Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

«η θνητότητα και η ταπεινότητα 

του μυθιστοριογράφου»


(γράφει η Μάρω Δούκα)




[…]
Ξεκινώντας το ’75 να γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα, δεν ήξερα τι σημαίνει μόχθος. Έπρεπε γράφοντας και σβήνοντας, αργά  και με κόπο, να αρχίσω να συναισθάνομαι πόσο «θνητός» και ταπεινός οφείλει να είναι ο μυθιστοριογράφος. Κι άρχισα να καταλαβαίνω τη χειρωναξία και την προσευχή.
Εσύ λοιπόν, έγραφα πριν από χρόνια, απευθυνόμενη στον εαυτό μου αλλά και σε όλους εκείνους που θα είχαν την υψηλή φιλοδοξία να ακολουθήσουν την ανηφοριά της αρτιότερης μορφής του γραπτού λόγου, του λόγου του μυθιστορηματικού, θα πρέπει να επιβληθείς  πρώτ’ απ’ όλα στην αγωνία και στην επιθυμία σου να γράψεις μυθιστόρημα. Εσύ που έχεις τα προσόντα να γίνεις πεζογράφος, ελάχιστη αυτογνωσία αν διαθέτεις, οφείλεις να καταλάβεις ότι το άθροισμα των χαρισμάτων σου δεν είναι παρά η απόλυτη ένδεια στην περιπέτεια που θα σε δοκιμάσει. Γιατί η πεζογραφία είναι σύνθεση και κίνηση. Πεζογράφος σημαίνει να νοιάζεσαι για όλα γύρω σου και όλα να επιμένεις να τα ξαναδείς. Πεζογράφος θα είσαι όταν θα αναζητάς τα μυστικά της μυθοπλασίας, και όταν πίσω από κάθε φράση σου θα είσαι πάντα εσύ με τις δικές σου έμμονες ιδέες.

(Μάρω Δούκα, «Τίποτα δεν χαρίζεται», εκδόσεις Πατάκης)

Διαβάζοντας τη σκέψη της Μάρως Δούκα συνειρμικά το μυαλό μου πηγαίνει σε όλα τα ογκώδη αλλά και πομπώδη που μας προκύπτουν κάθε τόσο με τη μορφή της μεγάλης αφήγησης. Έχουν άραγε πίσω τους την αυτογνωσία της ταπεινότητας μπροστά στο τεράστιο εγχείρημα; Μόχθησαν οι δημιουργοί τους πάνω στις σελίδες τους; Πέρασαν μερόνυχτα επαληθεύοντας πληροφορίες, μαρτυρίες και υλικό;

Θα μπορούσαν, βέβαια, οι παραπάνω ερωτήσεις να είναι και ρητορικές δυστυχώς. Τουλάχιστον την αυτονόητη απάντηση που τους αναλογεί ας τη δίνουμε οι αναγνώστες με τις επιλογές μας. Ο αληθινός βιβλιόφιλος επιλέγει ξεσκαρτάροντας και δεν εντυπωσιάζεται από το φτηνό μάρκετινγκ. Έτσι καταξιώνεται και ο καλός συγγραφέας, έτσι διασώζεται ο αναγνώστης, το βιβλίο και εν συνόλω η υπόθεση της γραφής.