Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

για τον Κορνήλιο Καστοριάδη «Είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας» Τέτα Παπαδοπούλου Συνεντεύξεις – Μεταφράσεις – Επιμέλεια εκδόσεις Κριτική η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr http://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/9104-kastoriadis-kritiki


για τον Κορνήλιο Καστοριάδη

«Είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας»

Τέτα Παπαδοπούλου

Συνεντεύξεις – Μεταφράσεις – Επιμέλεια

εκδόσεις Κριτική
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr http://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/9104-kastoriadis-kritiki




η ατομική και η συλλογική αυτονομία

Αν θέλαμε να συνοψίσουμε τη σκέψη του μεγάλου αυτού διανοητή του 20ου αιώνα, θα αρκούσαν ίσως οι όροι ατομική και συλλογική αυτονομία, γιατί μέσα στο νοηματικό τους εύρος εμπεριέχεται η θεμελιακή έννοια της αυτόνομης και αυθύπαρκτης υπόστασης, αρχικά στο ατομικό επίπεδο, που οριοθετεί τον σκεπτόμενο άνθρωπο από την παγίδα του ετεροπροσδιορισμού, και συνακόλουθα στο πεδίο της κοινωνικής συνύπαρξης, εκεί που δοκιμάζεται η αντοχή και η ανοχή των προσωπικών αξιών και δρομολογούνται ουσιώδεις αλλαγές ή και ανατροπές. Μαζί οι δύο όροι περιγράφουν το άτομο ως απόλυτο οδηγό του εαυτού του αλλά και ως υποκείμενο/συμμέτοχο των ιστορικών εξελίξεων. Παράλληλα ερμηνεύουν τη θέση του Καστοριάδη: «Είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας».

Η θέση αυτή τιτλοφορεί και το βιβλίο που κυκλοφόρησε στη συμπλήρωση των είκοσι χρόνων από τον θάνατο του Καστοριάδη, και αποτελεί αναθεωρημένη έκδοση από την «Κριτική» (πρώτη έκδοση το 2000: Του Κορνήλιου Καστοριάδη: «Είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας», εκδόσεις Πόλις). Η δημοσιογράφος Τέτα Παπαδοπούλου
εξηγεί στο προλογικό της σημείωμα τους δύο λόγους της επανέκδοσης. Όχι μόνον η επετειακή συγκυρία αλλά (κυρίως) η επιβεβαίωση του προφητικού (όπως αποδείχθηκε) λόγου του Καστοριάδη ως προς την πορεία του δυτικοευρωπαϊκού κόσμου αλλά και την κρίση της ελληνικής κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα, επιβάλλει μια δεύτερη ανάγνωση της σκέψης του. Η έκδοση περιλαμβάνει τρεις συνεντεύξεις που παραχώρησε στην Τέτα Παπαδοπούλου ο Κορνήλιος Καστοριάδης (1994, 1984, 1987), πέντε κείμενα από ομιλίες του σε Γαλλία, Πράγα, Ελλάδα, καθώς και ένα πολύ ενδιαφέρον μέρος, στο οποίο μιλούν γι’ αυτόν οι: Τζόελ Γουάιτμπουκ, Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, Εντγκάρ Μορέν, Άνταμ Μίχνικ,  Πιερ Βιντάλ-Νακέ, Λάκης Προγκίδης, Άκι Ορρ, Γεράσιμος Στεφανάτος,  Οκτάβιο Πας (αυτό το τελευταίο κείμενο είναι μια συζήτηση του Πας με τον Καστοριάδη).

Παρακολουθώντας τη σκέψη του Καστοριάδη επί πολλά χρόνια της ευδόκιμης παρουσίας του στον φιλοσοφικό κυρίως χώρο, μελετώντας τα βιβλία του, τις συνεντεύξεις του, διδάσκοντας ακόμα (εν πολλοίς με δική μου πρωτοβουλία και φυσικά συνειδητά αυθαιρέτως) τους μαθητές μου και μυώντας τους στον πρωτοπόρο λόγο του, είδα με συγκίνηση τη νέα έκδοση, την επαναφορά του στο προσκήνιο.

Γράφει ο Πολωνός πολιτικός και δημοσιογράφος Άνταμ Μίχνικ στο δικό του κείμενο – αναφορά στον Καστοριάδη, το 1998, στο ειδικό αφιέρωμα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία:

Τον Καστοριάδη τον ενδιέφερε ο συγκεκριμένος άνθρωπος, αυτός που υφίσταται την καταπίεση, αυτός που βασανίζεται. Τον ενδιέφερε η συγκεκριμένη εξαθλίωση, ο συγκεκριμένος φόβος, ο συγκεκριμένος φυλακισμένος. Ως προς αυτό διέφερε από πολλούς διανοούμενους που σκέπτονταν μόνον με αφηρημένες έννοιες, όπως ανθρωπότητα ή εργατική τάξη. Ο Καστοριάδης έβλεπε τον άνθρωπο που υποφέρει και όχι την ανθρωπότητα εν ονόματι της οποίας επιτρέπεται οι άνθρωποι να κάνουν τους άλλους ανθρώπους να υποφέρουν. Ο Καστοριάδης έβλεπε τον κόσμο πάντα από την πλευρά των καταπιεσμένων. Στεκόταν, όπως αρμόζει σ’ έναν εξεγερμένο αντιφρονούντα, στην πλευρά των κοινωνικά αποκλεισμένων. (σελ. 146-147)

Εύστοχη η διάκριση εδώ του Καστοριάδη από τους πολλούς ομοϊδεάτες αριστερούς διανοούμενους, με το στοιχείο το οποίο τον ξεχώριζε πάντοτε. Η εξύψωση του ατόμου, η επικέντρωση στην ατομική περίπτωση και η ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας και μέσω της μονάδας, δηλαδή του υποκειμένου της ιστορίας.  Δεν έπεφτε παράλληλα στην παγίδα της αποκλειστικά και μόνο θεωρητικής ανάλυσης, η οποία ίσως προσφέρει ένα ενδιαφέρον μοντέλο σκέψης, ωστόσο δοκιμάζεται οικτρά στην πράξη και αποδεικνύεται αναποτελεσματική (αν όχι και επιρρεπής στην πλήρη -σε εφαρμογή- αναθεώρησή της), όπως φάνηκε στην πορεία της ιστορίας. Φυσικά να επισημανθεί εδώ ότι ο Καστοριάδης σε πολύ πρώιμη εποχή είχε προβλέψει την κατάρρευση του σαθρού ιδεολογικού υπόβαθρου στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ως απολύτως ανεφάρμοστου στην πράξη.


Σε μια σημαδιακή εποχή για την Ελλάδα, καθοριστική για την πορεία της στο μέλλον – αν και εφόσον δεχθούμε ότι υπάρχει τέτοια προοπτική και δεν ανάγεται το όλον στη σφαίρα του φαντασιακού, όπως θα έλεγε και ο ίδιος ο Καστοριάδης, ξαναδιαβάζουμε τις θέσεις του για τα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας και τη δυσπραγία της χώρας μας να συμπορευθεί ομαλά με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό.

Η ταυτόχρονη αναφορά στην Αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο -με τον γνωστό αποστεωμένο τρόπο- είναι η ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό. Αυτή η αναφορά εκφράζει τον συνδυασμό ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης αστήρικτης αυθάδειας. (σελ. 111)

Αιρετική για πολλούς η σκέψη του Καστοριάδη ανατρέπει ή θέτει σε δοκιμασία ιστορικές παραποιήσεις ιδιαίτερα προσφιλείς στην εγχώρια μυθολογία. Παράλληλα, σε πρώιμη πάλι εποχή, μιλά για την υπόθεση της Μακεδονίας που ακόμη ταλανίζει και δοκιμάζει την πολιτική και διπλωματική σκηνή συχνά οδηγώντας σε αδιέξοδο:

Η ελληνική πλευρά θα έπρεπε, από την αρχή, να πει ότι θα αναγνωρίσει το νέο κράτος εφόσον: πρώτον, προστεθεί ένας επιθετικός προσδιορισμός στο όνομά του· δεύτερον, αναγνωριστεί ρητά και με διεθνή εγγύηση το απαραβίαστο των σημερινών συνόρων· τρίτον, να αφαιρεθεί το σύμβολο της Βεργίνας από τη σημαία του. (σελ. 36)

Η επικαιρότητα αλλά και η ευστοχία και ενάργεια της σκέψης του δεν χρειάζονται ιδιαίτερο σχολιασμό. Είμαστε ένας λαός ηρώων, που ταυτοχρόνως είναι φτωχό και ανήμπορο θύμα. (σελ. 196)

Πολύ πιο κοντά ο ίδιος στον Αριστοτέλη, ακολουθεί τη δική του εμπειρική και αποδεικτική μέθοδο προκειμένου να διατυπώσει τις θέσεις του, απομακρυνόμενος από τον πλατωνικό ιδεαλισμό και το πολιτικό και φιλοσοφικό φαντασιακό που εμπεριέχεται στους πλατωνικούς Διαλόγους, προχωρώντας ωστόσο ακόμη περισσότερο ως διανοητής εντοπίζοντας την ατελή και μερική αποδεικτική ισχύ της σχέσης αιτίας-αποτελέσματος. Μια έτσι κι αλλιώς επιφανειακή και οριζόντια αποδεικτική πορεία, που έχει ανάγκη την εμβάθυνση στη βαθύτερη λογική των αιτίων μέσω της αιτιολόγησης, προκειμένου να ολοκληρωθεί το μοντέλο της απόδειξης.

Τα φαινόμενα τα οποία παρατηρούμε μπροστά μας προσπαθούμε να τα ερμηνεύσουμε μέσα από τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Αυτές οι ερμηνείες είναι ασφαλώς πολύτιμες, αλλά είναι πάντα μερικές. Γιατί; Διότι έχουν σημασία μόνον στις περιπτώσεις όπου τα φαινόμενα επαναλαμβάνονται (οι ίδιες αιτίες δίνουν τα ίδια αποτελέσματα), αλλά δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάδυση νέων μορφών. (σελ. 67)

Η σημαντικότερη, όμως, προσφορά της σκέψης του Καστοριάδη, που έρχεται στο προσκήνιο πάλι μέσω αυτής της επανέκδοσης, βρίσκεται κατά τη γνώμη μου στην ανάλυση της έννοιας της αυτονομίας, ως θεωρίας και  ως όρου που συχνά (από άγνοια ή σκοπίμως) παραποιείται.  Αναθεωρώντας τον εμβληματικό όρο (από τον τίτλο του περιοδικού) Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα σε Αυτονομία ή Βαρβαρότητα, γιατί ο όρος αυτός [Σοσιαλισμός] έχει ανεπανόρθωτα εκπορνευτεί από τους κομμουνιστές, τους σοσιαλιστές, τους σοσιαλδημοκράτες κ.α. (σελ. 25), ξεκαθαρίζει:

Η λέξη αυτονομία, όπως όλες οι άλλες λέξεις και ιδέες της εποχής μας, έχει εκπορνευτεί. Αυτό συνέβη από το 1975-76, όταν διάφορες αυτοονομαζόμενες αυτόνομες ομάδες άρχισαν να κάνουν οτιδήποτε λέγοντας «είμαστε αυτόνομοι». Ξέρετε, στη λέξη αυτονομία υπάρχουν δύο ρίζες, αυτός (εγώ, ο ίδιος) και νόμος. Όμως οι περισσότεροι άνθρωποι σκέπτονται τη ρίζα αυτός και ξεχνούν τη ρίζα νόμος. […] Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική και συλλογική ζωή χωρίς οργάνωση και χωρίς ένα minimum κοινωνικών κανόνων. […] Η αυτόνομη κοινωνία  -όπως την εννοώ- είναι μια κοινωνία που ξέρει πολύ καλά ότι δεν υπάρχει υπερβατικότητα, ότι δεν υπάρχει υπερβατική πηγή των θεσμών και των νόμων, ότι δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή. […] Είναι μια κοινωνία που ξέρει ότι η ίδια φτιάχνει τους θεσμούς και τους νόμους της. (σελ. 49-50)

Μέσα από τα κείμενα του βιβλίου, από τον προσωπικό λόγο του Καστοριάδη (2ο και 3ο μέρος, Λόγος άμεσος και Λόγος ίδιος,  και Επίμετρο) γίνεται εμφανής και μια ακόμη αρετή του σημαντικού διανοητή· μπορεί να γίνεται απολύτως κατανοητός στις θέσεις του, κι ας είναι πολυδαίδαλα τα μονοπάτια της, κι ας είναι εξαιρετικά βαθύ το νοηματικό τους υπόβαθρο, ακριβώς γιατί κατέχει την απλή αλήθεια: ο σαφής και απλός (όχι απλοϊκός) λόγος αποβαίνει πιο αποτελεσματικός του σοβαροφανούς (και κενού νοήματος συχνά), που παλεύει να εδραιωθεί με προσχηματικά τεχνάσματα, ρητορικά και άλλα. Και τούτο είναι ένα από τα σημαντικότερα χαρίσματα του αληθινά εμπνευσμένου διανοητή, που αγωνιά η σκέψη του να φτάσει στο ευρύ κοινό. Πώς αλλιώς να επιτευχθεί η συλλογική αυτονομία που προϋποθέτει την ατομική, και αυτή με τη σειρά της απαιτεί τη γνώση και  την κατανόηση;

Καλώς έπραξαν οι εκδόσεις Κριτική και επανέφεραν στον ανοιχτό διάλογο τις απόψεις του Κορνήλιου Καστοριάδη, σ’ αυτήν την προσεγμένη, αναθεωρημένη μορφή. Όσο ακόμη καλά κρατεί η εναργής σκέψη σ’ αυτόν τον τόπο, είναι όαση μια τέτοια έκδοση.



Διώνη Δημητριάδου