Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016






Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»
φιλοξενεί
τον Δημήτρη Φαρή





Φλεγόμενο Νερό



           

Σαν κοπάδι λύκων έτρεχε ο αέρας μέσα από τα δέντρα. Ένας κεραυνός έσκιζε την ηρεμία κάπου μακριά αλλά η μπόρα ερχόταν. Κάπου στο βάθος φαινόταν το κόκκινο ποτάμι των αυτοκινήτων στη λεωφόρο, η βροχή είχε ξεκινήσει ήδη στην πόλη, οι ψυχές τους ήταν τυχερές που δεν ήταν μπλεγμένες σε αυτό…. Μα τι ήθελαν οι ψυχές τους εδώ;
          Πάθος. Όταν μέσα από τα στόματα βγαίνει φωτιά και αυτή τη φωτιά δεν μπορείς να τη σταματήσεις, μόνο να τη δρομολογήσεις, αυτό λέγεται… πάθος. Τα σώματα ακολουθούν σαν σκλάβοι, μπροστά η καρδιά, ακολουθεί το μυαλό και τελευταία τα σαρκία, σαν βαρύθυμοι δούλοι που μαστιγώνονται από την επιθυμία. Και άλλη αστραπή, να και η βροντή, οι πρώτες ψιχάλες γονατίζουν τα φύλλα των χόρτων. Δεν μιλούν πια, μόνο βαριανασαίνουν.
         Τα μάτια, που είχαν ομολογήσει την αγάπη, τώρα κοίταζαν αχόρταγα παντού τριγύρω. Αυτό το δέντρο, εκείνο το δέντρο, ένας κεραυνός θα τους έκανε κάρβουνο, αλλά πρώτα θα τους έκαιγε. Τι όμορφο τέλος. Μια απλή απόφαση ήταν…
Και έμειναν ολόγυμνα τα σώματα, αγκαλιάστηκαν αλλόκοτα, τα χέρια έπαιρναν αχόρταγα ολόκληρες μερίδες πόθου, η βροχή δυνάμωνε αλλά ποιος νοιαζόταν τώρα, όλα σε λίγο θα ήταν βρεγμένα, ξεπλυμένα, καθαγιασμένα. Η μόνη επαφή με την πραγματικότητα, ο ήχος του κεραυνού, τα χέρια ξεκολλούσαν ασυναίσθητα από το δέντρο, έτσι… για να πεθάνουν μόνο από το δικό τους φορτίο και όχι από τη θεία Φωτιά.
Έτσι όπως έπεφταν οι σταγόνες δημιουργούσαν μικρές εκρήξεις πάνω στα αχνιστά κορμιά και θα έπαιρναν όρκο οι λίγοι άυλοι αύλακες - που είχαν μείνει για να σκέφτονται - πως μερικές από αυτές εξατμίζονταν αμέσως μόλις έρχονταν σε επαφή με το πυρωμένο δέρμα. Ποιοι ήταν; Είχαν αποδυθεί όλα τα προσωπεία, δεν ήταν πολίτες, δεν είχαν επάγγελμα, δεν είχαν όνομα ή ηλικία, καμία ιδιότητα δεν άντεξε στην ορμή του νερού. Ακόμα και αυτό το φύλο, έτσι όπως ήταν ενωμένοι, άνδρας και γυναίκα, ήταν δύσκολο πια να καθοριστεί. Πού τελειώνω εγώ, πού αρχίζεις εσύ…
Η συμπαντική έκρηξη της δημιουργίας θα πρέπει να είχε την ίδια αρχή. Με το ξεκίνημα εμφανίστηκαν η Γη, ο Τάρταρος και ο Έρωτας. Η ύλη, ο χρόνος και η δημιουργία και τώρα, καθώς ο χρόνος εξαφανίζεται κάτω από τις επιταγές της ύλης, ο Έρωτας θα φτιάξει κάτι νέο. Φουσκώνει και ανταριάζει ο πονηρός Θεός, γίνεται κόκκινο σύννεφο, φωτιά και νερό ταυτόχρονα, τρέχουν τα ποτάμια ανάμεσα στα σκέλη τους, ξεδιψάει ξανά το χώμα από το νέκταρ και την αμβροσία, πίνουν αχόρταγα οι θεοί, δύο ψυχές φτερουγίζουν προς τα πάνω, τα ζώα καταρρέουν μέσα στις λάσπες, οι καρδιές - λαχανιασμένες ακόμα - μόνο ανασαίνουν και αναπληρώνουν το αίμα που άχρηστο πια συνεχίζει να κυλά καυτό στις φλέβες.
Και να τα πάλι τα ρούχα, σαν αρχαίες μουτσούνες θεάτρου, κουβαλάνε ρόλους, είμαι εγώ πάλι, είσαι εσύ, γινόμαστε ξανά αυτό που ήμασταν πριν συναντηθούμε, πριν συναντήσουμε τις αγέλες των παγωμένων ριπών ανέμου που σφύριζαν μέσα από τα δέντρα. Κουβαλάμε πια όλη μας την Ιστορία, τη Μνήμη, τον Πόνο. Οι Λύκοι είναι οι ίδιοι μας οι ρόλοι, οι ενδεδυμένοι εαυτοί, που τώρα δόντια βγάζουν και διεκδικούν κομμάτι από τη λεία μας. Να και τα εργαλεία του πολιτισμού, τα παπούτσια, οι ομπρέλες,  τα αυτοκίνητα, η σήμανση.
Αυτοί θα γυρίσουν στις μίζερες ζωές τους. Ανάσαναν και σήμερα. Το μόνο που θα μείνει από αυτή συνάντηση θα είναι ο ατμός. Αυτό το φλεγόμενο νερό που ξεπηδάει σαν βαρύς αέρας από τα κορμιά και φτάνει ψηλά για να εξευμενίσει τον Ουρανό. 

Δημήτρης Φαρής  

 Δημήτρης Φαρής γεννήθηκε στο Duisburg της τότε Δυτ. Γερμανίας από Έλληνες μετανάστες. Σπούδασε Πληροφορική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως καθηγητής σε Λύκειο. Έχει πτυχίο κλασικού πιάνου και ασχολείται εντατικά με την μελέτη του σαξόφωνου. Κάποια βράδια του χρόνου εμφανίζεται ως μουσικός σε bar και συναυλιακούς χώρους παίζοντας πιάνο και σαξόφωνο σε μικρά jazz μουσικά σχήματα. Με τη συγγραφή ιστοριών ασχολείται από τη στιγμή που κατάλαβε ότι η ζωή είναι σημαντική και η μνήμη πεπερασμένη. Όταν δεν φροντίζει τους ανθρώπους που αγαπάει τρέχει σε στάδια και φυτεύει γιούκες σε δημόσιους χώρους. Τις νύχτες, μέσα από τα όνειρα του, ζει μια δεύτερη ζωή.) 

(σκηνή από την ταινία του Federico Fellini La dolce vita, 1960)