Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

"μια προσπάθεια οικειοποίησης του άρρητου και αφανούς"

ή αλλιώς 
ένα δοκίμιο με λογοτεχνική αμφίεση





[...]

(από το ημερολόγιο του Ευγένιου)

17 Μαΐου, εδώ που είμαι πάντα 

Η βυζαντινή τεχνοτροπία στην εικόνα έδωσε τελικά αυτή την εσωτερικότητα που όλες οι άλλες απόπειρες όλων των αιώνων δεν κατόρθωσαν ούτε καν να πλησιάσουν. Σίγουρες, βέβαιες για το ηθικό τους βάρος γραμμές. Μετωπική παράσταση χωρίς ίχνος προοπτικής. Χρώματα με σαφή τα όριά τους, χωρίς προσμείξεις και προεκτάσεις στον καμβά. Μια ισχυρή επιθυμία να αποδοθεί το «μέσα φως» χωρίς συμμετοχή του περιβάλλοντος χώρου με αμετάκλητες αποστάσεις από τα γήινα. Κι όμως, με μια αίσθηση του απτού και του προσεγγίσιμου να σε διακατέχει, όταν τις αντικρίζεις. Να θέλεις να ξεπεράσεις τον φόβο του άγνωστου, να πλησιάσεις την ιερή μορφή που ήδη πλανάται σε άλλους «χώρους», να την ακολουθήσεις, κι ας ξέρεις πως αυτό δεν γίνεται, όσο είσαι εν ζωή και εν αμαρτία. Πώς γίνεται το επίπεδο και χωρίς το παραμικρό βάθος σχεδίασμα της μορφής να αποκτά αίφνης διαστάσεις και προοπτική που χάνεται στα βάθη της ψυχής σου; Οι εικόνες αυτές αισθητοποιούνται και αποκτούν υπόσταση όχι τόσο ως ζωγραφικά δημιουργήματα αλλά περισσότερο ως αποθέματα που τα κουβαλάς μέσα σου. Εσύ «εσωτερικεύεις» την ουσία των παραστάσεων. Κάτι σαν ιδιότυπη επικοινωνία του ζωγράφου-αγιογράφου με τον αποδέκτη του έργου του. Γι’ αυτό και η διαχρονικότητα της ιερότητάς τους, απείρως ισχυρότερη της διαχρονικής τους καλλιτεχνικής αξίας.
Παρασύρθηκα με τον στοχασμό μου κοιτάζοντας την εικόνα του Ταξιάρχη, του Άρχοντα Μιχαήλ. Από τις πιο παράξενες παραστάσεις της αγιογραφίας μας. Τεράστιος, μεγαλοπρεπής, στηριγμένος σε δυο πόδια, που έτοιμα είναι να προχωρήσουν (μια ιερή μορφή σε κίνηση), με τη στρατιωτική του στολή, το σπαθί του υψωμένο, ετοιμοπόλεμος οδηγός ταγμάτων αγγέλων. Τρομαχτικός! Κρατά στο χέρι του την άβουλη πια ψυχή που μόλις τράβηξε από τον άνθρωπο που κείτεται στα πόδια του. Το θύμα και ο θύτης. Αυτός ο εκφραστής του πιο δυνατού μα και κρυφού ανθρώπινου φόβου. Αυτός ο ίδιος ο θάνατος!
Κι όμως! Ο προστάτης των ανθρώπων, το καταφύγιο της απόγνωσης, ο «δικός μας άγιος», ο προορισμός της προσευχής του μικρού και αδύναμου ανθρώπου, όταν νιώθει πιο μικρό ακόμη το δέμας του και πιο ανίσχυρη την ψυχή του μπροστά στο κακό που θα συμβεί. Ο «Μιχάλης» του απλού ανθρώπου, που σ’ αυτόν απευθύνει τον ταπεινό του λόγο, σ’ αυτόν τον Μεγάλο Άρχοντα του κόσμου ετούτου και του άλλου. Η «γέφυρα» ανάμεσά τους, ο τρόπος να περάσεις απέναντι, να δεις τα πέραν του αισθητού.
Σκέφτομαι τι άραγε να είναι αυτό που μας συγκινεί τόσο σ’ αυτή τη μορφή που άνθρωπος ποτέ δεν ήταν και τίποτε κοινό ποτέ δεν έσμιξε τους δρόμους τους, σ’ αυτόν που μόνο τρόμο προξενεί ως συμβολιστική στη θεολογία. Μήπως δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσπάθεια οικειοποίησης του άρρητου και αφανούς, μια τάχα προσέγγιση του αδύνατου, του σκοτεινού και ανοίκειου μέσω μιας μορφής που ιδωμένη τώρα κάτω από αυτό το πρίσμα εμπνέει δύναμη, κουράγιο και ελπίδα προσπέλασης του άγνωστου δρόμου; Ή ίσως μια απόπειρα αποδαιμονοποίησης του ισχυρού δαίμονα;
Η όλη σύλληψη του εξωανθρώπινου από τον άνθρωπο μέσα στους αιώνες, η προσπάθειά του να δώσει λόγο, λογική εξήγηση, σε όλο αυτό το άφατο που τον φόβιζε, τον γέμιζε δέος, είναι που δημιούργησε την ανάγκη μορφοποίησης του ασύλληπτου σε φόρμα κατανοητή, στα μέτρα του αναστήματος του μέσου ανθρώπου. Και να που γεννήθηκαν οι θρησκείες, δίνοντας, έτσι, πρόσωπο, όνομα και ταυτότητα στον αρχέγονο τρόμο. Τον είπαν θεό, του δώσαν τα χαρακτηριστικά που ταίριαζαν κάθε φορά στον άνθρωπο εμπνευστή. Πάντα είχα την εντύπωση ότι, αν όντως υπάρχει κάτι, κάποιος (δύσκολα ξεφεύγει κανείς από τη δεδομένη τυποποίηση που υπαγορεύει η γλώσσα), τότε θα πρέπει να διασκεδάζει απίστευτα με την πολυμορφία που γεννά η φαντασία του απελπισμένου ανθρώπου στον αγώνα του για τη σωτηρία της ψυχής του.
Αν θεωρήσουμε ότι η θρησκεία είναι ένα καταφύγιο ψυχής, ένα σπίτι κατά κάποιον τρόπο, μέσα στο οποίο μπαίνουμε για να βρούμε τη γαλήνη, την ησυχία του πνεύματός μας, ταυτόχρονα ένα μέρος από το οποίο μπορούμε να ατενίσουμε την αλήθεια του εαυτού μας και του κόσμου που μας περιβάλλει, τότε το δόγμα είναι τα σφαλιστά του παράθυρα, είναι η κλειδωμένη και καρφωμένη του πόρτα. Δεν μπορείς από μόνος να δεις τίποτε! Βλέπεις μέσα από τα μάτια των ειδημόνων, που ξέρουν και καθοδηγούν. Αυτοί σου λεν τι βρίσκεται έξω από το καταφύγιό σου, σου δείχνουν ποιος είναι ο ρόλος σου, που υπαγορεύεται, όπως είναι φυσικό, από τη θέση που εκείνοι σου έχουν προσδιορίσει. Χωρίς αυτούς είσαι χαμένος στο σκοτάδι, χωρίς δυνατότητα και γνώση καμία. Με αυτούς, πάλι, είσαι διπλά χαμένος.
Ο ιδιαίτερος άνθρωπος, ο από τη φύση του περίεργος και ερευνητής, είναι καταδικασμένος να είναι απόλυτα ελεύθερος, αφημένος στην τύχη του χωρίς δεσμά αλλά και χωρίς κατευθυντήρια οδό. Πού να πάει; Τι να θεωρήσει ηθικό, σωστό; Μόνος του θα το καθορίσει επισείοντας αναπόφευκτα την οργή των άλλων, οι οποίοι βαδίζουν στα σίγουρα μονοπάτια που τους υποδεικνύονται, το οριοθετημένα. Αυτός αντιθέτως θα βρεθεί έξω από ποικίλα δόγματα (πολιτικά ή θρησκευτικά δεν έχει σημασία η διάκρισή τους, καθόσον χαρακτηρίζονται όλα από μα ανατριχιαστική ομοιότητα) και θα προσπαθήσει να βρει τη δικαίωσή του, από ποιον αλήθεια; Θα προσθέσω εδώ ένα απόσπασμα από κάποιες σκέψεις μου παλαιότερες, που δημοσιεύτηκαν σε μορφή δοκιμίου. Νομίζω ταιριάζουν με αυτά που τώρα σκέπτομαι.

«…Ποιος, αλήθεια, μπορεί καθαρά και ξάστερα να προσδιορίσει τα όρια του επιλήψιμου χωρίς, φυσικά, να συμβουλευθεί το ισχύον κάθε φορά δίκαιο; Εννοώ, πώς γίνεται να καθορίσει τη δυναμική της άποψης που διαμορφώνουν οι άλλοι για μας και τις πράξεις μας; Και είναι ιδιαιτέρως ισχυρή αλλά και εξόχως στερεοτυπική η γνώμη αυτή, τόσο ώστε να την αποζητάμε πίσω από τα βήματά μας και τις επιλογές μας, κάτι σαν επιβεβαίωση ότι καλώς βαίνουν τα πράγματα, ότι είμαστε κι εμείς εδώ μαζί με όλους ή ότι δεν θα διακινδυνεύσουμε να διαβούμε στην αντίπερα όχθη, μόνοι και αποδιοπομπαίοι. Αρκεί να αποδεχθούμε την προδιαγεγραμμένη πορεία, τα σίγουρα πατήματα, που φαίνεται να συνάδουν με τους κανόνες που οδηγούν σε μια κοινωνία τάξης (θείας και ανθρώπινης).
 Φαίνεται απλό, και ίσως να είναι, για όποιον δεν θέλει να πάει πιο κει. Το πιο κει και το πιο πέρα κρύβει κίνδυνο για τους περισσότερους, γοητεία για κάποιους, και οδύνη απέραντη για αυτούς τους λίγους επίλεκτους της ζωής, αυτούς που ονειροβατούν κι αλλού πατούν. Δύσκολο να τους νιώσεις, πιο περίπλοκο ακόμη να ταχθείς μαζί τους. Παράλογη η πορεία τους, ή έτσι φαίνεται να είναι. Ρωτούν, διαρκώς ρωτούν και απόκριση καμιά. Θέλουν να τους εξηγηθούν τα πάντα, αλλά κανείς δεν μπαίνει στον κόπο -από τις αόρατες δυνάμεις- να τους απαντήσει. Σιγή. Δεν είναι παράλογο που θέλουν μια εξήγηση (αυτή τάχα δεν είναι η φύση του νοήμονος όντος;) για όλα γύρω τους. Δεν είναι, όμως, και παράλογη η σιωπή του κόσμου. Γιατί, τάχα, θα έπρεπε να νοιαστεί να απαντήσει το ερωτώμενον θείον; Η λογική του πεπερασμένου ανθρώπου δεν μπορεί να καλύψει τα πάντα από τα υπάρχοντα, πόσο μάλλον από τα μη διαφαινόμενα καθαρά στον νου του. Δυστυχώς παράλογη είναι η συνύπαρξη των δύο : του ερωτώντος και του ερωτωμένου. Και ως προς τον ερωτώμενον, δεν μπορούμε (αλλά και δεν μας πέφτει και λόγος) να ξέρουμε τι θα ακολουθήσει αυτή τη σιωπή. Ως προς το άλλο σκέλος του παράδοξου και παράλογου “διαλόγου”, δεν μένει παρά να περιμένουμε να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα, όπως έλεγε ένας σπουδαίος διανοητής -είχα την τύχη να τον έχω δάσκαλο- πριν από πολλά χρόνια, κι εγώ τον άκουγα προβληματισμένος (δηλαδή, δεν έχει άλλη επιλογή;).
Μου έρχεται τώρα στον νου η σκέψη του Άγγελου Σικελιανού, εκφρασμένη στο ποίημά του


«Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα».
Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι
Κι όπως κυλά από τ’άδυτα του αδύτου
των ουρανών μες στη νυχτιά έν’ αστέρι,
ή ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απ’τα στήθη πέταξε η πνοή του.

Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε
Γιατί μονάχα εκείνοι π’αγαπάνε
τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία
μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ,
που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!


 Ποιος να θεωρήσει επιλήψιμο ένα τέτοιο θάνατο;
Ζωή και θάνατος ένα, ή αλλιώς: «η μόνη μέθοδος είναι ο θάνατος». Μια φυσική συνέχεια ή μια φυσική διακοπή του παράλογου διαλόγου. Ποιος να τον κρίνει; Άνθρωπος κανείς. Αδυνατεί να φτάσει το μέγεθος της πράξης. Δεν έχει σημασία πια το πλαίσιο του επιλήψιμου, όπως δεν νοιάζεται και κανείς να βάλει τα όρια του αποδεκτού. Πώς να τοποθετηθείς με τη λογική (αυτή δεν θέτει τους κανόνες;) απέναντι στην πράξη της υπέρβασής της;
 Ίσως, τότε, να κριθεί από ανώτερες δυνάμεις, θα προφτάσει ευφυώς να πει κανείς. Ας μην προχωρήσουμε σε θεολογικά χωράφια. Όμως ο ποιητής μάς δείχνει ένα θεό να σηκώνει τα χέρια μπροστά σε τέτοια επιλογή. Αυτή είναι η θεία αταραξία. Το ξεχωριστό αυτό ον δεν το αγγίζει μήτε η ανθρώπινη κρίση (ανεπίληπτη η πράξη) μήτε η εξωανθρώπινη. Το θείον ατάραχον…»

Πάνε τώρα μερικά χρόνια που τα έγραφα αυτά, κάτω από άλλες συνθήκες σίγουρα. Ήταν περισσότερο μια εγκεφαλική προσέγγιση του θέματος, που έκρυβε ωστόσο κάτω από την ψυχρότητα του λόγου κάποιες αλήθειες. Η αναζήτηση του θεού μας ως κριτή των πράξεών μας, ως σιωπηλού αποδέκτη των επιλογών μας παραμένει θέμα ανοικτό στη συνείδησή μου. Ακόμα και τώρα που ο χρόνος στενεύει τον ορίζοντά του μπροστά μου, δεν είμαι σίγουρος για την ορθότητα της σκέψης μου. Αυτό κάτω από άλλες συνθήκες μπορεί και να με χαροποιούσε, μια και ποτέ δεν ήθελα τη  τυποποίηση των ιδεών μου. Πίστευα, και ακόμη νομίζω το πιστεύω, ότι ο νους πρέπει να αποδεικνύει την ενάργειά του με την υιοθέτηση της αλλαγής ως ιδανικής κατεύθυνσης. Η ευθεία μπορεί να είναι η συντομοτέρα πάσης άλλης και τα λοιπά αλλά σίγουρα δεν είναι και η καλλίστη οδός. Η στροφή, η αναθεώρηση, η άλλη λογική πάντα με κέντριζε, με ωθούσε να ερευνήσω το πιθανό λάθος της δικής μου ως τότε ακλόνητης αλήθειας.
Τώρα δεν μπορώ πια να χαρώ μπροστά στην προοπτική μιας τέτοιας θεωρίας. Δεν έχει πια νόημα η όποια έρευνα και η όποια επιβεβαίωση ή όχι των απόψεών μου. Έχω πια την αίσθηση, αν όχι τη βεβαιότητα, ότι είμαι μόνος σ’ αυτή την επιλογή, και δεν έχει την παραμικρή σημασία η αποδοχή μου από τους άλλους.
Νυχτώθηκα πάλι μιλώντας (σε ποιον άραγε;) για πράγματα που ίσως φαίνονται ασύνδετα με πρώτη ματιά αλλά με ύστερη σκέψη δένουν όλα μεταξύ τους. Τουλάχιστον στη δική μου συνείδηση αποκτούν διάσταση λογική. Ιδίως μέσα σε στενά χρονικά όρια.
Σταματώ για τώρα εδώ.
[...]

Διώνη Δημητριάδου
(απόσπασμα από τη νουβέλα «Ο χώρος ανάμεσα», εκδόσεις Νοών, 2013)

(εικόνα:Ταξιάρχης Μιχαήλ, τέλη 16ου αιώνα)