Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Μια νύχτα τη μέρα του Σωτήρη Κακίση εκδόσεις Ερατώ η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 178


Μια νύχτα τη μέρα

του Σωτήρη Κακίση

εκδόσεις Ερατώ
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 178





εγώ, το σύμπαν, ο κόσμος μου



Δεν είναι δυνατόν να διαβάσεις ποίηση του Σωτήρη Κακίση και να μην εισχωρήσεις στον κόσμο του, έναν κόσμο πολυπρόσωπο και ευρύχωρο, ακριβώς για να χωρέσουν οι «τόποι» που έχει μέσα του και τους μοιράζεται με τον αναγνώστη του. Έναν αναγνώστη που μόνον απλός επισκέπτης δεν είναι. Ξαφνιάζεται ίσως ο αμύητος στο ποιητικό σύμπαν του Κακίση, όχι όμως και ο μυημένος στη γραφή του.  Σαν να βρίσκεται μέσα σ’ ένα δωμάτιο, και από την πόρτα, τα παράθυρα, από όλα τα πιθανά ανοίγματα, να εισχωρούν ακάλεστοι ή καλεσμένοι, αναμενόμενοι ή απρόσμενοι όλοι οι κοινοί αγαπημένοι. Γιατί, αυτό ακριβώς είναι που δένει τον ποιητή με τον αναγνώστη του: ο κοινός τόπος.

τι τραγούδαγε ο Βαμβακάρης; κι αυτός της Σύρου όπερα, τα δάχτυλά του κι αυτού χέρια του Μητρόπουλου, η Παξινού νότες του, η σιωπή του Κάλλας ολόκληρη. πάλι από την αρχή δηλαδή: ο Παπαϊωάννου, ο Σκαλκώτας, ο Τσιτσάνης, ο Χρήστου, ο Άκης Πάνου, ο Χατζιδάκις. και προς το τέλος της θάλασσας άηχοι όλοι τους, ψάρια όλων των μορφών οι μελωδίες, τα γυρίσματά τους. ωκεανός βαθύς πολύχρωμος με ελάχιστο φως το σκοτάδι του, χώρες υποβρύχιες παντού, χαρά Θεού για πάντα. για κάθε ψαρά με ψυχή σαν τη δική μου.



Ο Κακίσης και ο κόσμος του. Πότε ο ίδιος, μικρός (εγώ πάλι ο μικρός, ο γλυκός Έλληνας), στον ίσκιο του υπερμεγέθους κόσμου να αφήνεται να ονειρευτεί όλα τα πριν, όλα τα προσφιλή και φευγάτα πλέον. Και άλλοτε να ανοίγει τόσο τον εαυτό του για να απορροφήσει αυτόν τον κόσμο, που γίνεται πλέον αυτός τόσος δα, μικρός αλλά και αγαπημένος, και ο μικρός Έλληνας ευτυχής που εμπεριέχει την πολυσημία του.

Αν εισχωρήσουμε σ’ αυτό το ποιητικό τοπίο, θα δούμε πως στην ουσία πρόκειται για τοπίο ζωής βιωμένης και κατασταλαγμένης, ρεαλιστικό και αληθινό. Όπως όταν κοιτάς μια φωτογραφία και ξέρεις πως έχει αποτυπωθεί πάνω της μια εικόνα της στιγμής, μια αίσθηση περασμένη πια, που έπαψε να ισχύει αμέσως μόλις ο σκοτεινός θάλαμος της μηχανής την απαθανάτισε. Κι όμως, κοιτώντας την ξαναγυρνούν μορφές και αγγίγματα και πρόσωπα ζωντανά μέσα σου.

τι κρύβουν οι φωτογραφίες; εγώ λέω όλα. κάθε λίγο πιο μέσα στις ψυχές ένα κράτημα, κάθε πτυχή του σώματος ανεξερεύνητη και στη ζωή την ίδια, κάθε ανθρώπου τις πριν και μετά κινήσεις, στιγμές, αδυναμίες. οι φωτογραφίες όσο πιο έγχρωμες τόσο πιο σκοτεινές, όσο πιο φωτεινές τόσο πιο άχρωμες, άχρηστες, άστοχες. στην άκρη ίσως μόνο καμιά φορά, πέρα από τα μάτια, πέρα από τα χαμόγελα, ένα βλέμμα των χεριών ολοκάθαρο, ένα νεύμα των μαλλιών παλαβό κι ασταμάτητο. σαν γάτα ό,τι κρύβουν οι φωτογραφίες από κάπου το σκάει, από κάπου αλλού πάντα βρίσκεται.



Κι όταν στρέφεται στο άλλο σύμπαν, το ονειρικό, και αφήνεται στην ανυπαρξία και την άπνοια του υποσυνειδήτου, τότε ξέρει πως η νύχτα παίζει το δικό της το παιχνίδι, και δεν μπορεί πλέον να τον γεμίζει από αληθινές επιθυμίες, αντιθέτως απειλεί να του αδειάσει τον κόσμο του.



χάνω πάντως μέρες πολλές μες στον ύπνο μου. κι αρκετές από τις μέρες αυτές είναι ηλιόλουστες, γεμάτες παιδικά χρόνια, τον πατέρα μου ξαναχάνω στον ύπνο μου μέσα, και πάλι δεν ξέρω πώς. και βλέμματα πολλά χάνονται στα όνειρα, κοιτάγματα υπέροχα που θα μπορούσαν να ξαναϋπάρξουν αν ήταν λίγο πιο συγκεντρωμένο το ασυνείδητό μου, η ενύπνιά μου καρδιά, όπως παλιά λίγο πιο έτοιμη. αλλά, τι να πεις; άλλος θεός εκεί μέσα, το ίδιο όμως φιλάσθενος, το ίδιο δειλός. κι οι μέρες μου νύχτα πάλι δεν επαναστατούν, πάλι υποχωρούν άτακτα, πάλι δεν με σκέφτονται.



Έχω την αίσθηση πως ο Κακίσης, στην πιο ώριμη ώρα του, αναμετράται εδώ με το παρελθόν, αυτό που πάντα τροφοδοτούσε τον ποιητικό του λόγο με τα πρόσωπα και τις μνήμες. Αναζητά αυτό το παρελθόν, τον θλίβει η σύγχρονη εικόνα, μίζερη και αποκλεισμένη από την ουσία των πραγμάτων. Και τότε, ίσως χρειάζεται μια ανατροπή της φυσικής σειράς. Ίσως ένα ανακάτεμα των ρόλων να δώσει μια ανάσα. Πώς αναδιαρθρώνεται, όμως, αυτός ο μέσα κόσμος; Με την άδεια του ποιητή μπορεί όλα να βρίσκουν τη θέση τους. Όταν, όμως, τελειώσει το ποίημα; Εκτός αν στο ποίημα μέσα είναι ο αληθινός εαυτός. Το ποιητικό υποκείμενο ίσως κυκλοφορεί μέσα στο ποίημα αλλά κι έξω απ’ αυτό με αμφίβολη, ωστόσο,  άνεση.



δεν μπορώ άλλο χωρίς την Ύδρα, χωρίς τη Θεσσαλονίκη, χωρίς την Αντίπαρο, χωρίς τον Στέφανο, χωρίς την Αριάνα, χωρίς τον Νίκο. δεν μπορώ μόνος μου εδώ στο μέλλον […]



Αυτό θα πει. Έτσι η αναίρεση των δεδομένων ρόλων στα πρόσωπα επιβάλλεται:



στη λιμνοθάλασσα με τη μάνα μου: χάος. μαζί κι ο Πιραντέλλο, και οι Ταβιάνι για μια φορά. αλλά τι να πρωτο-θυμηθούμε; ποια ώρα πρώτα μαζί, ποιες μέρες χωριστά, ποια χρόνια από τον Χρόνο όλοκληρο καταδικά μας, από μας τους δύο ξεδιαλεγμένα; στη λιμνοθάλασσα με τη μάνα μου: εκείνη ολοζώντανη, κι εγώ νεκρός στα πόδια της αντίστροφα, Αντίκλεια εγώ, Οδυσσέας εκείνη, ο Κάτω Κόσμος εδώ πάνω, κατάφωτος, ηλιόλουστος, εκτυφλωτικός. κι αίμα από το εκεί κάτω το πολύ, εδώ πια καθόλου. εδώ εγώ σαν τη μάνα μου τώρα υπερκινητικός, σαν τη Γη πότε αργός, πότε λίγος.



Και τότε φυσάει πια σε όλο του το σώμα μέσα ένας αέρας που πνέει ακούραστος από όλα τα πριν της ζωής αλλά και ταυτόχρονα έχει την ορμή να προχωρήσει προς το αβέβαιο μέλλον. Και τότε το πρόσωπο του ποιητή νιώθει την παλινδρόμηση να τον δελεάζει. Πότε πίσω, πότε μπρος. Η ζωή η πραγματική στον χώρο ανάμεσα. Τα πρόσωπα τα οικεία, χαμένα από καιρό, οι μνήμες βασανιστικές όσο και ανακουφιστικές. Ευτυχώς που υπάρχουν για να βρίσκει στήριγμα, όμως επίμονος είναι ο πόνος της έλλειψης, της απώλειας. Από την άλλη, μια ζωή που προσφέρει (και αυτή) ταυτόχρονα το μείζον και το έλασσον, ίσως για να δείξει πως όλα τα ζωντανά πράγματα έχουν δύο όψεις.




Η ποίηση του Κακίση, όπως κάθε ζωντανός οργανισμός, αρέσκεται στην έκπληξη. Τα απολύτως τετραγωνισμένα και χωρίς κεφαλαία γράμματα ποιήματά του αναδεικνύουν τον πεζόμορφο χαρακτήρα τους ευφυώς, μια που όλα τα αληθινά ποιητικά λιτά και απέριττα είναι, πολύ μακριά από φορεσιές φορτωμένες πλουμίδια. Φυλάνε όλα, όμως, στο τέλος τους μια μικρή ή μεγάλη ανατροπή, δείχνοντας έτσι πως ποιήματα είναι, με όλη τη μαγική αίσθηση του απρόβλεπτου, του δισήμαντου ή πολυσήμαντου και του ταυτόχρονα υπέροχα μοναδικού. Άλλωστε και ο τίτλος της συλλογής Μια νύχτα τη μέρα, αφήνει μέσα από το οξύμωρο να φανεί η -έτσι κι αλλιώς- ενσωματωμένη αντίφαση σε όλα τα ανθρώπινα, εν προκειμένω η αντίφαση στον ίδιο τον ποιητή, που ισορροπεί ανάμεσα στα αντίθετα της ζωής, και μάλιστα τα καταφέρνει πολύ καλά. Δεν κατακρημνίζεται. Μαζί του ισορροπεί και ο συμμέτοχος/συνένοχος αναγνώστης. Συμμέτοχος, γιατί ο ποιητής επιτρέπει να συνομιλεί με τα ποιήματά του ο άγνωστος αποδέκτης του έργου του. Και συνένοχος, γιατί μέσα στον ξένο λόγο βρίσκει κομμάτια του εαυτού του, μνήμες και ενοχές δικές του, κυρίως ανατροπές αιφνίδιες και σωτήριες. Διαβάζω το τελευταίο ποίημα της συλλογής και αντιλαμβάνομαι πως κράτησε για το τέλος την πιο εντυπωσιακή από αυτές τις ανατροπές:



στα φιλμ: στα φιλμ τίποτα δεν φαίνεται, χειρότερα κι από τις φωτογραφίες. ούτε η κούρασή μου φαίνεται, ούτε οι άλλες ώρες οι πάρα πολλές, σε μέρη γεμάτα αρώματα, δίπλα σε κορίτσια μαγευτικά, σε πολυθρόνες σιωπηλές, σε αιώρες από τον νου μου ώς τη θάλασσα. δεν φαίνονται στα φιλμ της Εύβοιας τα πριν, εδώ ένα καβούρι το 1980, εδώ μια σπανακόπιτα μετά, εκεί τα μαλλιά, τα μαλλάκια της. στα φιλμ, στα βιβλία μόνο ρούχα επίσημα φαίνονται λίγο, ο χρόνος από τον χρόνο πολύ διαφορετικός, για πολύ λίγο, ελάχιστα, απελευθερωμένος.



Όταν ο ίδιος ο δημιουργός αντέχει μια απομυθοποίηση των γραμμένων του, μια αμφισβήτηση της πηγής τους, μπορούμε να πούμε πως εκτός από μια έμφυτη τάση για αυτοσαρκασμό διαθέτει και δύναμη περισσή να αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως έργο/αντι-κείμενο πλέον, γραμμένο και διαμορφωμένο. Και να το αμφισβητεί ως λύση σωτήρια. Ο σκεπτικισμός αυτός επιτρέπει τη συνέχιση της πορείας. Είναι αλήθεια πως ο πρώτος που θα πρέπει να εκπλήσσεται από τα κείμενά του είναι ο ίδιος ο δημιουργός τους. Η αφορμή που τα γέννησε έχει πλέον πεθάνει και το έργο αρχινά την προσωπική του πορεία. Φυσικά αυτό συμβαίνει μόνο στη γνήσια λογοτεχνία, και ο Κακίσης έχει αποδείξει με πάμπολλα συγγραφικά παραδείγματα επί τόσα χρόνια ότι αυτήν την Τέχνη την κατέχει.



Διώνη Δημητριάδου