Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Η μητέρα μου



Σκέφτομαι πως μέσα στα τόσα που έχω γράψει δεν θα μπορώ να βρω δυο λέξεις που να σου ανήκουν. Αδιαφορία για την περιώνυμη υστεροφημία; Μήπως απερισκεψία και λανθασμένος υπολογισμός του φθίνοντος χρόνου; Μπορεί απλώς αδυναμία έκφρασης του απόλυτου. Ετούτη η εκδοχή καλύτερα μου πάει, καθώς κυρίως με αποενοχοποιεί.

Σπάνια φαινόταν να σε απασχολεί κάτι πιο πέρα από τα καθημερινά. Ήταν νομίζω ο τρόπος σου να υπομένεις όλη την αναγκαστική συνύπαρξη με όσα διαρκώς σε ξεπερνούσαν. Με μια σοφία που δεν κατανοούσαμε, ανώριμοι εμείς. Οι φόβοι σου πια εξανεμισμένοι, απ’ τη στιγμή που πέρασες στην άλλη διάσταση που κυβερνάει τον νου μας. Οι φόβοι, οι δικοί μου, όλοι ακόμη εδώ. Μέρα τη μέρα θαρρώ τους βλέπω, μες στον καθρέφτη που κοιτάζω.

Και τώρα δα, που γράφω στο χαρτί αυτό το λίγο που σου αναλογεί γι’ απόψε, σαν να ξαστέρωσε επιτέλους η μορφή σου μέσα μου, και να μπορώ να σου μιλήσω χωρίς να νιώθω να με παρασύρει πια η ανάμνηση του πένθους. Θα ήθελα μόνο να σου πω να είσαι καλά. 

Κι αν πια δεν γίνεται η ευχή μου να σε φτάσει, μια που σε άλλους τόπους, δυσερμήνευτους κι απρόσιτους για μας, κινείσαι, ας είναι ετούτο μόνο αρκετό:  Ότι πολύ σ’ αγάπησα.

Νομίζω, ωστόσο, πως καλύτερα με λόγο μεταφορικό, κρυμμένο, θα ακούσεις τη φωνή μου. Κοιτάζω μια φωτογραφία σου παλιά, τότε που ακόμη άλλα ίχνη ακολουθούσες. Νομίζω πως εσύ καταλαβαίνεις. Αυτό το βλέμμα το αναγνωρίζω μέσα μου, σε κάθε λόγο και σε κάθε κίνησή μου. Σου έμοιασα στους πιο κρυφούς σου στοχασμούς, στις πιο βαθιές σου επιθυμίες. Ίσως το λεν δικαίωση.

Μονάχα θα ‘θελα να ακούς αυτή την ώρα. Γιατί, αλλιώς, ξανά θα πω πως μίλησα στον εαυτό μου. Αλλά και πάλι, σκέφτομαι, μήπως είναι το ίδιο.

Διώνη Δημητριάδου