Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

«Σκηνή στον καθρέφτη»

ανθολόγιο ποιημάτων του Μισέλ Ντεγκύ

(μετάφραση: Ανδρονίκη Δημητριάδου, 
επίμετρο: Δημοσθένης Αγραφιώτης)

από τις εκδόσεις Vakxikon




    Θα μπορούσε η ποίηση να εκληφθεί ως αυτόνομος χώρος; Ένα στεγανό κατασκεύασμα που προσφέρεται για μυστική επικοινωνία μυημένων στον απαιτητικό και ιδιόμορφο λόγο; Θα ήθελα να πιστεύω πως αυτό δεν ισχύει. Αποτελεί παλαιότατο αντικείμενο προβληματισμού η σύζευξη των δύο ιδιοτήτων, του ποιητή και του φιλοσόφου, γιατί ακριβώς η φιλοσοφία είναι που ως ευρύτερος χώρος προσεγγίζει τον ποιητικό λόγο χρησιμοποιώντας τον ως μέσο έκφρασης της σκέψης της. Αλλά αυτό που ενδιαφέρει εδώ δεν είναι μόνο η ποίηση ως εκφραστικός τρόπος αλλά και η ουσιαστικότερη σύζευξη και συναρμογή των ποιητικών λέξεων με τις ανιχνεύσεις της φιλοσοφίας. Η τοποθέτηση αυτή έρχεται ως λογικό επακόλουθο, τουλάχιστον στη δική μου προσέγγιση, της ανάγνωσης του ποιητικού λόγου του Μισέλ Ντεγκύ.

  Ο Μισέλ Ντεγκύ, ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, στην ουσία ποιητής-φιλόσοφος. Η ποίηση, ακόμη και η πιο φτωχή στους ορίζοντές της, από τη φύση της φιλοσοφεί, καθόσον με τον μεταφορικό και συχνά κρυπτικό της λόγο ανοίγεται στους πολυδαίδαλους δρόμους των υπαρξιακών ερωτημάτων ζωής. Δεν καινοτομεί, λοιπόν, ο Μισέλ Ντεγκύ ως προς αυτό. Μόνο που εισχωρώντας στον κόσμο των ποιημάτων του (των στιχουργημένων αλλά και κυρίως των πεζόμορφων) ανακαλύπτεις περισσότερο τον δοκιμιακό και τον φιλοσοφικό στοχασμό παρά τον ποιητικό οίστρο. Και αν ο στοχασμός αυτός αξίζει πιο πολύ όταν θέτει τα ερωτήματα παρά όταν επιχειρεί τις απαντήσεις σ’ αυτά, τότε έχουμε αναμφισβήτητα μπροστά μας τον ορισμό του ποιητή-φιλοσόφου.

  Με τη λογική λοιπόν των ερωτημάτων, έτσι όπως αυτά τίθενται στα ποιήματα που ανθολογούνται αλλά και στην ομιλία του που τα προλογίζει  σ’ αυτή την προσεγμένη έκδοση, επιχειρώ να "διαβάσω" τη σκέψη του ξεχωριστού διανοητή.
        
  "Η σχέση του ποιήματος με την έννοια των λέξεων είναι η ακόλουθη: είναι αυτό που τις κάνει να ακουστούν".

Αν είναι έτσι, όμως, έχουμε μια ανατροπή; Το ποίημα δεν είναι αυτοσκοπός. Αποκτά τον ρόλο του οχήματος, και άρα οι λέξεις έχουν την κυρίαρχη θέση. Κι αυτές οι λέξεις πρέπει άραγε να συνεκτιμηθούν μέχρι να καταλήξουμε στο νόημα του στίχου; Ή μήπως διατηρούν την αυτονομία τους, σε αντιστοιχία με το σύμπαν που συναριθμεί εικόνες και μόνον από μια ιδεατή (και ανέφικτη φυσικά) απόσταση από αυτό αποκτά την έννοια του όλου; Άλλωστε:
"Υπάρχει κάτι;
Τίποτα δεν υπάρχει
Υπάρχουν αναλογίες"

 "Κανένα παράπονο, καμία φωνή, δεν φτάνει τον άπειρο πόνο που μας έχει επιβληθεί, ή την ύπαρξη· το άδικο που βιώνουμε υπάρχοντας"
Μια τέτοια αποστροφή, ωστόσο, δεν καταργεί την ουσία των ερωτήσεων; Σε μια τέτοια θέση επάνω δεν εδράζεται όλη η φιλοσοφία του παραλόγου; Η μάταιη και απελπισμένη προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τη θέση του στον κόσμο δεν συμβιώνει αναπόδραστα με τη σιωπή που απαντά στα ερωτήματά του;
"Μια ερώτηση προς οποιονδήποτε μάταια αιωρείται".

-Ο άλλος άνθρωπος πού βρίσκεται; «Καμιά βοήθεια καμία κίνηση του ενός προς τον άλλο. Στάσιμη η γη, η γη κιόλας ερημωμένη»
Αν αυτές οι λιγοστές λέξεις έχουν την εικονοπλαστική δύναμη να αποδώσουν τη ερημιά, τότε πού θα πρέπει να αναζητηθεί το στίγμα του ανθρώπου πάνω στη γη; Μήπως αρκούν εν είδει επιτύμβιας αναφοράς άλλες οκτώ λέξεις;
"Ενθάδε έπεσε
Ενθάδε έζησε
Ενθάδε πέθανε
Ενθάδε πέρασε"

Ο ίδιος θα θέσει εδώ το ερώτημα: "Μήπως τα πάντα έχουν ήδη συμβεί;"

-  "πώς να επιβιώσει κάποιος, το πρόσωπο πιο μασκοφορεμένο από τη μάσκα, που μας αναγκάζει να συμβαίνουμε οι μεν με τους δε"

Αυτός ο απλός σύνδεσμος συν, η επιμονή της συμβίωσης, της συνύπαρξης, η από κοινού βάδιση στον κόσμο, είναι εξαναγκασμός; Είναι μια αναγκαία συνθήκη από τον οποία δεν δραπετεύει κανείς; Και τότε πόσο βιώσιμη καταλήγει η ζωή;
Η αγάπη ("η αγάπη είναι ισχυρότερη από τον θάνατο λέγατε/αλλά η ζωή είναι ισχυρότερη από την αγάπη και/η αδιάφορη ισχυρότερη από τη ζωή"), η μνήμη ("θα τους έλεγα δώσε Μνήμη"), αυτά τα δύο ισχυρά μαζί θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως σταθερές στήριξης σε μια ζωή που μοιάζει να αιωρείται "χάνω έδαφος/τίποτα δεν είναι ‘τίποτα’";



Μέσα από τα ερωτήματα πηγάζει νέος προβληματισμός. Και ο αποσπασματικός, περίεργα και ανορθόδοξα διαμορφωμένος λόγος του Μισέλ Ντεγκύ απαιτεί μια προσέγγιση ελάχιστα κλασική. Ίσως με τον τρόπο που γράφει να καταξιώνει τον ρόλο του αναγνώστη, ο οποίος εδώ αναδεικνύεται σε ανιχνευτή νοήματος θέτοντας ο ίδιος ερωτήσεις στα ανοιχτά θέματα που ο ποιητής πραγματεύεται.
Δυσκολεύεσαι να κατατάξεις τον ποιητικό του λόγο σε μία τάση, πολύ περισσότερο σε μία σχολή, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου το ζητούμενο. Έχει δίκιο ο Δημοσθένης Αγραφιώτης στο επίμετρό του όταν μιλά για "ποιητική που μπορεί να γίνει ποιηθική (poéthique)". Ο όρος αυτός θα μπορούσε να αποτελέσει την πλήρη περιγραφή της ιδιόμορφης αυτής ποίησης. Άλλωστε και τα υπαρξιακά ερωτήματα που προκύπτουν από την  ανάγνωσή της στη βάση τους είναι ηθικής τάξης, όπως και κάθε εναγώνια προσπάθεια ανεύρεσης νοήματος στην ανθρώπινη παρουσία στον κόσμο. Είτε αυτή νοείται ως παράλογη συνύπαρξη με το σύμπαν που σιωπά είτε ως αναζήτηση ηθικής αξιακής βάσης για τη θεμελίωση μιας ζωής βιώσιμης.

Διώνη Δημητριάδου