Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Τη μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω διηγήματα του Σπύρου Γιανναρά εκδόσεις Άγρα η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/giannaras-spuros-agra-ti-mera-pou-tha-sikonomoun-na-chorepso-dimitriadou


Τη μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω

διηγήματα

του Σπύρου Γιανναρά

εκδόσεις Άγρα
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/giannaras-spuros-agra-ti-mera-pou-tha-sikonomoun-na-chorepso-dimitriadou





ένας χορός μνησιπήμων και παυσίλυπος

Μια συλλογή με έντεκα διηγήματα -ομόκεντρα τα ονομάζει ο υπότιτλος στη μέσα σελίδα- που διαβάζονται με την αυτονόητη αυτονομία τους το καθένα. Σε μιαν άλλη εκδοχή, που περισσότερο απαιτεί από τις συστεγαζόμενες κάτω από τον έναν τίτλο πεζογραφικές εκδοχές της γραφής μια συνάφεια μεταξύ τους, διαβάζονται μέσα από την οπτική του ενός διηγήματος που τιτλοφορεί τη συλλογή. Προσεγγίζοντας το νέο βιβλίο του Σπύρου Γιανναρά με μια κλίση προς τη δεύτερη εκδοχή ανάγνωσης, διαπίστωσα πως πράγματι αυτός ο παρ’ ολίγον χορός, που εκφράζει την ανεκπλήρωτη επιθυμία του ήρωα στο προτελευταίο διήγημα, συμπυκνώνει κατά περίεργο τρόπο (έμμεσο και όχι άμεσο, άρα όχι αμέσως αντιληπτό) το νόημα των υπολοίπων δέκα διηγημάτων. Με κέντρο αυτή την ιστορία οι υπόλοιπες ανοίγουν γύρω της κυκλωτικό χορό. Βοηθά σ’ αυτήν την αίσθηση συνοχής το ύφος (αναγνωρίσιμο πλέον) του συγγραφέα αλλά και η γλώσσα, άριστα δουλεμένη και προσεκτική στην επιλογή των λέξεων για μια ακόμη φορά. Ωστόσο, το κύριο συνεκτικό στοιχείο βρίσκεται στην εσωτερική τους συσχέτιση, όμοια με τη σύνδεση των χορευτών μεταξύ τους· όλοι μαζί από κοινού, όμως ο καθένας με τη μοναχική του εκδοχή συμμετοχής.

Στην προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του (Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει, εκδόσεις Άγρα) ο Σπύρος Γιανναράς είχε καταθέσει την προσωπική του θεωρία για τη  μικρή φόρμα του διηγήματος στο ευφυές «αντί προλόγου: επίλογος». Ευχόταν, λοιπόν, εκεί να κατορθώσει «το ακραία υπαινικτικό και βαθιά υπαρξιακό διήγημα που ενίοτε φλερτάρει με τον ποιητικό λόγο, το διήγημα εκείνο που κυνηγάει μια κορύφωση, ένα ζενίθ - ενίοτε σε μια μονάχα φράση ή λέξη - όπου απόδοση γραφής και νοήματος αγγίζουν τη μέγιστη τιμή τους εκλύοντας όπως στη διάσπαση του ατόμου (μέσω αυτής της ένωσης αυτή τη φορά) απερινόητη ποσότητα ενέργειας, κινητοποιώντας νου και συναίσθημα». Σκέφτομαι μήπως με το διήγημα Τη μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω αγγίζει αυτόν τον συγγραφικό στόχο· κι αν ίσως όχι απολύτως, τουλάχιστον δείχνει τον δρόμο σε πολλούς ομότεχνους για το πώς συνταιριάζει το ελάχιστο της γραφής με το μέγιστο του περιεχομένου κινητοποιώντας και τη σκέψη και την ψυχή.

Όλο κι όλο το σκηνικό μέσα σε ένα μαγέρικο στο κέντρο της Αθήνας, στέκι όμως όπως φαίνεται Ηπειρωτών και εξελληνισμένων ως προς τις συνήθειες Αλβανών, που με τα κοινά ακούσματα αναπολούν πατρίδες κοντινές ή μακρινές, αραιά πολύ επισκέψιμες ή και καθόλου. Οι ηλικίες ανάμεικτες, όπως και διαφορετικοί οι λόγοι που κάνουν τον καθένα τους να τραγουδάει τους σκοπούς, να τους χορεύει ή να κλαίει στη δική του τη γωνιά, τον στενό  μικρόκοσμό του, μέσα από τους ήχους και τους στίχους που κινητοποιούν τις δικές του αποθηκευμένες αφορμές του πόνου. Έχει άλλωστε ο προσωπικός πόνος πολλά μονοπάτια για να ξεχυθεί. Έχει, όμως, και το τελετουργικό του. Πρώτα οι άνδρες θα σηκωθούν να χορέψουν τον παραδοσιακό σε όλα τα ηπειρώτικα μαζώματα, τον πωγωνίσιο συρτό στα δύο· από αυτούς τους χορούς που, όπως έλεγε και η μητέρα του ήρωα, τα βήματά τους δεν τα θυμάσαι, τα θυμάται ο χορός και στα μαθαίνει όπως σε σέρνει μαζί με τους άλλους – όποιος βρέθηκε σε ηπειρώτικο πανηγύρι συμφωνεί. Μετά οι γυναίκες οι μεγάλες, πάνω στα αργά βήματα μεταμορφωμένες σε Καρυάτιδες, που τολμούν να σύρουν μπροστά το πόδι ξεφεύγοντας από την ακινησία αιώνων. Ύστερα σειρά θα πάρουν τα τραπέζια, ήγουν οι παρέες, που δίνουν τις παραγγελιές τους και κανονίζουν εκείνες τον κορυφαίο τους που θα σύρει τον χορό και που με το νόημα στους μουζικάντες θα γυρίσει τον σκοπό κατά τα δικά του γούστα, συρτό στα τρία, κοφτό και πάει λέγοντας. Εδώ είναι και η ώρα για τα μοναχικά μονοπάτια του χορού, τα πιο εσωτερικά, εκείνα που ο χορευτής συνομιλεί άλλοτε με τον εαυτό του άλλοτε με απόντα πρόσωπα, ή που συχνά ακινητεί τα βήματά του κι αφήνεται μόνο στο άκουσμα των ήχων. Αλλά είναι και η ώρα για τα κορίτσια, που λικνιζόμενα στους αργούς σκοπούς θα διεγείρουν τους υπόλοιπους. Κρυφές ηδονές του πόθου του απλησίαστου. Έρχεται στο μυαλό εκείνος ο υπέροχος στίχος του Μιχάλη Γκανά, που κατόρθωσε να δώσει με τις λέξεις τη στιγμή που ο χορευτής υψώνεται πάνω από το έδαφος εγκαταλείποντας το υλικό περίβλημα, η σπάνια, η μαγική ώρα:

Βήμα κι άλλο βήμα, βήματα παλιά,

ο χορός ανοίγει σαν την αγκαλιά.



Κοίτα με στα μάτια, πάτα όπου πατώ,

κράτα με καλά απόψε, μην αναληφθώ.



Μέσα σε όλη αυτή την πολυποίκιλη ανθρωποσύναξη ο ήρωας. Ένας κανονικά παρείσακτος και μόνο από σύμπτωση τοποθετημένος ανάμεσα στους ανθρώπους αυτούς.  Έψαχνε  καταφύγιο από τη βροχή και βρέθηκε σ’ ένα καταφύγιο ψυχών. Μαζί και η δική του η ψυχή, σιγά σιγά να βρίσκει τον βηματισμό της, να ακολουθεί τον ρυθμό. Πρώτα παρατηρώντας κι έπειτα συμμετέχοντας, με τον ιδιότυπο τρόπο του. Με τη σκέψη πηγαίνει κι εκείνος στον δικό του τόπο, διατηρώντας  την απόστασή του από τον χορό – τόσο κοντά και όμως τόσο μακριά. Και τότε είναι η δική του ώρα:

Ο νεοφερμένος ανασηκώθηκε αθόρυβα από τη θέση του, σπρώχνοντας ελαφρά την καρέκλα με το σώμα προς τα πίσω, και πήρε να βγάζει αργά τη σκούρα καμπαρντίνα. Το ρούχο γλίστρησε απαλά από τους ώμους μέχρι τους λυγισμένους αγκώνες.

Από δω και πέρα όλα είναι ανοιχτά. Προβλέψιμο τίποτα. Είναι το βήμα που θα τον φέρει στο προσκήνιο, σε πλήρη συμμετοχή πλέον, είναι ίσως το  βήμα προς τα πίσω, σαν να παρακολουθούμε το αντίστροφο γύρισμα μιας ταινίας, το rewind. Αλλά κι εδώ βρίσκεται όλη η μαγεία της γραφής. Αν το όλον έχει ειπωθεί, υπαινικτικά, συμβολικά, ολιγόλογα κυρίως, τι θα εξυπηρετούσε η εκτενής συνέχιση της ιστορίας αυτής; Γιατί, να το πούμε κι αυτό, για ιστορία πρόκειται. Ο προσωπικός τρόπος να γραφεί ένα διήγημα, που ανατρέπει ίσως τα καθιερωμένα χαρακτηριστικά του είδους (ο ήρωας, το γεγονός, η πλοκή, ο τόπος και ο χρόνος), διατηρώντας ωστόσο την ταυτότητα του διηγήματος. Έτσι όπως θα θέλαμε να γράφονται  τα καλά του είδους, να περικλείουν μέσα τους όλα τα γνωρίσματα με τη μετάλλαξή τους σε νέες προτάσεις γραφής. Εδώ, λοιπόν, θα ολοκληρώσει την ιστορία ο συγγραφέας με αυτή την εκδοχή της εξέλιξης, σύντομα και απλά:

Έμεινε για λίγο έτσι παρατηρώντας το χορό κι ύστερα ξαναμάζεψε με μια απότομη κίνηση το πανωφόρι και κάθισε βιαστικά στη θέση του, σέρνοντας με θόρυβο την ψάθινη καρέκλα κοντά στο τραπέζι.

Κοιτάζω το εξώφυλλο και πολύ μου αρέσει τώρα ο συνειρμός. Η ζωγραφιά (Lucian Freud, Rabbit on a chair) που υπογραμμίζει τη φυσική κίνηση του ωκύποδος ζώου με τη χαλαρή επιλογή ακινησίας.

Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, που τόσο γλαφυρά παρουσίασε ο Γιανναράς, θα μπορούσαν να χωρέσουν όλοι οι άλλοι ήρωές του, που πάνω τους έγραψε τις υπόλοιπες ιστορίες, και να συνταιριάσουν τη διαφορετική τους προέλευση ο καθένας με τους κανόνες αυτής της τελετουργίας της διασκέδασης. Άλλωστε στην αρχή του διηγήματος δήλωσε πως ο ήρωάς του σαν ένας άλλος Κόμης Αλέξις Ντε Τοκβίλ έμαθε, κάπου εκεί σε μια πάροδο της οδού Αθηνάς,

[…] πώς συμβιβάζεται η δημοκρατία με την αριστοκρατία.



Θα ήταν θαμώνες σ’ αυτό το χαμηλοτάβανο υπόγειο όλοι: το παιδί που θα προσπαθήσει να βουτήξει στη θάλασσα για να σώσει μια γυναίκα, η άστεγη μεταφράστρια που κοινωνεί σοφίες, ο μαθητής που ζωγραφίζει γκράφιτι, ο φύλακας της πολυτελούς βίλας στα Κύθηρα, ο πελάτης του παράδοξου κουρείου που θα αναγκαστεί να προσποιηθεί την απαραίτητη ακινησία του νεκρού, η γυναίκα που θα αρνηθεί μια εορταστική ντροπιαστική στέψη, αυτοί και άλλοι, όλοι εκεί θα ήταν. Ανθρώπινες φιγούρες επί ξυρού ακμής, όπως γράφει στο οπισθόφυλλο, στη σημαδιακή στιγμή που ή θα πάνε μπρος ή θα κατακρημνισθούν, αδύναμοι να ελέγξουν τη ζωή τους. Όλοι εκεί σε μια εκδοχή της αρχετυπικής τελετουργίας σε αναζήτηση των παυσίλυπων τρόπων. 
Η γραφή του Σπύρου Γιανναρά εστιάζει στις ανθρώπινες μορφές που πάσχουν, όχι μόνο επειδή διαβιούν μέσα στον καταρρέοντα κοινωνικό ιστό εν μέσω κρίσης πολύπλευρης. Όλοι μέσα τους έχουν ήδη το καταστροφικό μικρόβιο που τους εξαντλεί λίγη λίγη τη δύναμή τους. Και μπορεί ως φιγούρες και αποσπασματικές εικόνες μιας διαλυμένης τοιχογραφίας να έχουν το λογοτεχνικό ενδιαφέρον μιας αποτύπωσης της κρίσης (γνωστό ότι αυτόν τον σχολιασμό των επιμέρους εικόνων μπορεί να τον υπηρετήσει η μικρή φόρμα), ωστόσο ενδιαφέρουν και από την ψυχολογική του υπόσταση αυτές οι μορφές. Με τη μνήμη να λειτουργεί διαρκώς και να ανακόπτει τη χρονική φυσική σειρά των γεγονότων, ανατέμνεται η ζωή ως προσωπική σύνδεση στιγμών των ηρώων αλλά και ως έννοια συνολική·  ως τέτοια όμως μας αφορά όλους.  Αναζητάμε κάτι από τη δική μας προσωπογραφία στην παραδοξότητα που ανατρέπει μια απλή ιστορία και την απογειώνει σε εξαιρετική και μοναδική αφήγηση – χαρακτηριστικό της γραφής του Γιανναρά. Όλοι οι ήρωές του  θα μπορούσαν να βρεθούν σ’ αυτό το υπόγειο ταβερνείο της παρακμασμένης Αθήνας. Και κάποιοι απ’ αυτούς θα ένωναν τα βήματά τους στον κυκλωτικό χορό αναζητώντας τον παυσίλυπο παλαιό τρόπο. Αυτόν που αναζητά και ο ίδιος ο συγγραφέας -πότε με το περίβλημα του ήρωα και  πότε του αφηγητή- στα Κύθηρα, που υπάρχουν ως ορατός ή αόρατος τόπος σχεδόν σε όλα τα διηγήματα.  Ο τόπος που τον καθαίρει αυτοκαθαιρούμενος, ο τόπος της μνήμης, που βασανιστικά μνησιπήμων έρχεται αλλά και θαυματουργικά παυσίλυπος αποδεικνύεται.



Διώνη Δημητριάδου