Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016



Ο αντάρτης
(διήγημα)

  


Σε κάθε στροφή του λεωφορείου ένιωθε το στομάχι του να ανακατεύεται -παλιά αδυναμία του αυτή να μην αντέχει τα μεταφορικά μέσα, να ζαλίζεται- προσπαθούσε να ξεχαστεί κοιτώντας το τοπίο αλλά το σκηνικό δεν τον βοηθούσε καθόλου. Φιδωτός δρόμος, επαρχιακό δίκτυο, συνηθισμένη εικόνα της αθάνατης ελληνικής επαρχίας, από την οποία θα ήθελε ευχαρίστως να απαλλαγεί. Τυπικό παιδί της πόλης, μεγαλωμένος σε μεγάλο αστικό κέντρο, είχε αποδεχθεί την εικόνα της μεγαλούπολης με τα αρνητικά της και τα πολλά της θετικά. Τι γύρευε αυτός τώρα να σκαρφαλώνει τα βουνά, και μάλιστα στην Πελοπόννησο! Παλιά αντιπάθεια κι αυτή, κρατούσε από τον πατέρα του, που δεν ήθελε καμία σχέση να έχει με ανθρώπους κάτω απ’ τ’ αυλάκι, όπως λένε. Να, όμως, που η ζωή έχει χιούμορ, όπως φαίνεται. Ο διορισμός του ήρθε για κάποιο χωριό (όχι χωριό, κωμόπολη είναι, επέμενε ο επιθεωρητής, όταν του ανακοίνωσε την τοποθέτησή του) αυτής της συγκεκριμένης γωνιάς της ελληνικής γης. Τέλος πάντων! Άλλοι συνάδελφοι τοποθετήθηκαν σε χειρότερα μέρη. Η αλήθεια είναι πως δεν του έφταιγε τόσο το τοπίο, σκληρό πάντως, όπως το λεωφορείο προχωρούσε όλο και πιο βαθιά στον χάρτη, όλο και πιο ψηλά στα ορεινά. Περισσότερο είχε αναπτύξει έναν ιδιότυπο ρατσισμό για τους ανθρώπους της περιοχής, για τις αντιλήψεις τους (κοινωνικές αλλά και κυρίως πολιτικές), απωθημένα αριστερής διαπαιδαγώγησης αλλά και προσωπικής ιστορίας. Δεν βαριέσαι, θα κάνω τη δουλειά μου, όσο μπορώ καλύτερα, θα νοιάζομαι μόνο για το σχολείο μου και τους μαθητές μου, και ως εκεί. Αυτό σκεφτόταν από την ώρα που έμαθε για τη δυσμενή, όπως πίστευε, τοποθέτηση. Όσο, όμως, πλησίαζε για τον προορισμό του, τόσο το στομάχι του σφιγγόταν (δεν έφταιγαν μόνο οι αναθεματισμένες οι στροφές).
Αν και η απόσταση που χώριζε το χωριό του προορισμού του από την μεγαλύτερη πόλη στην περιοχή δεν ήταν μεγάλη σε χιλιόμετρα, κόντευαν σχεδόν δύο ώρες που ταξίδευε, από τότε που άλλαξε λεωφορείο και επιβιβάστηκε σε άλλο τοπικού δικτύου. Σίγουρα έφταιγε το γεγονός ότι αυτό το λεωφορείο εξυπηρετούσε όλα τα ενδιάμεσα χωριά, έτσι αναγκαστικά κάθε τόσο εγκατέλειπε τον κύριο δρόμο για να κάνει παράκαμψη, να μπει σε άλλο και άλλο χωριό και να πάρει ή να αφήσει επιβάτες. Υπομονή! Το καλό πράγμα αργεί.



  Ανάμεικτα συναισθήματα μόλις αντίκρισε από λίγο ψηλότερα τον τόπο που επρόκειτο να αποτελέσει τη μόνιμη κατοικία του για ποιος ξέρει πόσο διάστημα, ευχόταν να είναι λίγο. Αρκετά μεγάλο, μάλλον είχε δίκιο ο επιθεωρητής που το ονόμασε κωμόπολη, χτισμένο σε πλαγιά βουνού κατέβαινε μέχρι τον κάμπο, έχοντας απέναντί του άλλο βουνό με χτισμένα διάσπαρτα μικρότερα χωριά. Του φάνηκε κάπως κλειστό το τοπίο. Και η θάλασσα, που είχε δει στον χάρτη να είναι σχετικά κοντά, πού ήταν; Γιατί δεν φαινόταν;
Το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά στο πρακτορείο σε κάτι που αμυδρά θύμιζε πλατεία, χωρίς σίγουρα να είναι, αφού στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα δρόμο με καφενείο στη μια πλευρά του, μερικά τραπεζάκια απλωμένα, ένα περίπτερο, και ούτε κατά διάνοια κάποια υποψία πλατώματος. Πήρε το σακίδιό του και κατέβηκε. Πέρασε από την πίσω μεριά του λεωφορείου, έκανε δυο βήματα και, αφού μια σχετική αστάθεια την είχε πάντοτε, πόσο περισσότερο σε κατηφορικούς δρόμους όπως αυτός, σωριάστηκε στο οδόστρωμα. Τώρα, αν αυτό δεν είναι κακός οιωνός, σκέφτηκε καθώς μάζευε τα πόδια του να σηκωθεί, τι άλλο μπορεί να είναι;




Με το που άνοιξε το παράθυρο, τα μάτια του έπεσαν στον φράχτη απέναντι. Κάποιος είχε γράψει με μπλε μπογιά ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ. Τι ευχή κι αυτή! Θυμήθηκε μια εύστοχη φράση από ένα κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι: «Η πατρίδα ποτέ δεν πεθαίνει. Ναι, αλλά έτσι δεν έχει και καμιά ελπίδα να αναστηθεί!»
Πάντως δεν του φάνηκε και ό,τι καλύτερο να ανοίγει το παράθυρό του μπροστά στην υπενθύμιση αυτή, ότι δηλαδή βρισκόταν σε μια από τις πιο συντηρητικές περιοχές της Ελλάδας, της οποίας οι κάτοικοι, φαίνεται, χρειαζόντουσαν τη διαρκή υπογράμμιση της εθνικοφροσύνης τους, ακόμη κι αν αυτή γραφόταν πάνω σε τοίχους και ποικίλα ντουβάρια. Τέλος πάντων. Το σπίτι δεν το βρήκε και τόσο εύκολα. Χρειάστηκε τη βοήθεια δύο από τους καινούργιους του συναδέλφους (παλιοί αυτοί στην περιοχή), οι οποίοι ρώτησαν από δω κι από κει και τελικά του παρουσίασαν σαν ευκαιρία το συγκεκριμένο, μια που, όπως του είπαν, δεν το νοίκιαζε κανείς για χρόνια, κι έτσι ο ιδιοκτήτης είχε ρίξει πολύ την τιμή. Το σπίτι δεν ήταν και από τα χειρότερα στο χωριό, όσο είχε προφτάσει να δει. Τώρα, γιατί έμενε ξενοίκιαστο, ήταν κάτι που θα καταλάβαινε εν καιρώ.  Σχετικά μεγάλο, με δυο κύρια δωμάτια και μια μεγάλη κουζίνα. Στην κουζίνα υπήρχε μια πόρτα που κανονικά θα οδηγούσε σ’ ένα μικρό κηπάκο στο πίσω μέρος του σπιτιού, αλλά είχαν φτιάξει μια προέκταση για να βολέψουν ένα μπάνιο (ο Θεός να το κάνει), και να αποφύγουν έτσι το μικρό αποχωρητήριο που ήταν στον κήπο. Εντάξει δεν ήταν και το καλύτερο κατάλυμα, αν μάλιστα έπαιρνες υπόψη σου τα πατώματα (σκέτο μπετόν) και τους τοίχους (μέσα στην υγρασία), την απουσία θέρμανσης και ζεστού νερού, με δυο λόγια κάποιες στοιχειώδεις ανέσεις, που θα έκαναν υποφερτή τη ζωή του σ’ αυτόν τον αφιλόξενο τόπο, αλλά αυτό βρέθηκε. Ο ιδιοκτήτης του είχε αφήσει κάποια έπιπλα, ένα κρεβάτι σιδερένιο με σομιέ τριζάτο, ένα τραπέζι με δυο καρέκλες στην κουζίνα, ένα παλιό μπουφέ ετοιμόρροπο (φοβήθηκε να βάλει τίποτε μέσα), ένα σκαμνί επίφοβο για πτώση κι αυτό. Έφτιαξε ένα καφέ στο γκαζάκι (αυτό ήταν δικό του) και παίρνοντας τη μια καρέκλα βγήκε στην μπροστινή αυλή, να χαζέψει λίγη κίνηση.


                                                                     
  Σου είπα να προσέχεις, εδώ τα πράγματα είναι ζόρικα, δεν είσαι στην Αθήνα. Η κάθε σου κίνηση εύκολα παρεξηγείται. Θα βρεις μπελά χωρίς να το καταλάβεις. Δεν μπορείς να καλείς μαθητές στο σπίτι σου ούτε να τους δανείζεις κασέτες για ν’ ακούσουν μουσική, πόσο περισσότερο να αναλάβεις να διοργανώσεις σχολική γιορτή και να βάλεις τα παιδιά να τραγουδήσουν Λεοντή και Θεοδωράκη. Πού νομίζεις ότι βρίσκεσαι; Εδώ είναι φωλιά!

 Άκουγε τον «σοφότερο» συνάδελφο με προσοχή. Τι διάολο! Το πρωί στο πρακτορείο εφημερίδων τον λοξοκοίταξε κάποιος που είχε αγοράσει εφημερίδα. Σιγά την εφημερίδα! Στην Αθήνα κάποιοι φίλοι τον κορόιδευαν για συντηρητικό, όταν την αγόραζε. Τι να κάνει δηλαδή; Να μην μιλάει στους μαθητές του έξω από το σχολείο; Τα παιδιά ρωτούσαν ένα σωρό πράγματα και διψούσαν για απαντήσεις. Να κλειστεί στο καβούκι του και να περιμένει τον αντικαταστάτη του (σαν τους λεγεωνάριους στον Αστερίξ), αυτό έπρεπε να κάνει για να γίνει αποδεκτός;






Τα βιβλία, που του έστειλε καλός του φίλος από την Αθήνα με το ΚΤΕΛ, ήταν αραδιασμένα στο πάτωμα (αυτό με την υγρασία που ανέβλυζε σε μερικά του σημεία). Κάτι έπρεπε να σκεφτεί. Πού να τα βάλει; Στο μοναδικό τραπέζι είχε ακουμπήσει όλα του τα υπάρχοντα, χώρος περισσευούμενος καθόλου. Κάτι να βρει, κάτι να σκεφτεί, το μάτι του έπεσε αναπόφευκτα στον μπουφέ με την ηλικία του προπάππου του και βάλε! Για το επάνω κομμάτι του ούτε λόγος να γίνεται, θα κατέρρεε αμέσως. Αν δοκίμαζε τα συρτάρια ή το κάτω ντουλάπι, μήπως θα ήταν μια λύση; Επιστράτευσε όλη του την επινοητικότητα, όλη του την επιδεξιότητα στα χέρια (όλοι του λέγαν πως είχε την ικανότητα να τα χρησιμοποιεί κατάλληλα κάθε φορά) και κατόρθωσε να κουνήσει λίγο τα σκεβρωμένα συρτάρια. Του πήρε ώρα να τα βγάλει από τη θέση τους, χωρίς ευτυχώς να διαλυθούν, και καταπιάστηκε με το ντουλάπι. Εδώ δεν ήταν τόσο τυχερός. Η δίφυλλη πόρτα ήταν τόσο σαπισμένη που, όταν την έβγαλε, ήταν πια αδύνατο να τοποθετηθεί ξανά στη θέση της. Έστω, αν ο πάτος του ντουλαπιού κρατούσε λίγο, θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει ανοιχτό. Βάλθηκε πεσμένος στα γόνατα να το καθαρίσει. Χώνοντας το χέρι του μέχρι την πλάτη του ντουλαπιού ένιωσε να πιάνει κάτι. Το έσυρε έξω. Ήταν μια θήκη από ύφασμα σαν αυτοσχέδιο πορτοφόλι ή κάτι τέτοιο. Να τώρα και τα μυστήρια, σκέφτηκε. Η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο, κλασσικά όπως στις ταινίες. Κάθισε στο κρεβάτι και άνοιξε τη θήκη.



Η καύτρα του τσιγάρου έπεσε κάτω. Δεν πίστευε αυτό που διάβαζε. Άναψε άλλο τσιγάρο και πήρε το κιτρινισμένο χαρτί στα χέρια του. Προσπαθούσε να καταλάβει.

Δεν νομίζω ότι μπορώ να το κρατήσω άλλο μέσα μου. Θα με καίει ως να πεθάνω το ξέρω. Θέλω όποιος το διαβάσει να με συγχωρέσει. Πρώτα οι άνθρωποι και κατόπι ο θεός. Γιατί αν μπορούν να συγχωρέσουν οι άνθρωποι που καλό δε σου θέλουν τότε κι ο θεός που μνησίκακος δεν είναι θα βρει κάτι καλό για μένα. Το ομολογώ. Πήρα τη ζωή του στα χέρια μου. Έχυσα αίμα αδελφικό. Δε γινόταν αλλιώς. Βρεθήκαμε απέναντι. Ο ένας από δω κι ο άλλος από κει. Αντίπαλοι. Ποιος μπορεί να το καταλάβει αυτό; Δεν είμαι κακός οι περιστάσεις μας κάναν έτσι. Το στραβό κλαδί το κόβεις. Το παράσιτο το καις. Δεν πρόκειται να πληρώσω για το έγκλημά μου δε δικάζονται αυτά τα φονικά. Μα να, κι αυτού η ψυχή θα πρέπει να ησυχάσει να τον θάψουνε σα χριστιανό κι ας μην πολυήταν. Το κορμί του βρίσκεται κάτω από τη μουριά στην πίσω αυλή. Δεν είναι πολύ βαθιά θα τον βρείτε εύκολα. Ο θεός ας τον αναπαύσει.

Από πότε ήταν αυτό το σημείωμα; Σε ποιους απευθυνόταν; Γιατί να το βρει αυτός; Τι να κάνει; Άνοιξε την πίσω πόρτα και προχώρησε προς τη μουριά στο βάθος του κήπου. Δηλαδή, σύμφωνα με το σημείωμα, εδώ κάτω απ’ τα πόδια του ήταν κάποιος θαμμένος, το θύμα ενός εγκλήματος, και μάλιστα από χέρι αδελφικό; Όλα μπορούσε μάλλον να τα αντέξει σ’ αυτόν τον κακότοπο αλλά όχι κι αυτό!
Έκανε μαύρο ύπνο, ξύπνησε ιδρωμένος, Νοέμβρη μήνα, σηκώθηκε. Είχε αποφασίσει τι θα κάνει.




   Ο αστυνόμος στριφογύριζε στα χέρια του το χαρτί, μια κοίταζε αριστερά μια δεξιά, αμήχανος κάπως.
Δηλαδή τώρα τι θες μ’ αυτό που μου έφερες; Να κινητοποιήσω τους άντρες μου για μια φάρσα; Στο σπίτι που μου λες ότι το βρήκες, χρόνια τώρα δεν μένει κανείς. Παλιά πολύ έμεναν δυο αδέλφια, όμως ο ένας ξενιτεύτηκε. Πώς να ζήσεις, δύσκολα χρόνια. Αυτό ξέρω εγώ. Μετά ο άλλος αδελφός έμεινε κούτσουρο μοναχό, δεν έκανε οικογένεια, τίποτε. Όταν πέθανε το σπίτι το κληρονόμησαν τα ξαδέλφια του, γιατί δεν μπόρεσαν να βρουν τα ίχνη του ξενιτεμένου, είπαν πως θα πέθανε και πάει. Τι μου λες τώρα για φονικά και τέτοια. Ο άνθρωπος έφυγε να βρει την τύχη του. Δεν ξέρω τι να πω. Μήπως στα γεροντάματά του ο άλλος φανταζόταν πως τον σκότωσε;

Όχι, δεν ήθελε να το αφήσει έτσι, και όχι δεν πίστευε ότι αυτό που βρήκε ήταν κάποια φάρσα ή το αποκύημα της φαντασίας κάποιου σαλεμένου μυαλού. Ας κάναν μια απόπειρα να ψάξουν, κι αν δεν βρίσκαν τίποτε, τότε καλά.

Εγώ θα σε συμβούλευα να το ξεχάσεις τελείως. Είσαι νέος εδώ και απ’ ό,τι μαθαίνω δε σε πολυσυμπαθούν. Θες μπλεξίματα; Παλιές ιστορίες, μην τις ψάχνεις. Είτε δεν υπάρχει τίποτε να βρει κανείς είτε κανείς δεν θέλει όλα αυτά να τα θυμάται. Άντε στο καλό.



Έφυγε αλλά μόνο στο καλό δεν πήγε. Προσπαθούσε να βάλει το μυαλό του να δουλέψει. Όσο να ‘ναι αυτός δεν είναι ο ρόλος της αστυνομίας; Είναι δυνατόν να υπάρχει έστω υπόνοια για στυγερό έγκλημα και να μην κινητοποιείται κανείς; Τι να κάνει; Να πάρει ένα φτυάρι και ν’ αρχίσει να σκάβει την αυλή του; Δεν είμαστε με τα καλά μας!


Δεν άργησε να καταλάβει ότι κάτι είχε αλλάξει στη συμπεριφορά των άλλων απέναντί του. Οι συνάδελφοι στο σχολείο, οι μαθητές του, οι γείτονες, οι μαγαζάτορες στην αγορά, όλοι τον απέφευγαν ή κρυφομιλούσαν σαν ήταν μπροστά. Δεν ήταν τυχαίο. Σταμάτησε έναν μαθητή του, από τους πιο αγαπημένους, την ώρα που πέρναγε έξω από το σπίτι του με γυρισμένο αλλού το κεφάλι.
Δεν μπορώ να σας μιλήσω. Δεν πρέπει. Οι γονείς μου το απαγόρευσαν.
Πήγε να τρελαθεί. Τι ήταν πάλι αυτό;
Ο μόνος που του μίλαγε ακόμη, όπως πρώτα, ήταν ο καλός του συνάδελφος.
Σε είχα προειδοποιήσει. Ξανοίχτηκες πολύ, και τώρα αυτό. Δεν θα σου βγει σε καλό. Εγώ ζω χρόνια εδώ, τους ξέρω. Σε ζητήματα ιδεολογικά γίνονται μια γροθιά.
Τι εννοούσε; Ποιος μίλησε για ιδεολογία; Για έγκλημα πρόκειται.
Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει. Σαν πότε λες να έγινε το έγκλημα; Γιατί σίγουρα τον έφαγε τον αδελφό του. Ο σαλεμένος δεν κάθεται να γράψει γράμμα. Αν έγινε πριν από σχεδόν 35 χρόνια, καταλαβαίνεις τι είδους έγκλημα έφερες στο φως;
Έκανε τον υπολογισμό και κατάλαβε. Από το 1982 αν αφαιρέσεις τα 35 χρόνια πέφτεις μέσα στη χειρότερη τραγωδία αυτού του τόπου.
Ακριβώς. Στον εμφύλιο! Κατάλαβες τώρα; Αντάρτης ήτανε το παλικάρι και το  ‘φαγε ο ίδιος του ο αδελφός.




Το λεωφορείο έπαιρνε λίγο απότομα τις στροφές αλλά αυτός δεν ζαλιζόταν πια. Η ιδέα ότι απομακρυνόταν από τον κακορίζικο τόπο τού έδινε μια εσωτερική χαρά, πιο πολύ γιατί ήξερε πως δεν θα ξαναπάταγε το πόδι του εκεί. Η μετάθεσή του ήταν γεγονός. Έφερε στον νου του τους τελευταίους μήνες. Σε απομόνωση σχεδόν απ’ όλους, έκανε τη δουλειά του προσπαθώντας να ευαισθητοποιήσει, όσο γινόταν, τα παιδιά πάνω σε θέματα που θα έπρεπε να τα ενδιαφέρουν. Κάποτε το κατάφερνε, κάποτε όχι. Κάθε απόγευμα έπαιρνε την καρέκλα του και καθόταν κάτω από τη μουριά, διάβαζε κάποιο βιβλίο, λίγο δυνατά, λες και κάποιος εκεί κοντά θα μπορούσε να τον ακούσει. Αν πάλι ο καιρός δεν το επέτρεπε, κοιτούσε προς το βάθος του κήπου από το παράθυρο της κουζίνας, έκανε το τσιγάρο του και έγνεφε αόριστα. Το μπροστινό παράθυρο, αυτό που έβλεπε στον δρόμο δεν το άνοιγε ποτέ. Την τελευταία φορά που το άνοιξε είδε το καινούργιο σύνθημα στον απέναντι τοίχο:
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ.

Είχε πια στο μυαλό του φτιάξει την ιστορία, όπως θα έπρεπε να έχει γίνει. Τα δυο αδέλφια βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Αυτό ήταν συχνό φαινόμενο τα χρόνια του εμφυλίου. Το κακό εδώ ήταν, όπως είχε καταλάβει, ότι ο ένας αδελφός ήταν σαν τη μύγα μες το γάλα, δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ φαίνεται ότι ήταν ο μοναδικός ντόπιος που έφυγε στα βουνά για να ενωθεί με τον Δημοκρατικό Στρατό. Αυτό θα ήταν πρωτάκουστο για το χωριό. Αριστερός με δράση από τον τόπο μας; Τον είχαν καταδικάσει όλοι στη συνείδησή τους. Το κακό θα μπορούσε να σταματήσει εκεί. Η κακή τύχη, όμως, φαίνεται το ’φερε να βρεθεί ο αντάρτης στα μέρη του κοντά και θέλησε να μιλήσει στον αδελφό του. Έτσι πρέπει να στήθηκε η παγίδα. Το ’φαγαν το παιδί μέσα στο πατρικό του σπίτι. Τώρα, δεν ήξερε αν τον σκότωσε μόνο ο αδελφός του ή στη χωσιά πήραν μέρος κι άλλοι. Δεν ήταν το σημαντικό, όμως, αυτό. Στα ιδεολογικά ζητήματα (πώς του το είχε πει ο συνάδελφός του;) ήταν όλοι μια γροθιά. Ο ένας, ο αδελφός, τον σκότωσε. Οι άλλοι με τη σιωπηρή αποδοχή τους τον σκότωσαν άλλη μια φορά. Ένοχοι όλοι!
Κοίταξε σε μια στροφή και είδε από μακριά τη θάλασσα. Να, λοιπόν, που υπήρχε. Μόνο που δεν φαινόταν από το χωριό. Σκέφτηκε πόσο αλλιώτικα θα είχαν διαμορφωθεί αυτοί οι άνθρωποι, γενιά τη γενιά, αν τα μάτια τους αντίκριζαν τον ανοιχτό ορίζοντα. Κλεισμένοι στο καβούκι τους φτιάξαν σιγά σιγά την πιο οπισθοδρομική εικόνα γι’ αυτόν τον κόσμο, και αυτό δεν άλλαζε. Τόσα χρόνια μετά το φοβερό έγκλημα κρατούσαν τη συμμετοχή τους σ’ αυτό και την περνούσαν στα παιδιά τους. Ένας τέτοιος τόπος μπορεί ποτέ να έχει όραμα, προοπτική; Αυτός έφευγε μακριά και όλα αυτά θα ήταν στη χειρότερη περίπτωση μια κακιά ανάμνηση. Έφερε στο μυαλό του τη μουριά του κήπου με το τρομερό της μυστικό. Α, ρε παλικάρι! Καλύτερα χίλιες φορές να σε είχε βρει το βόλι του αδελφού πάνω στη μάχη παρά έτσι στα κρυφά, την ώρα που νόμιζες ότι πας να συναντήσεις το ίδιο σου το αίμα.
Η σκέψη τού έφερε ένα σφίξιμο στην καρδιά.

Διώνη Δημητριάδου
(από τη συλλογή διηγημάτων"Το ατελιέ", εκδόσεις Νοών)
 

(χαρακτικό του Α.Τάσσου)