχαν φύγει χωρίς να με ειδοποιήσουν. Τότε ξεκίνησα για τον λόφο για να ενωθώ με τους άλλους. Έφτασα επάνω αλλά μου έκανε εντύπωση η ησυχία που επικρατούσε. Δεν υπήρχε ζωντανός στρατιώτης, παρά μόνο οι νεκροί σύντροφοί μας που σκοτώθηκαν το βράδυ. Έφυγα προβληματισμένος. Κατέβηκα και τριγύριζα στην περιοχή ψάχνοντας να βρω κάποιους δικούς μας. Μόνο νεκρούς Γερμανούς συναντούσα. Μόνο έναν στρατιώτη δικό μας συνάντησα, που ήταν κρυμμένος σ' ένα αμπρί. Με φιλοξένησε για να ξεκουραστώ και μου έδωσε ένα κομμάτι από ένα μεγάλο σαλάμι που είχε. Ήταν το πρώτο μου φαγητό ύστερα από το προηγούμενο μεσημέρι
[...]
Είχαμε ήδη βεβαιωθεί ότι οι Γερμανοί δεν ήρθαν καμουφλαρισμένοι με αγγλικές στολές, όπως μας έλεγαν. Πλησιάζοντας στην αποθήκη τροφίμων, φάνηκαν δύο Γερμανοί με επικίνδυνα αυτόματα στα χέρια που άρχισαν να πυροβολούν. Χωθήκαμε για προστασία σε μια μικρή σπηλιά που βρισκόταν σε ένα μικρό ύψωμα του εδάφους. Οι Γερμανοί δεν τόλμησαν να έλθουν προς το μέρος μας. Όταν πέρασε λίγη ώρα και δεν ακουγόταν τίποτε, βγήκαμε από την κρυψώνα μας προσεκτικά, πρώτος εγώ, σε φάλαγγα κατ' άντρα και προχωρήσαμε προς την αποθήκη που τη βλέπαμε ήδη. Φτάνοντας σε απόσταση 10 περίπου μέτρων, από τα βαρέλια και τα τσουβάλια της αποθήκης (ήταν μέσα στο γκρεμισμένο οίκημα) άρχισαν καταιγιστικά πυρά από τα δύο αυτόματα των Γερμανών που είχαν κρυφτεί πίσω από τα βαρέλια και μας περίμεναν. Ένιωσα το όπλο μου να φεύγει από το χέρι μου. Σφαίρα είχε χτυπήσει το σύστημα της σκανδάλης με το θαλαμίσκο των σφαιρών. Αυτόματα έπεσα κάτω και για καλή μου τύχη, βρέθηκε ένας τενεκές που με μισοέκρυβε από τους Γερμανούς. Έριξα το βλέμμα μου αριστερά για να δω τι είχαν γίνει οι σύντροφοί μου. Οι εννέα είχαν χτυπηθεί άσχημα στο σώμα και στο κεφάλι και ήταν νεκροί, ένας μόνο και εγώ ζούσαμε. Μου έκανε νόημα να μην κινηθώ. Οι δύο Γερμανοί βλέποντας ότι δεν κινείται κανείς, αλλά μην τολμώντας να ξεμυτίσουν, έριξαν προς το μέρος μας μια χειροβομβίδα. Όπως ήμουν ξαπλωμένος μπρούμυτα βλέπω να κατρακυλά μπροστά στο κεφάλι μου μια μαύρη στρογγυλή χειροβομβίδα. Ακόμη ακούω το μηχανισμό της προτού εκραγεί. Ξέροντας ότι από τη στιγμή της εκτόξευσης πρέπει να περάσουν 10 δευτερόλεπτα για να σκάσει, άπλωσα το αριστερό μου χέρι, την άρπαξα ναι την έριξα μακριά. Μόλις απομακρύνθηκε από μένα δύο μέτρα έσκασε. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός. Ζαλίστηκα. Το κεφάλι μου βούιξε. Τα χώματα που σήκωσε η έκρηξη γέμισαν το πρόσωπό μου, τα μάτια μου. Ένιωσα να τρέχει αίμα στο πρόσωπό μου, είδα το χέρι μου ματωμένο. Πέρασε έτσι μισό λεπτό, όταν μια δεύτερη χειροβομβίδα έπεσε, αυτή τη φορά μακριά από μένα. Ύστερα από αυτό, αισθανόμενος ότι θα μας σκότωναν με χειροβομβίδες, σηκώθηκα με τα χέρια ψηλά. Το ίδιο έκανε και ο άλλος επιζών· αυτός είχε τραύμα στο πρόσωπο. Οι δυο Γερμανοί βγήκαν από την κρυψώνα τους, μας έψαξαν, είδαν και τους υπόλοιπους που δεν ανέπνεαν πλέον και με προτεταμένα τα αυτόματά τους μας οδήγησαν μακριά από την αποθήκη.[...]



[…] Με ξύπνησαν ομιλίες. Είχε ξημερώσει. Τη σκηνή την είχαν λύσει. Κατάλαβα ότι θα έφευγαν από εκεί. Πραγματικά σε λίγο, συντάχθηκαν οι Γερμανοί, σήκωσαν τα γυναικόπαιδα και τα έβαλαν στην αρχή της πορείας (προφανώς για προκάλυμμα) και ένας Γερμανός μας είπε ότι θα έφευγαν και όποιος μπορεί να μετακινηθεί να τους ακολουθήσει. Όλοι σχεδόν οι τραυματισμένοι Έλληνες στρατιώτες σηκώθηκαν και μπήκαν στην ομάδα. Ο διπλανός μου, με τραύμα από σφαίρα στο πόδι, δεν σηκώθηκε, δεν μπορούσε, είπε, να βαδίσει. Σκέφτηκα προς στιγμή να πάω μαζί με τους άλλους. Τέλος έμεινα και εγώ εκεί μαζί του. Η ομάδα έφυγε. Μόλις έπαυσε να ακούγεται ο θόρυβος της ομάδας, σηκώθηκα. Σηκώθηκε και ο άλλος στρατιώτης, αλλά είδε ότι του ήταν αδύνατον να περπατήσει. Εγώ, πάλι, μπορούσα μεν να περπατήσω αλλά δεν έβλεπα καλά. Αποφασίσαμε να συμπληρώσουμε ο ένας τον άλλον. Τον έπιασα γερά από τη μέση, πέρασα το χέρι του στο λαιμό μου, και στηριζόμενος αυτός στον ώμο μου δοκιμάσαμε να κάνουμε λίγα βήματα. Είδαμε ότι τα καταφέρναμε. Έτσι ξεκινήσαμε να βρούμε την Εθνική Οδό και να περπατήσουμε προς το Ηράκλειο. Με μεγάλο κόπο, με οδηγό τα μάτια του συνάδελφου μου, ύστερα από αρκετές ώρες, φτάσαμε στην άσφαλτο, και πήραμε τον δρόμο για το Ηράκλειο. Τώρα περπατούσαμε πιο άνετα. Για καλή μας τύχη, σε λίγο φάνηκε από μακριά να έρχεται ένα τζιπ. Όταν πλησίασε είδαμε ότι ήταν ελληνικό, με επιβάτη έναν δικό μας ταγματάρχη. Μας πήρε μαζί του και σε λίγο φτάσαμε στο Ηράκλειο και μας άφησε μπροστά στο νοσοκομείο. Το νοσοκομείο ήταν ρημαγμένο. Για να περιγράψω σε τι κατάσταση βρισκόταν θα έπρεπε να γράψω ολόκληρο βιβλίο. Με λίγα λόγια, μόλις μπήκαμε στο νοσοκομείο αντικρίσαμε τη φρίκη. Τα δωμάτια (αυτά είχαν κρεβάτια), οι διάδρομοι, οι είσοδοι, ακόμα και τα σκαλοπάτια, ήταν κατειλημμένα από τραυματίες, και ασθενείς που κείτονταν στο πάτωμα (τσιμέντο). Τζάμια δεν υπήρχαν από τους συνεχείς βομβαρδισμούς. Οι αποχετεύσεις είχαν βουλώσει και βέβαια δεν υπήρχαν υδραυλικοί να τις διορθώσουν. Γιατροί ελάχιστοι, νοσοκόμες ελάχιστες, τρόφιμα δεν υπήρχαν. Μόλις και μετά βίας βρίσκονταν ελάχιστα για όλον αυτόν τον κόσμο. Ακόμη χειρότερο, δεν υπήρχαν φάρμακα, κυρίως αναισθητικά· είχαν τελειώσει. Βολευτήκαμε σε μια γωνιά, κάτω στο πάτωμα ενός μεγάλου θαλάμου. Ευτυχώς ήταν καλοκαίρι και την κουβέρτα που μου έδωσαν την έστρωσα κάτω. Από την στιγμή που μπήκαμε άρχισε ο βομβαρδισμός της πόλης με στούκας. Ευτυχώς τα στούκας, σαν ελαφρά βομβαρδιστικά αεροπλάνα είχαν μικρές βόμβες. Από τα χωρίς τζάμια παράθυρα παρακολουθούσα τον βομβαρδισμό. Το Ηράκλειο είχε την όψη αρχαίων ερειπίων. Δρόμοι δεν υπήρχαν, είχαν γεμίσει με τα ερείπια των σπιτιών. Όπως έμαθα, όλος ο πληθυσμός του Ηρακλείου είχε φύγει από την πόλη. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε καταφύγει στα αρχαία τείχη που βρίσκονταν στην έξοδο της πόλης, κάτω από τα οποία σχηματίζεται μεγάλη σπηλιά. Φωτισμός δεν υπήρχε. Ευτυχώς υπήρχε νερό. Εκεί συνάντησα έναν διαπρεπή, ηλικιωμένο πια, γιατρό χειρουργό της Θεσσαλονίκης με τη σύζυγό του που βρέθηκαν συμπτωματικά εκεί και προσφέρθηκαν αμέσως να βοηθήσουν στο νοσοκομείο. Λεγόταν Χασάπης. Την πρώτη μέρα που μπήκα στο νοσοκομείο πέρασε από το θάλαμο συνοδευόμενος από την ηλικιωμένη γυναίκα του, που έκανε χρέη νοσοκόμας. Περιποιήθηκαν τους τραυματίες. Εργαλεία υπήρχαν, όχι όμως και φάρμακα κατάλληλα για τραύματα. Εκεί θαύμασα την ψυχραιμία και αποφασιστικότητα του πεπειραμένου χειρουργού και τις προσπάθειές του, παρά τη φανερή υπερκόπωσή του, να ανακουφίσει τους τραυματίες. Έκανε εξαγωγές σφαιρών και βλημάτων, χωρίς αναισθητικά φάρμακα, παρά τις κραυγές και λιποθυμίες των τραυματιών, αφού υποχρέωνε άλλους τραυματίες να κρατούν γερά τους πάσχοντες. Περιποιήθηκε και τα δικά μου τραύματα, που ευτυχώς ήταν ελαφρά. Στο θάλαμο αυτόν έμεινα 2 μέρες.
[…]Ξάπλωσα, επιτέλους, ύστερα από 40 μέρες, σε κρεβάτι με μαλακό στρώμα. Προσπάθησα να κοιμηθώ, αλλά δεν μου κολλούσε ύπνος. Το δωμάτιο αυτό είχε παράθυρα (χωρίς τζάμια πάντοτε), στον κεντρικό δρόμο της εισόδου του Ηρακλείου. Κάποια στιγμή, θα 'τανε ίσως 5 η ώρα το απόγευμα, μπήκε στον θάλαμο ένας Έλληνας ταγματάρχης και μας είπε ότι έχει, μπροστά στο νοσοκομείο, ένα ημιφορτηγό του στρατού και καλεί, όσους έχουν αναρρώσει, αν θέλουν, να έλθουν μαζί του έξω από το Ηράκλειο, που βομβαρδίζεται συνεχώς και κινδύνευε να κτυπηθεί και το νοσοκομείο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των Γερμανών αεροπόρων (άλλωστε, είχαν κατ' επανάληψη ρίξει από τα αεροπλάνα τους προκηρύξεις στα ελληνικά, που καλούσαν τους υπεύθυνους να εκκενώσουν το νοσοκομείο, για να μη γίνει, από λάθος, κάποια καταστροφή). Σκέφτηκα ότι, αφού εγώ δεν είχα και σπουδαία τραύματα και μπορούσα να βαδίσω, καλό θα ήταν να πάω μαζί τους έξω από το Ηράκλειο, όπου θα βρίσκαμε ασφαλώς κάτι να φάμε. Αποχαιρέτησα λοιπόν τον φίλο μου, πήρα την κουβέρτα μου και ακολούθησα τον ταγματάρχη στο αυτοκίνητο. Όταν γέμισε, ξεκινήσαμε. Ο δρόμος που τρέχαμε ήταν γεμάτος πέτρες, τούβλα και έπιπλα των βομβαρδισμένων σπιτιών. Όταν πλησιάσαμε τα αρχαία ερείπια, που προανέφερα, σήμανε συναγερμός. Αφήσαμε αμέσως το αυτοκίνητο και χωθήκαμε στα ερείπια και στη λεγόμενη σπηλιά που σχηματίζονταν κάτω από αυτά. Η σπηλιά αυτή ήταν πολύ μεγάλη και φιλοξενούσε, από την αρχή των βομβαρδισμών, πολλούς κατοίκους της πόλης. Είχε πιάσει η κάθε οικογένεια ένα ανάλογο κομμάτι του εδάφους, είχε μεταφέρει εκεί στρώματα, σκεπάσματα, ρούχα, τρόφιμα και γκαζιέρες και μαγείρευαν και κοιμόντουσαν εκεί, μέχρι να τελειώσει το κακό. Τις νύχτες, που δεν γίνονταν βομβαρδισμοί, έβγαιναν και τριγύριζαν στο ερειπωμένο Ηράκλειο, για να βρουν κυρίως νερό και τρόφιμα. Προχώρησα στο βάθος, ψάχνονταν μια άδεια γωνία για να καθίσω. Δεν υπήρχε ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο διαθέσιμο. Φτάνοντας στο βάθος της σπηλιάς, παρατήρησα ότι το τέρμα αυτής ήταν άδειο και άφηνε αρκετό χώρο για να φιλοξενήσει πολλές ακόμη οικογένειες. Κι όμως, στον άδειο αυτό χώρο έμεναν μόνο μερικές νέες γυναίκες, που είχαν φέρει και αυτές τα δικά τους πράγματα για διαμονή. Τότε κατάλαβα γιατί οι άλλοι Ηρακλειώτες είχαν απομακρυνθεί από τις κοπέλες αυτές. Ήταν γυναίκες από οίκο ανοχής του Ηρακλείου. Πήγα κοντά τους και κάθισα μαζί τους. Ήταν πολύ ευγενικές και περιποιητικές. Εξετίμησαν το θάρρος μου να τις πλησιάσω, υπό τα περιφρονητικά βλέμματα των τιμίων άλλων που μας έβλεπαν από μακριά. Μου προσέφεραν ψωμί και τυρί κασέρι και τα έφαγα με μεγάλη όρεξη. Σκεφτόμουνα ότι, εάν από όλο τον βομβαρδισμό, που συνεχίζονταν ασταμάτητα, καταστρέφονταν το αυτοκίνητο που μας περίμενε στον δρόμο, θα έμενα κοντά τους. Όταν άρχισε το σκοτάδι της νύχτας, σταμάτησε ο βομβαρδισμός. Μας μάζεψε ο ταγματάρχης και συνεχίσαμε το ταξίδι μας μέσα στη νύχτα, με σβησμένα φώτα. Ύστερα από πόση ώρα δεν θυμάμαι, φτάσαμε σε ένα χωριό μερικά χιλιόμετρα από το Ηράκλειο, τις Αρχάνες, που ήταν το τέρμα του ταξιδιού μας.



[…]Τις πρώτες μέρες του Ιουνίου, μάθαμε ότι οι Γερμανοί είχαν πετύχει την κατάληψη του νησιού. Ο στρατός μας παραδόθηκε, όσοι βέβαια έμειναν στην Κρήτη και δεν έφυγαν με τα αγγλικά πολεμικά από τα κάτω παράλια προς την Αίγυπτο. Περιμέναμε, λοιπόν, να έρθουν να μας πιάσουν. Πραγματικά ένα πρωί, κατέφθασε στο σχολείο μια ομάδα Γερμανών και ο ταγματάρχης μας παρέδωσε την ομάδα μας στον επικεφαλής λοχία. Επιβίβασαν σε στρατιωτικά αυτοκίνητα μόνο τους τραυματίες (και εγώ μαζί τους). Το φορτηγό το δικό μας είχε στην καρότσα του δύο αντικριστούς πάγκους, όπου καθίσαμε. Στα πόδια μας τοποθετήθηκε ένα φορείο με έναν πολύ βαριά τραυματισμένο. Είχε διαμπερές τραύμα από σφαίρα μυδραλιοβόλου στο δεξί μέρος του στήθους, από όπου ανέβλυζε το αίμα του. Ο τραυματίας αυτός ήταν ο Θεσσαλονικιός Αγαμέμνων Γκράτσος, που σαν μαθητής τότε της σχολής Ευελπίδων, είχε σταλεί στην Κρήτη μαζί με μας, ο μετέπειτα Αρχηγός του Στρατού και Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Εδώ και λίγα χρόνια πέθανε. Φαινόταν ετοιμοθάνατος. Τον περιποιούνταν άλλοι Θεσσαλονικείς στρατιώτες, μεταξύ των οποίων ο Θεόδωρος Παπαδημητρίου (Ντόντος), ο μετέπειτα διαπρεπής χειρουργός της Θεσσαλονίκης. Ήταν και αυτοί στις Αρχάνες, αλλά λόγω του σοβαρού τραυματισμού του Γκράτσου, έμεναν σε σπίτι του χωριού. Φεύγοντας από το σπίτι αυτό του χωριού, είχαν πάρει μαζί τους μια λεκάνη ντολαμαδάκια (γιαλατζί). Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, ο Παπαδημητρίου, που τον γνώριζα από τη Θεσσαλονίκη (είμασταν συμμαθητές στην 6η δημοτικού), για να έχει τα χέρια του ελεύθερα να περιποιείται τον τραυματία Γκράτσο, έδωσε σε εμένα να κρατώ τη λεκάνη με τα ντολμαδάκια. Η λεκάνη ήταν μεγάλη και χωρούσε πέντε ίσως οκάδες ντολμαδάκια. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος. Και άγιος να ήμουνα δεν θα μπορούσε να αντισταθώ στον πειρασμό. Άρχισα, λοιπόν, να τρώω ένα ένα ντολμαδάκι, αλλά ήταν τόσα πολλά που ούτε φάνηκε να λιγοστεύουν, καίτοι είχα φάει πάνω από μισή οκά. Θα με είδαν ασφαλώς οι σύντροφοι του Γκράτσου, αλλά δεν είπαν τίποτα. Ο νους τους ήταν και στον ετοιμοθάνατο αλλά και στην άγνωστη μοίρα που μας περίμενε.
[…]Το άλλο πρωί, οι Γερμανοί, με έναν υγειονομικό επικεφαλής έκαναν επιλογή και ξεχώρισαν τους τραυματίες. Δεν ήμασταν πολλοί. Μας επιβίβασαν πάλι σε φορτηγά αυτοκίνητα και βγήκαμε από το κτήριο της Ακαδημίας. Δεν ξέραμε πού μας πήγαιναν. Βγήκαμε από την πόλη και φτάσαμε στο αεροδρόμιο του Ρεθύμνου, όπου υπήρχε μεγάλη κίνηση. Πολλά αεροπλάνα (τα γερμανικά Γιούγκερς) ήταν στο έδαφος, ενώ άλλα έφταναν και αποβίβαζαν νέες ενισχύσεις, στρατιωτών και υλικών. Μου έκανε εντύπωση ότι στα αεροπλάνα, που ήταν στο έδαφος, φόρτωναν έπιπλα, πιάνα, κιβώτια και δέματα. Φανερό ήταν ότι αυτά ήταν λεία πολέμου (πλιάτσικο) από την κατεχόμενη Κρήτη. Μας οδήγησαν και εμάς σε ένα στρατιωτικό αεροπλάνο. Στο εσωτερικό των Γιούγκερς, που ήταν μεταγωγικά αεροπλάνα, υπήρχαν, στις δύο πλευρές, πάγκοι, όπου καθίσαμε και προσδεθήκαμε. Φύγαμε από την Κρήτη και πετάξαμε προς βορράν. Πετούσαμε σε χαμηλό ύψος πάνω από τη θάλασσα. Σε λίγο προσγειωθήκαμε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο των Αθηνών που ήταν στο Καλαμάκι (το Χασάνι). Μας επιβίβασαν σε νοσοκομειακά οχήματα, με Γερμανούς φρουρούς και γυρίζαμε μέχρι το μεσημέρι να βρούμε άδεια κρεβάτια σε επιταγμένα νοσοκομεία. Πουθενά δεν μας δέχτηκαν. Στο τέλος, κατευθυνθήκαμε προς την οδό Πατησίων, και μπήκαμε στο προαύλιο του Πολυτεχνείου. Το Πολυτεχνείο είχε επιταχθεί από τους Γερμανούς και οι αίθουσές του είχαν μετατραπεί σε ένα είδος κέντρου διερχομένων τραυματιών. Υπήρχαν σε μερικές αίθουσες κρεβάτια νοσοκομειακά. Μας οδήγησαν στην κεντρική αίθουσα και πιάσαμε ο καθένας από ένα κρεβάτι. Τα περισσότερα κρεβάτια ήταν ήδη κατειλημμένα από Έλληνες στρατιώτες τραυματίες. Υπήρχε στοιχειώδης νοσοκομειακή περίθαλψη και στοιχειώδες επίσης μαγειρείο. Αργά το μεσημέρι φάγαμε ζεστό φαγητό. Έδιναν ένα γεύμα ημερησίως. Την πρώτη μέρα περιποιήθηκαν τις πληγές μου, που κόντευαν να θεραπευθούν. Τα μάτια μου, ύστερα από τόσες μέρες, είχαν πια καθαρίσει και έβλεπα, σχεδόν καλά, κυρίως από τα δεξιά. Στο Πολυτεχνείο έμεινα περίπου τέσσερις ημέρες. Οι φρουροί δεν μας άφηναν να κατέβουμε στην αυλή. Από τους εξώστες βλέπαμε την κίνηση στην οδό Πατησίων και τους περίεργους που μαζεύονταν στα κάγκελα. Την Πέμπτη ημέρα, το πρωί, έγινε επιθεώρηση και επέλεξαν εκείνους που τα τραύματά τους ήταν σε καλή κατάσταση. Με έβγαλαν και εμένα. Μαζευτήκαμε στην αυλή και με ένα φορτηγό φρουρούμενο βγήκαμε από το Πολυτεχνείο. Ήμασταν 17 στρατιώτες, μαζί μας και ο Εβραίος Σαδικάριο. Βγήκαμε από την Αθήνα, πήραμε την Ιερά οδό και σε λίγο φτάσαμε στην Κοκκινιά (τη Νίκαια), όπου δέσποζε το μεγάλο νοσοκομείο των Παίδων, και αυτό επιταγμένο από τους Γερμανούς και φρουρούμενο. Εκεί ήταν οι σοβαρότερα τραυματισμένοι, Έλληνες και Εγγλέζοι και είχαν αρκετά καλή νοσοκομειακή και ιατρική περίθαλψη. Κοντά στο νοσοκομείο ήταν οι στρατώνες της Κοκκινιάς, που και αυτοί είχαν καταληφθεί από τους Γερμανούς. Εκεί μας οδήγησαν.
[…]Παρατηρούσα ότι κάθε πρωί, μετά το πρόγευμα, σχηματίζονταν μπροστά στην πύλη, μια ομάδα από 30 Εγγλέζους στρατιώτες, η οποία, με συνοδεία ενόπλων Γερμανών, έβγαιναν από το στρατόπεδο. Η ομάδα αυτή επέστρεφε το μεσημέρι, λίγο πριν το φαγητό. Ρώτησα και έμαθα ότι η ομάδα πήγαινε καθημερινά στο γειτονικό νοσοκομείο, όπου έκαναν τις αγγαρείες, διότι εκεί δεν υπήρχε βοηθητικό προσωπικό. Μου εξήγησαν ότι ουδέποτε ο στρατοπεδάρχης πήρε στην ομάδα Έλληνες στρατιώτες. Μπορούσε όμως, όποιος ήθελε, να προσκολληθεί στην ομάδα εθελοντικά, διότι οι Γερμανοί δεν ενδιαφέρονταν για τα ονόματα αυτών της ομάδας αλλά για τον αριθμό τους. Από περιέργεια και για να σπάσω την μονοτονία μπήκα και εγώ το άλλο πρωί στην ομάδα. Πού να ξέρω ότι αυτή μου η ενέργεια θα άλλαζε τη μοίρα μου. Βγήκαμε από το στρατόπεδο και σε λίγο φτάσαμε στο νοσοκομείο. Στο προαύλιο μάς παρέλαβαν οι έγκλειστοι Εγγλέζοι (το νοσοκομείο ήταν γεμάτο τραυματισμένους Εγγλέζους και Έλληνες αιχμαλώτους). Τους Εγγλέζους τους χώρισαν σε ομάδες αγγαρείας (μαγειρείο, τουαλέτες, θαλάμους, ιατρεία κλπ.), εμένα όμως δεν με περιέλαβαν σε καμία ομάδα. Έτσι είχα μπροστά μου 4 περίπου ώρες μέχρι να γυρίσουμε πίσω στο στρατόπεδο. Γύριζα από θάλαμο σε θάλαμο, βρίσκοντας Έλληνες τραυματίες. Ύστερα επισκέφθηκα την αποθήκη ιματισμού. Είχε από όλα. Άλλαξα τις παλιές μου αρβύλες με καινούριες, επίσης χιτώνιο, εσώρουχα και πουκάμισο. Περιοδεύοντας στα ιατρεία έφτασα μπροστά στο οφθαλμολογικό. Κτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μέσα ήταν ένας γιατρός, συνταγματάρχης Εγγλέζος, όπως κατάλαβα. Ευγενέστατος ο γιατρός, με άκουσε που του περιέγραφα τον τραυματισμό μου στα μάτια. Με εξέτασε με ό,τι όργανα είχε το νοσοκομείο. Με κράτησε πολλή ώρα. Στο τέλος, αφού κράτησε τα στοιχεία μου, μου εξήγησε ότι στα μάτια μου έχουν εισχωρήσει ξένα σώματα (από τη χειροβομβίδα που έσκασε μπροστά μου) και πρέπει να βγουν. Το νοσοκομείο δεν διέθετε σχετικά μηχανήματα (ηλεκτρομαγνήτες οφθαλμολογικής χρήσης). Χαμογελώντας μου εξήγησε ότι θα έγραφε στον διοικητή των γερμανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, στρατάρχη Φον Λιστ (η έδρα της γερμανικής Διοίκησης ήταν στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία) και θα παρακαλούσε να επιτραπεί η μεταφορά μου σε ένα μεγάλο νοσοκομείο των Αθηνών. Τον ευχαρίστησα αλλά μέσα μου γελούσα, διότι ολόκληρος Γερμανός Στρατάρχης θα ασχολείτο με έναν απλό Έλληνα αιχμάλωτο; Πόσο έξω έπεφτα! Έφυγα από το ιατρείο του. Αργότερα πληροφορήθηκα ότι ο γιατρός αυτός ήταν φυσιογνωμία ιατρική στην Ευρώπη, καθηγητής Οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Το μεσημέρι γύρισε η ομάδα μου στο στρατόπεδο και συνεχίστηκαν οι ανιαρές ημέρες. Δεν ξαναπήγα στο νοσοκομείο. Στους προμηθευτές που έφερναν τρόφιμα κάθε πρωί, οι Έλληνες αιχμάλωτοι έδιναν σημειώματα να ειδοποιήσουν τους συγγενείς τους για την τύχη τους. Έδωσα και εγώ, να ειδοποιήσουν τη μητέρα μου. Πράγματι, ύστερα από λίγες μέρες, με ειδοποίησαν ότι από έξω ήλθε η μητέρα μου. Δεν επιτρέπονταν επισκέψεις, έτσι μιλήσαμε εγώ μέσα από τα συρματοπλέγματα και η μητέρα μου από έξω. Της ζήτησα χρήματα. Τύλιξε μερικά χαρτονομίσματα σε μια πέτρα και μου τα πέταξε μέσα από τα σύρματα. Με πήρε είδηση ένας αξιωματικός, που για καλή μου τύχη, έτυχε να είναι Αυστριακός. Με πλησίασε και στα γαλλικά μού είπε να προσέχω να μην με πάρει είδηση ο Γερμανός σκοπός. Οι Αυστριακοί αξιωματικοί και στρατιώτες διέφεραν από άποψη συμπεριφοράς και ανθρωπιάς από τους Γερμανούς.
[…]Δύο μέρες μετά, είχαμε στο στρατόπεδο την επίσκεψη ενός Γερμανού γιατρού, με τον διερμηνέα του. Είδε τα τραύματά μας, και σημείωσε τα ονόματα όσων είχαν επουλωθεί τελείως. Ο διερμηνέας μάς είπε ότι σημείωσε 47 ονόματα, μεταξύ των οποίων και το δικό μου. Μας είπε ότι το επόμενο πρωί θα φεύγαμε για στρατόπεδο αιχμαλώτων της Γερμανίας ή της Αυστρίας. Γι’ αυτό να πηγαίναμε στην κουζίνα να μας έδιναν τρόφιμα για δύο μέρες ταξιδιού. Επίσης να παίρναμε μαζί μας δύο κουβέρτες. Έφυγαν, και εμείς οι 47 πήγαμε και πήραμε ό,τι μας είπε. Το άλλο πρωί, μετά το φαγητό, ήμασταν έτοιμοι για αναχώρηση. Στην ώρα του ήρθε ένα φορτηγό και οι Γερμανοί φρουροί με τον διερμηνέα. Ο διερμηνέας άρχισε να φωνάζει τα ονόματα και ένας ένας ανέβαινε στο φορτηγό. Στο τέλος έμεινα μόνος, περιμένοντας να ακούσω το όνομά μου. Ρώτησα τον διερμηνέα, που τον είδα να διπλώνει την κατάσταση που κρατούσε, γιατί δεν με φώναξε. Του είπα το όνομά μου, και μου απάντησε ότι εγώ, με διαταγή του στρατάρχη Φον Λιστ, θα έμενα για να μεταφερθώ σε ένα ελληνικό νοσοκομείο για θεραπεία. Τότε θυμήθηκα την υπόσχεση του Εγγλέζου αρχίατρου, καλή του ώρα όπου και να 'ναι. Τον ευλογώ από τότε, διότι αν έφευγα με τους άλλους για στρατόπεδο της Αυστρίας (εκεί τελικά έμαθα ότι τους πήγαν) δεν ξέρω αν επιζούσα και γύριζα στην Ελλάδα. Οι άλλοι, δηλαδή όσοι επέζησαν, γύρισαν στην πατρίδα το 1945, μετά τη λήξη του πολέμου. Γύρισα στη σκηνή μας, χωρίς βέβαια να μου ζητήσουν την τροφή και τις κουβέρτες που μου έδωσαν για το ταξίδι.
   […]Ξαφνικά, ένα πρωί, χωρίς προειδοποίηση (ήταν πια Ιούλιος προχωρημένος) έφτασε μπροστά στη σκηνή μας ένα μικρό λεωφορείο με έναν Γερμανό αξιωματικό και τον διερμηνέα του στρατοπέδου. Ο τελευταίος μάς ανέφερε ότι ο Χίτλερ, ο οποίος τώρα τελευταία έμαθε ότι στην Ελλάδα κρατούνται αιχμάλωτοι Έλληνες στρατιώτες, διέταξε την άμεση απελευθέρωσή τους. Έτσι ήρθε το λεωφορείο να μας πάρει για την ελευθερία. Συγκεντρωθήκαμε πάλι, με τα υπάρχοντά μας, έξω από τη σκηνή και ο διερμηνέας άρχισε να φωνάζει τα ονόματά μας για να επιβιβαστούμε στο αυτοκίνητο. Ένας ένας ανέβαινε, ώσπου στο τέλος έμεινα πάλι μόνος. Ο διερμηνέας, αφού συμβουλεύτηκε τα χαρτιά του, μου είπε ότι για μένα θα ερχόταν ένα νοσοκομειακό να με πάρει. Έφυγε το λεωφορείο και έμεινα ολομόναχος να περιμένω. Με έζωσαν μαύρα φίδια. Έχει γούστο, σκεφτόμουνα, να μην έρθει το νοσοκομειακό και να μείνω ολομόναχος μέσα σε 800 Εγγλέζους. Πέρασε αρκετή ώρα έτσι, όταν κάποτε είδα να μπαίνει από την πύλη ένα μικρό νοσοκομειακό και να στέκεται μπροστά στη σκηνή μας. Κατέβηκαν από αυτό δύο όμορφες νοσοκόμες, χαμογελαστές. Με βοήθησαν να ανεβάσω τα πράγματά μου και ανέβηκα και εγώ. Μέσα ήταν άλλοι δύο τραυματισμένοι στα μάτια Έλληνες αιχμάλωτοι, που τους πήραν από το γειτονικό νοσοκομείο. Με τον έναν από αυτούς γίναμε πολύ φίλοι. Τον έλεγαν Χρήστο Κοτρώτσο, από τον Πύργο. Ρώτησα πού πηγαίνουμε και μου είπαν στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, στους Αμπελόκηπους. Εκεί υπήρχε ένα τμήμα του 3ου στρατιωτικού νοσοκομείου για τα οφθαλμολογικά. Φτάσαμε στο νοσοκομείο και μας παρέλαβε ο γραμματέας του στρατιωτικού τμήματος, που ήταν πολίτης και τον έλεγαν Μιχάλη Μπούχλη, ο μετέπειτα καλός ηθοποιός και πολύ καλός σκηνοθέτης του θεάτρου. Μας έδωσαν πυτζάμες και μας έβαλαν σε θάλαμο. Με τον Χρήστο είμαστε στον ίδιο θάλαμο. Υπήρχαν εκεί πολλοί τραυματίες στα μάτια, του αλβανικού μετώπου. Μερικοί αόμματοι, μερικοί μονόφθαλμοι (όπως ο φίλος μου ο Χρήστος). Συνδεθήκαμε με έναν δυστυχισμένο στρατιώτη, που στο μέτωπο της Αλβανίας έχασε τα δυο του χέρια από τους καρπούς και το ένα του μάτι. Τον έλεγαν Βαγγέλη, αλλά μου έκανε εντύπωση ότι αντιμετώπιζε το μέλλον του με αισιοδοξία. Ουδέποτε παραπονέθηκε, ούτε βαρυγκομούσε, ούτε έκλαψε για την κακή του μοίρα. Πάντα γελαστός. Οι τρεις μας γίναμε αχώριστοι. Εμείς οι δύο, ο Χρήστος και εγώ, βοηθούσαμε τον Βαγγέλη, που δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί. Η τροφή μας ήταν πολύ καλή. Μας έδιναν και μισό πακέτο τσιγάρα εγγλέζικα κάθε πρωί. Η πρώτη μου σκέψη, αφού φάγαμε για μεσημέρι, ήταν να πάω να δω τη μητέρα μου και τις αδελφές μου. Το είπα στον γραμματέα, ο οποίος με το ζόρι μου έδωσε μια άδεια εξόδου και διανυκτέρευσης, με την υπόσχεση να γυρίσω το πρωί, πριν την επίσκεψη των γιατρών. Έφυγα με τις πυτζάμες βέβαια. Μου είχαν πει ότι οι τραυματίες του πολέμου κυκλοφορούσαν στην πόλη δωρεάν, όπως δωρεάν ήταν και τα θεάματα. Έτσι, με το λεωφορείο κατέβηκα στην πλατεία Συντάγματος για να πάω στο σπίτι όπου έμεναν οι δικοί μου, στην οδό Μακρυγιάννη (απέναντι από το Σύνταγμα Χωροφυλακής).
[…]Επικεφαλής ήταν ο καθηγητής της Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιωάννης Χαραμής. Με πήρε στο ιατρείο του νοσοκομείου και προσπάθησε να μου βγάλει από τα μάτια τα ξένα σώματα, με έναν πελώριο ηλεκτρομαγνήτη. Δεν έβγαιναν. Μου είπε ότι στο ιδιωτικό του ιατρείο, που ήταν στην οδό Πειραιώς, είχε έναν μεγαλύτερο ηλεκτρομαγνήτη και να πήγαινα το άλλο πρωί, πριν αναχωρήσει για το νοσοκομείο, να με δει εκεί. Πραγματικά, την επομένη έφυγα πολύ πρωί και πήγα στο ιατρείο του. Προσπάθησε και πάλι να μου βγάλει τα ξένα σώματα, αλλά τίποτα. Στο τέλος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα σωματίδια αυτά δεν ήταν μεταλλικά αλλά πετραδάκια, και δεν τα τραβάει ο μαγνήτης. Μου συνέστησε κάποια αγωγή προφύλαξης και μου είπε ότι ο οργανισμός έχει την τάση να αποβάλλει κάθε ξένο σώμα, και ότι θα αποβάλουν και τα μάτια μου τα σωματίδια που ήταν μέσα τους. Είχε δίκιο. Πέρασαν χρόνια και σιγά σιγά ένα ένα πετραδάκι έβγαινε στην επιφάνεια και οι γιατροί του ΙΚΑ (τότε δούλευα σε ιδιωτική εταιρεία) τα έβγαζαν. Μόνο ένα στο αριστερό μου μάτι εξακολουθεί να παραμένει μέσα[…]

(Δημήτρης Δημητριάδης «1941- 45, ένα κομμάτι της ζωής μου», εκδόσεις Νοών)