Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016



«Προσπαθώντας τον ήλιο»

αυτοβιογραφικό αφήγημα

της Ματίνας Νίκα

από τις εκδόσεις Λογότεχνον





Αλλά εγώ κάποια άλλη μικροκαμωμένη Γαλλίδα είχα στο μυαλό μου πριν. Α ναι, την Εντίθ Πιάφ, παντάμ παντάμ παντάμ!
Που τραγουδούσε πως δεν μετανιώνει για τίποτα. Μα τίποτα. Και πως δε λογάριαζε τα καλά που της έκαναν ή τα κακά που την βρήκαν. Τραγουδούσε πως από δική της επιλογή ξαναγύρισε στο μηδέν.
Πόσοι όμως είναι αυτοί που ξαναγύρισαν από το μηδέν;

Δεν γνωρίζω πώς μπορεί να απαντηθεί ένα ερώτημα που μάλλον προσεγγίζει τα ρητορικά του είδους. Αν το μηδέν είναι το όριο της μη επιστροφής, αν εκεί τελειώνουν όλα, τότε ποιος μπορεί να επιστρέψει από το τέλος των πάντων; Και αν το κατορθώσει, τότε με τι κουράγιο παίρνει το χαρτί και καταγράφει το παράδοξο αυτό ταξίδι;

Πώς γράφεται, λοιπόν, ένα τέτοιο κείμενο; Αλλά και πώς το σχολιάζεις; Να το κρίνεις δεν το επιχειρείς. Κι έτσι όπως βλέπω στην κεφαλίδα του δικού μου κειμένου τις λέξεις «κριτική προσέγγιση», νιώθω πως όλα αυτά που γράφω τώρα είναι ανακόλουθα.
Ας πω καλύτερα: «Τι νιώθω, τι σκέπτομαι διαβάζοντας το αφήγημα αυτό της Ματίνας, έτσι όπως αυτή το θέλησε να φθάσει ως εμάς τους αναγνώστες, αμέτοχους και ανυποψίαστους συχνά για τα δράματα αλλά και τα θαύματα που συντελούνται δίπλα μας.
Όπως όλα τα θαύματα έτσι και αυτό έχει τον προσωπικό του άγγελο, όπως τον πλάθει η φαντασία μας, μια που έτσι κι αλλιώς εικόνα του δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να βρούμε.

Αφού δεν μπορούσα να κάνω οτιδήποτε άλλο, ενεργοποίησα τον ριψοκίνδυνο παίκτη μέσα μου κι έβαλα στοίχημα με το ροκ άγγελό μου. Έσκυβε από πάνω μου, είχε λύσει τα μαλλιά του, είχε σφηνώσει πίσω από το δεξί του αυτί ένα κλωναράκι βασιλικό και είχε στις άκρες του χαμογέλιου του μιαν υπόσχεση. Του έκλεισα παιχνιδιάρικα το μάτι. «Την Εντίθ θέλω να θυμηθώ Βαγγελάκι μου, μόλις συνέλθω από τη νάρκωση. Γιατί θα συνέλθω και θα πω κι ένα τραγούδι».

Και είναι εκείνη τη στιγμή που θα πρέπει να επιστρατεύσεις όλη την αρματωσιά σου, στη μόνη ελπίδα που μπορεί να σταθεί μέσα σου να νικήσεις έναν αντίπαλο άγνωστο, ανώτερό σου, που αμύνεται στις επιθέσεις των ειδικών με την μόνη πανάρχαια τεχνική πολέμου. Την επίθεση. Γιατί όλα αυτά για την ανωτερότητα της άμυνας είναι μάλλον για κάποιες ασκήσεις επί χάρτου και όχι για τον αληθινό πόλεμο.
Και έπειτα το σκοτάδι. Να ακούς τον κόσμο γύρω σου και να μην τον βλέπεις. Κι έπειτα η αγλωσσία. Πώς αλλιώς να ονομάσεις την αδυναμία να αρθρώσεις μια κουβέντα κατανοητή από τους άλλους. Φωνή έχεις αλλά δεν μιλάς ανθρώπινα. Να βγάζεις ήχους και οι άλλοι να μαντεύουν το νόημα. Κάποτε σωστά, κάποτε όχι.

Όλους τους ακούω, όλα τα ακούω, όλα τα καταλαβαίνω, δεν έχω χάσει τα λογικά μου, μη με βλέπετε έτσι.
Έχω καταβροχθίσει βιβλιοθήκες ολόκληρες εγώ, έχω παρακολουθήσει μαθήματα βυζαντινολογίας και ιστορίας της Τέχνης ακόμα και σε σεμινάρια γευσιγνωσίας κι οινολογίας έλαβα μέρος.
Κανέναν σας δεν βλέπω.
Μπορώ όμως να σας περιγράψω με εξονυχιστικές λεπτομέρειες ένα σωρό ερειπιώνες, αίθουσες μουσείων, αγάλματα και πίνακες ζωγραφικής.
Όπως εκείνη την κατακερματισμένη μπλε γυναίκα του Πάμπλο Πικάσο για παράδειγμα. Ή την ακέφαλη Νίκη της Σαμοθράκης και της Δήλειας Νικάνδρης το κατεστραμμένο πρόσωπο[…]
Και να σας ξεναγήσω μπορώ βήμα-βήμα στο λαβύρινθο της Πασιφάης στην Κνωσό, στους τύμβους των βασιλισσών με τα πολύτιμα κτερίσματα και στης Κλυταιμνήστρας το θολωτό τάφο στις πολύχρυσες Μυκήνες[…]
Λαβύρινθοι, τάφοι κι ερείπια, τι παράξενο αλήθεια!
Από μικρό παιδί ξετύλιγα υπομονετικά το μίτο της Αριάδνης χωρίς ποτέ να καταφέρω να βρω το δρόμο για την έξοδο. Ίσως γιατί κανένα πλάσμα δεν επιδίωξα να σκοτώσω, τερατόμορφο, εξόριστο ή καταραμένο. Μύθοι, παραμύθια, όνειρα και οράματα είχαν γίνει σωρός κουβάρι μέσα στο μυαλό μου. Αυτή είναι του θνητού ανθρώπου η αναπότρεπτη μοίρα από κτίσεως κόσμου, όσο κι αν προσπαθήσεις η κατάληξη είναι προδιαγεγραμμένη

Θα μπορούσε να είναι η εισχώρηση της Τέχνης στη συνείδηση του ανθρώπου που μεγάλωσε με τα υπόρρητα δικά της θαύματα και μυστικά. Ίσως πάλι να είναι η ελπίδα για μια υπέρβαση που γεννά ζωντανές εικόνες, εκεί που το σκοτάδι εισβάλλει απτόητο και κυριαρχικό. Από την άλλη σκέφτομαι πως είναι μια κατάθεση λογοτεχνική στηριγμένη γερά στο προσωπικό βίωμα. Και μάλλον αυτό το τελευταίο να είναι και το σπουδαιότερο. Αρκεί να δεχθούμε ότι η γραφή απαιτεί ένα βαθύ βλέμμα, σκληρό και ανελέητο συχνά, σε όλα αυτά που δύσκολα ομολογείς και ακόμη δυσκολότερα αφήνεις να εναποθέσουν το βάρος τους στην εικόνα του εαυτού σου. Πρόσωπο με πρόσωπο με την αλήθεια.



Απέναντι σε μια τέτοια αλήθεια μάς βάζει η Ματίνα με την προσωπική της ιστορία. Και παρακολουθούμε την πορεία της από μια ισορροπημένη και τακτοποιημένη ζωή σε μια αιφνίδια ανατροπή των πάντων. Κρυφά και αθόρυβα, μελετημένα και προγραμματισμένα ο αστάθμητος παράγοντας έχτιζε το ξένο σώμα, το γιγάντωνε (μέγεθος πορτοκαλιού είπαν οι γιατροί) για να εδραιώσει τη θέση του και να απειλήσει με ένα σύντομο τέλος τη ζωή της. Πιθανότητες επιβίωσης; Καμία.

Και είναι τότε που καλείσαι να παραδοθείς αμαχητί (πώς, στην ευχή, σου υπαγορεύει η λογική σου να παλέψεις ενάντια στις παντοδύναμες πιθανότητες;) ή να βαδίσεις κατευθείαν επάνω στο παράλογο που σου στερεί τη ζωή. Αυτή η αμφίβολη πορεία είναι ίσως η μόνη αποκλειστικά δική σου κίνηση σ’ ένα παιχνίδι που άγνωστοι άλλοι έθεσαν τους όρους και τοποθέτησαν τα πιόνια τους σε πλεονεκτική θέση.

Και είναι τότε που γίνεται η ανατροπή. Από τη δική σου τη μεριά. Κάποιοι θα μιλήσουν για θαύμα. Θαύμα εξωλογικό ή θαύμα της ιατρικής. Μπορεί το ένα ή το άλλο ή και τα δύο. Αυτός που το διάβηκε, όμως,  το στενό αυτό μονοπάτι ξέρει πως το θαύμα το έχει μέσα του.
Βγαίνει πάλι στη ζωή, με δύναμη και θέληση να μιλήσει για όλο αυτό. Συχνά με απασχολεί, διαβάζοντας ανάλογα κείμενα, τι είναι αυτό που παρακινεί κάποιον στην εξωτερίκευση και καταγραφή μιας προσωπικής ιστορίας τόσο οδυνηρής. Θα μπορούσε να είναι η ανάγκη να δει τη ζωή του απέναντί του, σαν αντι – κείμενο, άξιο παρατήρησης, μια που έχει πια και αυτός κατά κάποιο τρόπο τη θέση του αναγνώστη. Ίσως πάλι να είναι η σκέψη ότι μια προσωπική ιστορία δεν είναι ποτέ απολύτως προσωπική. Δεν μπορεί, κάποιο ενδιαφέρον θα έχει και για τους άλλους. Σκέφτομαι, ωστόσο, πως μια τέτοια αφήγηση ποτέ δεν γράφεται ανέξοδα. Αυτός που γράφει, όσο κι αν λέμε πως η γραφή αποφορτίζει και εκτονώνει, γράφοντας ξαναζεί λέξη τη λέξη την ιστορία του. Και αυτό είναι βαρύ και δύδκολο.

Η αφήγηση ξεδιπλώνει όλη την αλλαγή στο σώμα και στη σκέψη. Τα συναισθήματα διαφοροποιούνται συμβαδίζοντας με την εξέλιξη (πλοκή θα λέγαμε, αν είχαμε κάποιο μυθιστόρημα, αλλά εδώ η ορολογία είναι αδύναμη και άσχετη). Όσα γράφονται εδώ συναποτελούν την περιπέτεια μιας γυναίκας που από τη μια στιγμή στην άλλη έπρεπε να αναθεωρήσει αξίες και προτεραιότητες, δεδομένα και ασφαλή λιμάνια.
Και νιώθει γράφοντας πως είναι ανάγκη να δώσει κάποιες εικόνες της ζωής της όπως ήταν πριν από όλο αυτό. Σαν μια παρηγορητική κουβέντα, μια ένεση παλιάς θαλπωρής που έρχεται να στηρίξει την κατάλληλη στιγμή την προσπάθεια ανάπλασης της μορφής.

Θυμήθηκα τότε τα λόγια ενός ταλαντούχου νεαρού ο οποίος είχε νοικιάσει τη γκαρσονιέρα δίπλα στο διαμέρισμά μας και σπούδαζε στη Σχολή Καλών Τεχνών[…] «Τα χείλη σου είναι σαν και αυτά στην προτομή της θεάς Υγείας. Είναι μια από τις πιο δύσκολες  ασκήσεις  που μας βάζουν στο ατελιέ της Σχολής».

Όπως κάθε προσωπική μάχη, έτσι και αυτή, απαιτεί καλή αρματωσιά και πολλή θέληση για να βγεις απέναντι. Με τραύματα αναμενόμενα και ανεπούλωτα όχι μόνο στο σώμα αλλά κυρίως στον τρόπο βίωσης του κόσμου. Αναθεωρήσεις, νέες σταθερές, νέες προτεραιότητες.

Φθάνοντας στην τελευταία σελίδα αυτού του λόγου που αρθρώνεται  από μια ολοζώντανη φωνή, νιώθεις πως ό, τι εσύ προσπαθείς να πεις μπορεί και να ακούγεται κοινότοπο. Ίσως αυτή η αίσθηση που σου δημιουργείται να είναι και το σημαντικότερο που αποκομίζεις διαβάζοντας τον χειμαρρώδη λόγο της Ματίνας. Έτσι απλά της Ματίνας, γιατί μέσα από τις λέξεις της μοιάζει να την έχεις γνωρίσει, με τον ευθύ και ειλικρινή τρόπο που έχει η απροσχημάτιστη γραφή.

Ένα τελευταίο σχόλιο για τον τίτλο: Προσπαθώντας τον ήλιο. Αυτή η μετοχή του ενεστώτα με τη διάρκεια που υποδηλώνει, ίσως είναι η ουσιαστικότερη παρακαταθήκη του βιβλίου.

Διώνη Δημητριάδου

Η πρώτη ανάρτηση έγινε στο περιοδικόν Booktour Μια κριτική προσέγγιση στο αυτοβιογραφικό αφήγημα «Προσπαθώντας τον ήλιο» της Ματίνας Νίκα από τις εκδόσεις Λογότεχνον

Διαβάστε περισσότερα: http://www.booktourmagazine.com/news/mia-kritiki-proseggisi-sto-aytoviografiko-afigima-prospathontas-ton-ilio-tis-matinas-nika-apo-tis-ekdoseis-logotechnon/