Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Μια ολοζώντανη αφήγηση

(πώς η προσωπική ιστορία συμπλέει με την ιστορία του τόπου)



Πώς να κατατάξεις ειδολογικά ένα βιβλίο όπως τους «Διάττοντες» του Δημήτρη Μπούκουρα; Μυθιστόρημα, ούτε κατά διάνοια, τη στιγμή που ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει πως όλα είναι αληθινά, καταργώντας έτσι μια κι έξω τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα. Από την άλλη, αυτοβιογραφία. Ναι σίγουρα είναι. Αλλά ο Δημήτρης είχε τις αμφιβολίες του: «Και ποιος είμαι εγώ που καταθέτω στη μνήμη των άλλων τη ζωή μου;»
Έχω να πω ότι μακάρι να συναντούσαμε τόσο αυθεντική φωνή, τόση αλήθεια και σε πολλούς άλλους ‘σπουδαίους’ που φρόντισαν να μας κληροδοτήσουν την αναφορά στη ζωή τους.  Ας πούμε έτσι απλά πως είναι ένα πεζογράφημα, όμως είναι κάτι πολύ περισσότερο και σημαντικότερο από αυτό που δηλώνει η λέξη αυτή.
Εδώ συμβαίνει το εξής ενδιαφέρον: μέσα από την εξιστόρηση της προσωπικής του ιστορίας βλέπουμε και ακούμε τα γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας του τόπου. Μας μεταφέρει τον απόηχο των συνταρακτικών γεγονότων της εποχής, κυπριακή κρίση, δολοφονία του Λαμπράκη και του Πέτρουλα, ανένδοτο αγώνα, χούντα, μεταπολίτευση. Έτσι μοιάζει τα γεγονότα τα πολιτικά με τη συνακόλουθη διαμόρφωση του κοινωνικού πλαισίου να γράφουν πάνω στα σημαντικά δικά του προσωπικά βήματα, δίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια πλήρη εικόνα της εποχής. Σημαντικό αυτό το τελευταίο, καθόσον σε ανάλογα αυτοβιογραφικά αφηγήματα δεν δίνεται τόση προσοχή στην ιστορική διάσταση της δημόσια ζωής, που διαμορφώνει εν πολλοίς την προσωπική ζωή του γράφοντος. Εδώ είναι ξεκάθαρη η διαλεκτική σχέση των δύο αυτών παραμέτρων. Ο μικρόκοσμος του Δημήτρη Μπούκουρα ενταγμένος μέσα στην ιστορία της χώρας και στις πολιτικές αλλά και κοινωνικές αλλαγές, στις οποίες ο ίδιος μετέχει ως ζωντανός και δραστήριος πολίτης

Εδώ δύο αποσπάσματα του βιβλίου, που αναφέρονται στην αποστασία και κατόπιν στην κήρυξη της δικτατορίας.


[…]
Κεραυνός εν αιθρία! Ζούσαμε μια ήρεμη δημοσιογραφική ζωή, με τα οικονομικά μας, με τα αθλητικά μας, με τα καλλιτεχνικά μας, και τα πολιτικά σε σχετική ύφεση, και ξαφνικά βρεθήκαμε να στροβιλιζόμαστε μέσα στη δίνη της πολιτικής ανωμαλίας.
Η εφημερίδα μας, παραδοσιακά δημοκρατική, ξεκίνησε από τον ιδρυτή της Δημήτριο Λαμπράκη, βενιζελικό στο φρόνημα, με σαφείς αντιμοναρχικές τάσεις, και συνέχιζε να υποστηρίζει σθεναρά όποια κόμματα είχαν δημοκρατικές αρχές. Βέβαια και η ΕΡΕ δημοκρατικό κόμμα υποτίθεται ότι ήταν. Όμως το αντίθετο δήλωνε η όλη πολιτεία της, με τις διάφορες ραδιουργίες της και με την προσήλωσή της στο Παλάτι. Ένα Παλάτι που κάθε άλλο παρά δημοκρατικό ήταν, με τις τόσο απροκάλυπτα αντισυνταγματικές του παρεμβάσεις στην πολιτική ζωή.
Όλες αυτές οι ενέργειες της μοναρχίας πήγαζαν κατά βάθος από τον μπαμπούλα του κομμουνισμού. Οι μονάρχες φοβόντουσαν ότι, αν επικρατούσαν αριστερά φρονήματα και ιδέες, τότε τα πράγματα θα είχαν τέτοια εξέλιξη που θα οδηγούσε τη χώρα κατευθείαν στο Παραπέτασμα. Και τότε αντίο μοναρχία, αντίο εξουσία, αντίο μεγαλεία. Και πάντα στο βάθος του μυαλού τους είχαν και το τραγικό τέλος της τσαρικής οικογένειας μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων.
Τώρα πια είχε ανοίξει ο ασκός του Αιόλου. Τώρα, με τον λαό να ξεχύνεται στους δρόμους με συνθήματα που ήσαν πρωτοφανή, άκρως εκφοβιστικά και υβριστικά, όπως: «δεν σε θέλει ο λαός πάρ’ τη μάνα σου και μπρος», δεν αισθάνονταν καθόλου άνετα. Άρχισαν να σκέφτονται ακραίες λύσεις, όμως αυτές ήσαν ακόμα μακριά. Αυτό που επεδίωκε για την ώρα το Παλάτι ήταν να υπάρξει στη χώρα μια κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση με κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που υποταγμένη στα Ανάκτορα να κυβερνά σύμφωνα με τις επιταγές τους και «άσε τον παλιόγερο να φωνάζει».
Για τον Παπανδρέου οι δεξιές εφημερίδες, με προεξάρχουσα την «ΗΜΕΡΑ», επεφύλασσαν τα πιο ακραία επίθετα, τις πιο ακραίες υβριστικές φράσεις. Μου έρχονται τώρα στον νου μερικά: «Ο παράφρων γέρων των Πατρών», «Ο ολετήρας του Έθνους», «Ο παπατζής» και το χυδαίο «Ο εσχατόγηρος». Πιο σαφές υπονοούμενο απ’ αυτό δεν θα υπήρχε. Ο λαός όμως τον λάτρευε τον Γέρο. Είχε βιώσει ως τώρα όλες τις κοινωνικές ανισότητες, όλες τις κοινωνικές αδικίες, όλους τους αποκλεισμούς. Μα τώρα πια με τον Παπανδρέου έβλεπε κάποιο φως. Δεν ήταν μόνο τα οικονομικά. Εκεί τα πράγματα για τη χώρα μας ήταν στα κακά τους τα χάλια όπως πάντα. Τον πλούτο τον είχαν συγκεντρώσει οι λίγοι και η φτώχεια, ανεξάρτητα από τους ευνοϊκούς οικονομικούς δείκτες που κάθε τόσο εμφάνιζαν οι προηγούμενοι, μάστιζε τον λαό. Έλεγε χαρακτηριστικά ο Παπανδρέου: «Οι αριθμοί ευημερούν, οι άνθρωποι πάσχουν!» Σ’ αυτό το ευφυολόγημα οι εγκέφαλοι των αντιπάλων απαντούσαν με βλακώδη συνθήματα: «Αυτή η δραχμή είναι δική σου! Πρόσεξε μη στην πάρει ο Παπανδρέου»! (Το σύνθημα σε φέιγ βολάν, κάτω από μια φωτογραφία ενός κέρματος της μιας δραχμής.)  Εκεί που ο λαός έβλεπε κάποια διαφορά ήταν στις ελευθερίες. Οι πολίτες δεν ένιωθαν πια την καυτή ανάσα του αστυφύλακα πίσω από τον σβέρκο. Ο περιπτεράς σταμάτησε να διπλώνει στα δύο ακόμα και ΤΑ ΝΕΑ». Ή τέχνη άρχισε να διακινείται ελεύθερα, με τις συναυλίες του Θεοδωράκη σε κεντρικές αίθουσες, ενώ πριν με δυσκολία βρισκόταν στην επαρχία κάποιο καφενείο να τις φιλοξενήσει.
Η πρώτη κυβέρνηση των αποστατών με πρωθυπουργό τον Νόβα, τον «κατεψυγμένο πρωθυπουργό», όπως εύστοχα τον ονόμασε ο Παπανδρέου σαρκάζοντας την ευκολία με την οποίαν ανασύρθηκε ο νέος πρωθυπουργός από τον βασιλιά προκειμένου να πρωθυπουργοποιηθεί, παρουσιάστηκε στη Βουλή ζητώντας την εμπιστοσύνη του σώματος.
Η συζήτηση διεξήχθη σε φορτισμένο και βαρύ κλίμα, καθώς στις διαδηλώσεις εναντίον των αποστατών και του Παλατιού, εκτός των τραυματισμών, είχαμε ήδη και τον πρώτο νεκρό στη Σταδίου, δίπλα μας, τον φοιτητή Σωτήρη Πέτρουλα. Ο άτυχος νέος χτυπήθηκε θανάσιμα από βομβίδα δακρυγόνου. Πάνδημη η κηδεία του, εξελίχθηκε σε συλλαλητήριο εναντίον των Ανακτόρων :
«Λα-ο-κρα-τία και όχι βα-σι-λεία!»
Και όταν το παλληκάρι θάφτηκε, ο κόσμος ξέσπασε:
«Ο Σω-τή-ρης ζει!» (Μετά τον Λαμπράκη, ακόμα άλλος ένας ζωντανός νεκρός.)
Ένα βροντερό «όχι» ήταν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας που διεξήχθη στη Βουλή μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο. Οι βουλευτές φώναζαν και προπηλάκιζαν τους «αποστάτες», χτυπούσαν τα έδρανα με μανία, πετούσαν μελανοδοχεία και βρίζαν τους «προδότες». Αυτοί ανταπαντούσαν: «Βούλγαροι. Είσαστε Βούλγαροι, ρε!» για να πάρουν την πληρωμένη ανταπάντηση ότι είναι «γερμανοτσολιάδες». Παρά την αρνητική ψήφο βρέθηκαν 25 βουλευτές του Κέντρου να πουν το «ναι».
Την άλλη μέρα ο λαός κατέβηκε πιο δυναμικά στους δρόμους.
Κι εμείς τι κάναμε; Μα κατεβαίναμε κάτω, παρατηρούσαμε, καταγράφαμε, αρπάζαμε κάπου-κάπου και τις «ψιλές» μας και γυρίζαμε στα γραφεία με τα καρούμπαλα στο κεφάλι και τα σχετικά ρεπορτάζ στο χαρτί.
Κι ένα απόγευμα, μέσα στη διαδήλωση, εκεί στη γωνία Δραγατσανίου και Σταδίου στην πλατεία Κλαυθμώνος, πέφτω πάνω στον μπάρμπα μου τον Βασίλη. Είχε πια πολύ γεράσει. «Πώς από εδώ, παππού;» Τον αγκαλιάζω και τον φιλάω. Νιώθω τα μάγουλά του υγρά. «Κλαις, παππού; Κλαις;» «Ναι, Δημητράκη μου, κλαίω. Κλαίω, γιατί βλέπω τους νέους να αγωνίζονται και σκέφτομαι ότι δεν πήγαν χαμένοι οι δικοί μας αγώνες. Με τέτοια νεολαία δεν πρόκειται να χαθεί η Ελλάς.»
[…]
    Το πρωί της 21ης Απριλίου ξυπνήσαμε όχι με φιλιά, αλλά με εμβατήρια. Εμβατήρια που είχα να ακούσω από τη στρατιωτική μου θητεία. «Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν σαν τον λίβα…..», «Κι ο Έλλην ξεσπαθώνει….», τέτοια ωραία.
Μετά τις μουσικές ακολούθησε και η πρόζα:
«Κατόπιν της δημιουργηθείσης εκρύθμου καταστάσεως, ο στρατός ανέλαβεν την διακυβέρνησιν της χώρας.)
Και η ανακοίνωση συνέχιζε με τα αποφασίζουμε και τα διατάζουμε, με τις απαγορεύσεις των συναθροίσεων πέραν των τριών ατόμων (εσύ, η γυναίκα σου και το παιδί σου, άντε κι η πεθερά σου τέσσερις), τη διακοπή της κυκλοφορίας μετά τις 7, κ.λπ. κ.λπ. Τα τηλέφωνα κομμένα, οι συγκοινωνίες λειψές.


(αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό αφήγημα «Διάττοντες» του Δημήτρη Μπούκουρα, «μικρές εκδόσεις»)