Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Μελισσόχορτο του Γιάννη Ζαρκάδη εκδόσεις Μελάνι η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/melissoxorto/


Μελισσόχορτο

του Γιάννη Ζαρκάδη

εκδόσεις Μελάνι
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/melissoxorto/




ένα ιαματικό μελισσόχορτο

Πάντοτε διάβαζα ποίηση, την αναζητούσα στα ράφια των πιο ενημερωμένων βιβλιοπωλείων, χαιρόμουν όταν έβρισκα κάτι που να κάνει τη διαφορά μέσα στις αρκετές (παλαιότερα) ευπρόσωπες και ειλικρινείς ποιητικές καταθέσεις.  Σήμερα πιο συχνά έρχονται και με βρίσκουν οι ποιητικές συλλογές - τα καλά της δουλειάς, όπως λέει χαρακτηριστικά καλός φίλος και ομότεχνος. Εντυπωσιακός ο αριθμός των ποιητικών εκδόσεων, αν σκεφθεί κανείς  ότι το αναγνωστικό κοινό του εν μέτρω λόγου δεν είναι (και ούτε ποτέ ήταν) πολυπληθές. Χρησιμοποίησα συνειδητά τη φράση εν μέτρω, γιατί ο ποιητικός λόγος εμπεριέχει την  αίσθηση (ή καμιά φορά και τη μορφή) τη μετρική, ως ρυθμό τουλάχιστον. Κι όμως δεν συναντάμε συχνά αυτή την απαραίτητη συνθήκη, προκειμένου να νοηθεί ποιητικός λόγος. Φυσικά πληθαίνουν οι απόπειρες -με άλλες ίσως προδιαγραφές (προσωπικές οι περισσότερες)- να ακουστεί μια νέα εκφορά του λόγου, που εκπλήσσει ή εντυπωσιάζει στην καλύτερη εκδοχή. Η ποίηση -θα πει ενδεχομένως κάποιος- τραβάει τον δρόμο της και κανείς ίσως δεν έχει το δικαίωμα να προδιαγράψει την πορεία της, επομένως οι ποικίλοι πειραματισμοί θα κριθούν στον χρόνο τους.

Η εισαγωγή αυτή είναι μια σύντομη κριτική κατάθεση, για το σημείο στο οποίο βρίσκεται σήμερα η ποιητική πρόταση εκ μέρους των πολυπληθών εκπροσώπων της. Τη θεώρησα απαραίτητη για να προχωρήσω σε κάποιες σκέψεις σχετικά με την ποιητική συλλογή του Γιάννη Ζαρκάδη «Μελισσόχορτο». Ο λόγος του Ζαρκάδη πατάει πάνω σε παλαιούς δρόμους, δοκιμασμένους (καθόλου ωστόσο φθαρμένους), και ταυτόχρονα τους ανανεώνει με την ιδιαίτερη γραφή του. Δεν τη συναντάμε συχνά αυτή τη μείξη, και στην ουσία είναι το χαρακτηριστικό που την ξεχωρίζει αυτή την ποίηση μέσα στο πλήθος. Παραθέτω εδώ το τελευταίο ποίημα της συλλογής («Ονείρατα»):

Να ρίχνει χιόνι, πολύ χιόνι.

Να με σκεπάζουν οι φλοκάτες του

και να κοιμάμαι.

Να γυρίζω πλευρό

μια στον απάνω

και μια στον κάτω κόσμο να ’μαι.

Μια νύχτα να κοιμάμαι, ολόλευκη.

Να μου χτυπάνε το πρωί

τα πετεινά τ’ ουρανού

να με ξυπνάν

να τους ανοίξω τα σχολειά

να τα διαβάσω.

Κι εγώ, να μην ξεχωρίζω

τι θέλανε να πουν

τα ιερογλυφικά

που γράφανε όλη τη νύχτα

στα πινακίδια του χιονιού

τα περπατήματά τους.



Δεν είναι μόνον που δένουν μέσα στον ίδιο ποιητικό στοχασμό οι δυο όψεις του κόσμου. Αυτό το έχουμε ξαναδεί και σε πολλές διαφορετικές ποιητικές εικόνες. Είναι που όλο το σκηνικό μάς μεταφέρει σε ένα τοπίο ξεχασμένο, που ακόμα έχει την ανάγκη των ιερογλυφικών που χαράζουν τα περπατήματα των πετεινών. Τα δικά τους γράμματα, στα δικά τους σχολειά. Αλλά ταυτόχρονα, στη  μορφή του το ποίημα φέρνει μια νέα ανάσα γραφής, κι ας κρατάει τον ρυθμό τον παλαιό. Έτσι πορεύεται ο λόγος του Γιάννη Ζαρκάδη, με την επιθυμία να μας θυμίσει τον τρόπο που κάποτε γραφόταν η ποίηση αλλά και να δηλώσει πως είναι μια γραφή σημερινή, ικανή να συγκινήσει τον σύγχρονο αναγνώστη. Δείτε πώς στο έξοχο «Δεν θα τον αφήσω μόνο του» όχι μόνο παραδέχεται το υλικό τέλος της ζωής ως αναγκαία συνθήκη αλλά προσεγγίζει τον θάνατο συμπαθητικά, σχεδόν αγαπητικά, με μια απόλυτη κατανόηση της δικής του πλέον απομόνωσης (είναι και ο θάνατος απελπιστικά μόνος;), παρηγορώντας τον και κανακεύοντάς τον.



[…]

Θα του πιάνω το χέρι

θα του κουβεντιάζω

θα του περπατάω

και τον χειμώνα θα του χιονίζω

θα του ρίχνω πολύ χιόνι.

Θα του τραγουδάω

θα του δακρύζω

θα του ονειρεύομαι.

Θα του αγαπάω.



Κι εκεί που λες ότι μοιάζει σαν να ανοίχτηκε παλιό σεντούκι και βγήκε από μέσα ο λόγος της παράδοσης με τα τραγούδια, τα παραμύθια και τους θρύλους (γιατί έτσι τον νιώθανε τον χάροντα, ίδιο αδελφό) έρχεται ο σύγχρονος στίχος (στο ποίημα «Θα ξανάρθουν») να δώσει μήνυμα ελπίδας (αν αυτό δηλώνει η αλλαγή του σκηνικού) στον σημερινό δοκιμαζόμενο άνθρωπο. Ακόμα και ο κίνδυνος υφέρπει εδώ ως απειλή αλλά και ως νέα κίνηση ζωής, νέο κίνητρο αφύπνισης. Η ποίηση στον άλλο ρόλο της, αυτόν που τη θέλει να παρατηρεί, να απομονώνει το εξαιρετικό σημαίνον και να το δίνει πίσω μεταλλαγμένο σε μήνυμα παρακινητικό. Όμως και αυτό με τα υλικά τα παλαιά, τις λέξεις και τις εικόνες που πηγάζουν από τη φύση. Άλλωστε οι πρώτοι ποιητές μέσα σ’ αυτή δημιουργούσαν και απ’ αυτήν είχαν τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις, την πρώτη και αλάνθαστη ύλη για τα λόγια τους.



Θα ξανάρθουν είπες τα ποτάμια

δεν γίνεται

θα γεμίσουμε ξανά με παραπόταμους.

Θα στάξουν απάνω οι πηγές

θα πλημμυρίσουνε στα σπίτια οι οθόνες.

Κι οι θάλασσες πίσω θα γυρίσουν

στα παλιά λιμάνια θα φανούν ένα πρωί

θα περιμένουνε στις σκάλες.

Θα τις δούνε τα δάση από ψηλά

και θα θεριέψουνε.

Μόνα τους θα ξυλεύονται

και θα της παραδώσουν τα καράβια.

Θα λύσουνε τους κάβους αυτά

θ’ αρμενίσουνε

γεμάτα μοναξιές, θ’ αρμενίσουνε.

Θ’ αρχίσουν πάλι τα ναυάγια

κι ο βάτραχος θα κρώξει πάλι.

Θα κινδυνεύσουμε,

να δεις, που ξανά θα κινδυνεύσουμε.





Και επειδή όλα δένουν σε ενιαίο σύνολο, διαβάζουμε στην προμετωπίδα του βιβλίου το απόσπασμα από την Οδύσσεια:



ἠδὲ παρ᾽ Ἠελίοιο πύλας καὶ δῆμον Ὀνείρων

ἤισαν, αἶψα δ᾽ ἵκοντο κατ᾽ Ἀσφοδελὸν Λειμῶνα,

ἔνθά τε ναίουσι ψυχαί, εἴδωλα καμόντων (Οδύσσεια, ω, 12-14)



Απολύτως κατανοητή η σύνδεση, ο συνειρμός απόλυτος γι’ αυτή την επιστροφή στον χώρο των ονείρων, εκεί που ο ποιητής είδε τα δικά του είδωλα των καμόντων, τους δικούς του απόντες και απαλλαγμένους από τα βάσανα ανθρώπους. Και αυτούς μνημονεύει, σ’ αυτούς αφιερώνει κάποια από τα ποιήματα της συλλογής αυτής. Έτσι θα φαίνεται και σαν προσκλητήριο μέσα στους στίχους, να έρθουν για να κρατήσουν το ίσο, να συνδράμουν στην ηπειρώτικη πεντατονία, να βγει σωστό το πολυφωνικό τραγούδι. Ένας ένας με τη σειρά του κι έπειτα στο σβήσιμο του καθενός να μπαίνει ο επόμενος, ο καθένας το μερίδιό του. Γιατί αφανίστηκαν μέσα στα χρόνια, σαν το μελίσσι του ποιήματος:



[…]

Απ’ τις πλαγιές

απ’ όλα τα υψώματα ξεχύθηκαν

μυριάδες οι μελισσοφάγοι

μαύρο ποτάμι, φτερά κλειστά

ράμφη ανοιχτά

κορμιά λεπίδες δίκοπες.

Θέριζαν, θέριζαν κάθε τους βουτιά.

Ώρες, ώρες πολλές το φονικό

δεν γύρισε κανένα.

[…]



Έτσι γυρνούν μέσα στα ποιήματα οι αφανισμένοι, οι χαμένοι, τωρινοί αλλά και μακρινοί, άλλοι στην άλλη όχθη της ζωής, άλλοι στην ξενιτιά, που κι αυτή θάνατος λογίζεται. Η καλή η ποίηση, το γερό το ποίημα ξέρει τον τρόπο να δώσει μέσα στο ελάχιστο του σώματός του όλο το δράμα.



Εδώ η ξενιτιά:



[…]

Μετά από χρόνια ο πατέρας.

Ούτε άλογο είδανε να χάνεται

ούτε κάτι ακούστηκε να πέφτει.

Αυτός εκεί, στη μέση του δρόμου

γκρεμισμένος

με το τηλεγράφημα στο χέρι.



Κι εδώ εκείνες οι μακρινές μέρες του ’46:



Πάνω στα σκαλοπάτια του γκρεμού

πέφτουνε ματωμένες παπαρούνες.

Στην άκρη του, στα νύχια του

κρέμεται ο κυνηγημένος.

Τον κρύβει η αντάρα σαν σκουτί

λυσσάει ο βοριάς το παίρνει.

Κι ακούει στο βάθος μες στη ρεματιά

Στου Κάτω Κόσμου τα στασίδια.

Τα αηδόνια ακούει,

κρύψου! να του φωνάζουνε.

Τα αηδόνια, να ξελαρυγγιάζονται.





Είχα πολύ καιρό να διαβάσω ποίηση που να κρύβει μέσα της τον ήχο, να θυμίζει παλιό ηπειρώτικο τραγούδι (γιατί αυτό καλύτερα γνωρίζει το λιτό περίβλημα της ουσίας) να σε παρακινεί να θυμηθείς τα δικά σου απολεσθέντα, να στερεώσεις καλύτερα τα σχοινιά που σε κρατούν δεμένο με όσα χαμένα μάλλον πρέπει να λογίζονται, μα εσύ επιμένεις να τα φέρνεις πάντα στο φως.
Ο Γιάννης Ζαρκάδης με το «Μελισσόχορτο» φτιάχνει ποιητικά το θεραπευτικό βοτάνι, το βάλσαμο, το αντίδοτο, σε όσα φαντάζουν απροσπέλαστα ή οριστικά χαμένα στον κόσμο μας.  Και μέσα στο άγριο τοπίο, που όλα τα ζητά και τίποτα δεν δίνει σε αντάλλαγμα, όλα τα έδωσε, τα βουνά, τη μαύρη ελάτη, τις πηγές, τις γέφυρες που στέριωσαν με τους εντοιχισμένους. Όλα τα είπε, τα έδωσε, τα έχασε. Μα κράτησε τον σκοπό. Κι ας τον λέει ο ίδιος μάταιο. Σκέφτομαι ενδεχομένως το μάταιο της ποίησης, το ανεπίδοτο ή το ανανταπόδοτο του νοήματός της. Αλλά, πάλι, αν κατορθώνει να συγκινεί με αυτόν τον τρόπο, αν κυρίως κάνει εφικτή τη μέθεξη του αναγνώστη στις εικόνες που ξεπηδούν από μέσα της, αν δείχνει εκείνη τη ρωγμή του κόσμου απ’ όπου όλα μπορείς να τα δεις, τότε δεν έχουν χαθεί όλα. Κι αν ίσως έχει από ώρα ξεφύγει ετούτο το κείμενο από τον αρχικό του σκοπό (αν το κριτικό περιεχόμενο ήταν το ζητούμενο), δεν πρόκειται να αλλάξω ούτε λέξη. Υπάρχουν πολλοί δρόμοι προσέγγισης της ποίησης, ίσως τόσοι όσοι και οι αναγνώστες της. Ας πούμε, λοιπόν, ότι εδώ είναι ένας προσωπικός τρόπος ανάγνωσης, που αναζήτησε και βρήκε μέσα στους στίχους του Γιάννη Ζαρκάδη τα περπατήματα των πετεινών του ουρανού. Κι αληθινά, όλο αυτό λειτουργεί ιαματικά, όπως κι αν το ερμηνεύσει κάποιος.



Διώνη Δημητριάδου