Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Η ποιήτρια Μαρία Γ. Τζανάκου







Ο οδυρμός δεν ωφελεί.
Σαν να προσβλέπεις σε βίαιο τερματισμό του κύματος…
Ή σαν να ικετεύεις τον άνεμο για να κοπάσει.
Το λίγο σαν να βλέπεις για πολύ
Και το αρκετό για ουσιώδες.
Μια αυταπάτη, σύμφυτη με γοητεία
Και ένα απύθμενο σημείο ευτελισμού…
Ναι… κάπως έτσι οριοθετείται ο οδυρμός.

Η ποίηση της Μαρίας Γ. Τζανάκου έχει ένα σίγουρο πάτημα στη ρεαλιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων. Δεν προσφεύγει στις συνήθεις ευκολίες των -νεότερων κυρίως- ποιητών που στοχεύουν σε μια αδιέξοδη συναισθηματική κινητοποίηση του αναγνώστη. Εδώ η ποίηση μοιάζει να ξέρει ακριβώς το μέτρο της συγκίνησης, το όριο του λυρισμού. Και επιλέγει να κινηθεί περισσότερο σχολιάζοντας τη μέσα και τη γύρω πραγματικότητα. Αυτό είναι και το ενδιαφέρον στην ποιητική της πρόταση, τουλάχιστον για τα δικά μου  αισθητικά δεδομένα. Το ύφος της είναι συχνά δοκιμιακό, συνταιριάζοντας έτσι τον στίχο με το αξιόλογο σχόλιο που πηγάζει από μια ικανότητα παρατήρησης των δεδομένων της σύγχρονης ζωής.

Απορία
Αναρωτιέμαι πώς θα ήταν τα πράγματα,
Αν δεν ήταν «πράγματα».
Αν αυτή η «μόνη λύση» διέθετε και άλλες,
Περίπλοκα πολλές λύσεις.
Και αν η ουσία των πραγμάτων
Δεν υπάκουγε σε δόγματα,
Ενίοτε αφελή, ενίοτε όχι.
Αναρωτιέμαι…
Αν, λέω, ακόμα και τα λόγια
Δεν υπάκουγαν στον κανόνα της απορίας.
Και το «αναρωτιέμαι»
Ήταν απλώς μια κατάφαση…

Επισημαίνω την ιδιαίτερη προσοχή με την οποία χρησιμοποιεί τα ουσιαστικά και τα επίθετα, δίνοντας ολόκληρο το βάρος που τους αναλογεί στην πρόταση, αναδεικνύοντας έτσι τις λέξεις σε ορίζουσες τα νοήματα. Νοήματα απολύτως σαφή, μια που αυτή η ποίηση προτιμά μια τίμια ‘συζήτηση’ με τον αναγνώστη της.
Δεν είναι τυχαία πιστεύω η επιλογή των δύο προσώπων που κυριαρχούν στα ποιήματά της -το δεύτερο ενικό και το πρώτο πληθυντικό- που αποδίδουν με τον καλύτερο τρόπο τους δύο στόχους της γραφής της. Το μεν δεύτερο ενικό πρόσωπο εξυπηρετεί τον κάπως διδακτικό τόνο της ποιητικής-δοκιμιακής σκέψης, ακόμη και όταν μεταλλάσσεται σε πρώτο ενικό θυμίζοντας παλαιούς δόκιμους ποιητές, που έκρυβαν επιμελώς το ποιητικό υποκείμενο κάτω από την προσφώνηση «εσύ». Το πρώτο πληθυντικό, με τη σειρά του, δίνει την αίσθηση της συλλογικότητας σε αισθήματα αλλά και παθήματα αποδεικνύοντας έτσι ότι η ποίηση μπορεί να μιλάει σε ευρύτερα σύνολα, ειδικότερα όταν αυτό το πράττει με τόσο άμεσο τρόπο. Στη χρήση των δύο αυτών προσώπων η ποιήτρια προχώρησε σταδιακά, μια που δεν εμφανίζονται ως κυρίαρχα στις πρώτες συλλογές της. Θεωρώ πως αυτό είναι δείγμα ωριμότητας και εξέλιξης της γραφής της από το πιο απομονωμένο ‘εγώ’ που -φυσικώ τω λόγω- συναντάμε σε πιο πρώιμες ποιητικές γραφές.
Την ποιήτρια την απασχολεί η έννοια του πεπρωμένου, απέναντι στο οποίο εμφανίζεται συχνά με λεπτή ειρωνεία ή σαρκασμό, μάλλον σε μια προσπάθεια να το αντιμετωπίσει με τα ανθρώπινα μέσα, τόσο ατελή αλλά και τόσο δυνατά στην άνιση μάχη που δίνουν. Η ποίηση έχει αναλάβει αυτό τον ρόλο, συχνά αποδομώντας τα υλικά της και εμφανίζοντας ρεαλιστικά την αλήθεια των πραγμάτων. Μπορεί εδώ κάποιος να έχει μια ένσταση σχετικά με τον βαθμό που ο ποιητικός λόγος αντέχει τη γερή δόση ρεαλισμού, με την οποία τον τροφοδοτεί η ποιήτρια. Σκέφτομαι, όμως, ότι η απόδοση ‘της πραγματικότητας ως έχει’ είναι ένας τρόπος γραφής, αντιμέτωπος με πλείστα όσα ποιητικά ασαφή και απροσδιόριστα. Και ίσως κερδίζει τη μάχη ‘στα σημεία’.


H Μαρία Γ. Τζανάκου γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Κατά την περίοδο 2004-2008 σπούδασε στο φιλολογικό τμήμα του πανεπιστημίου Αθηνών από όπου και πήρε το πτυχίο της με ειδίκευση στην μεσαιωνική και νεοελληνική φιλολογία.

Η ενασχόλησή της με την Ποίηση, χρονολογείται από την εποχή που ήταν μαθήτρια λυκείου (μεταίχμιο γυμνασίου-λυκείου) περίοδο κατά την οποία, έχει γραφτεί ένα τμήμα της πρωτόλειας και εκδοθείσας το έτος 2005 συλλογής της
(α)"Συμπαντικές Καταδύσεις". Στη συνέχεια και μέχρι σήμερα έγραψε και κυκλοφόρησαν κατά σειρά οι ακόλουθες ποιητικές της συλλογές:
(β) Υπομνήματα Σιωπής, Εκδόσεις Νοών , Αθήνα 2006
(γ)Τριμερής Συστοιχία Μέθεξης, Εκδόσεις Νοών , Αθήνα 2007
(δ) Πεποιθησιογόνα, Εκδόσεις Νοών , Αθήνα 2012.
(ε) Εαρινά Ηλιοτρόπια, Εκδόσεις Νοών , Αθήνα 2014
καθώς και το παραμύθι: (στ) Φλάφυ το Αρκουδάκι, Εκδόσεις Νοών, Αθήνα 2015

Το έτος 2012 έλαβε ποιητικό αριστείο από το λογοτεχνικό περιοδικό "Κελαινώ" καθώς και βραβείο για την ποιητική συλλογή "Πεποιθησιογόνα".
Το έτος 2015 έλαβε ποιητικό βραβείο από το λογοτεχνικό περιοδικό "Κελαινώ" για την ποιητική συλλογή: Εαρινά Ηλιοτρόπια".

Ποιήματά της έχουν περιληφθεί:
1. Στο Ανθολόγιο Ποίησης «Αχ Έρωτα- Ημερολόγιο 2016, Εκδόσεις Βεργίνα»
2. Στην δοκιμιακή μελέτη και ανθολογία της Παναγιώτας Χριστοπούλου-Ζαλώνη «Ο Ελληνικός Στίχος, εκδόσεις Αγγελάκη
3. Στον 28ο τόμο της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ.

Από το 2013 είναι διαχειρίστρια του λογοτεχνικού ιστολογίου ΛΗΚΥΘΟΣ (licithos.blogspot.gr)καθώς και των ιστολογίων (licithos2.blogspot.gr,mariatzanakoupoems.blogspot.gr, apofthegmatologio.blogspot.gr, karavakioneirwn.blogspot.gr)

Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.


Ανθολογούνται εδώ αποσπάσματα από τις ποιητικές της συλλογές.

Με μια μεταξένια αγκαλιά


Για τις στιγμές που σκοτάδι έπληξε τον Ήλιο μου
Για κείνους που υπερβολικά γελάσανε και υπερβολικά κλάψανε.
Για όσους αγάπησαν ή μίσησαν
Για όσους προτίμησαν τη φυλακή της σιωπής να τους συντροφέψει στο ταξίδι τους
Για κάποιους που αδίκησαν και αδικήθηκαν (αδιάφορο γιατί και πώς)
Για όλους τους ανθρώπους που και τούτο που διαβάζουν τους φαίνεται ανόητο, κουτό κι απλοϊκό
Για όσους υποκρίθηκαν και για όσους μίλησαν αληθινά
Αυτούς σκέφτομαι
Σ’ αυτούς απλώνω την αγκαλιά του συλλογισμού μου
Και σε αυτούς εναποθέτω ένα αληθινό χαμόγελο
Ένα χαμόγελο που απορρέει μέσα από τούτα τα λόγια

( Συμπαντικές Καταδύσεις, 2005)








Αποκλίσεων συνάξεις (απόσπασμα)

Πήρα στα χέρια
Έναν φανό
Κι αποχαιρέτισα
Πληγές
Παρεκτροπές
Κι έκτροπα ενοχής
Έκοψα όλα τα μαλλιά μου
Άναψα 7 σπίρτα
Αναθεμάτισα 7 κατάρες
Αναχαίτισα 7 εκδοχές
Της πολύπλοκης ζωής
Τα βασανιστήρια
Ίσως να θάψω
Θέλησα
Στα «κυοφορήματα»
Της φωτιάς
-Νεκρά είναι και τούτα-

(Υπομνήματα σιωπής, 2006)








Απολογητικό σημείο "ΔΙΑτοΟΛΟ"
(απόσπασμα)

Και τραντάζονταν οι κνήμες
Και ικέτευαν οι αγκώνες .
Και παγώναν οι καρδιές.
Σαν τρωκτικά οι ικεσίες στοιχειώναν τους νεκρούς μας.
Μα οι νεκροί μας ήταν ζωντανοί.
Έπρεπε να μείνουν…
έστω και με θολό και απλανές φορτίο.
Βοήθησέ με.
Έπρεπε να φωνάξουν.
Πρέπει να ξεφύγω Διάολε…
αλλά δεν μπορούσανε.
Γιατί ο διάολος το ξέρετε καλά
Πάντα αποποιείται αυτό το προσωνύμιο…
ΔΙΑτοΟΛΟ ας πούμε πως ήταν τα κορμιά τους
ΔΙΑτοΟΛΟ ας πούμε πως ήτανε η σκέψη και το μίσος
ΔΙΑτοΟΛΟ ας πούμε πως ήτανε η ενοχή
Μα όχι…
Η ενοχή ποτέ δεν αποποιείται την ευθύνη….
Και τώρα η παράσταση μπορεί να λάβει τέλος.
Τίποτα άλλο δεν έμεινε παρά μονάχα η ΕΥΘΥΝΗ

(Τριμερής Συστοιχία Μέθεξης, 2007)

 














Ποιητικά παροράματα


Θα μπολιαστεί το εφικτό
Με Ψήγμα αφής
Ανυπαρξίας
Έξαφνα να δούμε
Κάθε Απαρχή του Ανεφίκτου
Την Προαιώνια Φωνή
Που γύρεψε ο θνητός
«Δροσίσου στο ανύπαρκτο
Εκεί υπήρξαν όλα …. »

(Πεποιθησιογόνα, 2012)



















Λογική εν χειμερία νάρκη…


Σε μισώ, γιατί είσαι κραυγή
Μες στη σιωπή μου.
Σε μισώ, γιατί είσαι ουρλιαχτό
Στη νηφαλιότητά μου.
Σε μισώ, γιατί είσαι αγάπη
Στην αδιαφορία μου.
Σε μισώ, γιατί είσαι μίσος
Στην στοργή μου.
Μα πάνω από όλα σε μισώ,
Γιατί είσαι η λατρευτά τετραπέρατη λογική, εν χειμερία νάρκη….

(Εαρινά ηλιοτρόπια, 2014)
















Θαύμα


Ο χρόνος που μείναμε απαθείς
Έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Κάτι το ένα…
Κάτι το άλλο…
Όχι…
Όχι…
Η μέρα της κρίσης μας αρνήθηκε
Και τώρα κοιτάζουμε την άρνηση
Σαν να ’τανε το θαύμα…

(Εαρινά ηλιοτρόπια, 2014)


Τέλος παραθέτω εδώ δυο μικρά πεζά (ή πεζόμορφα ποιητικά) που δείχνουν ότι τα όρια ανάμεσα στον λιτό ποιητικό λόγο και στη σκέψη που αγαπά να διατυπώνεται πάνω στα ίχνη του δυνατού πεζού λόγου δεν είναι τόσο διακριτά.

Το χρονικό ενός προβληματισμού
(σειρά μικρές ιστορίες, ιστορία Νο8)

Σήμερα γκρεμίσαμε την μάντρα. Μαζέψαμε το πρώτο συντρίμμι και το θάψαμε στην αυλή. Έπειτα χορέψαμε πάνω του. Σαν να μην υπήρχε αύριο. Σαν να μην υπήρχε σήμερα. Σαν… Ό,τι μας διαφέντευε ήταν απλώς ένα σκιάχτρο, μια ουλή…. Συνθηκολογήσαμε και με το φίδι κι είδαμε πως τελικά είχαμε πολλά, απέραντα κοινά σημεία. Το χώμα θαρρώ πως έπειτα ποτίστηκε από μια σιγανή βροχή. Τότε ξεσκίσαμε κάθε ομπρέλα… Δεν την είχαμε πλέον ανάγκη…. Ήταν κάτι το κίβδηλο …κάτι το απατηλό… Φοβηθήκαμε αρκετά και πάλι όμως…. Α μπα… τίποτα… τίποτα…. Μα αλήθεια, υπάρχουν μαντρότοιχοι στις βουνοκορφές; Προβληματισμός.

Μόχθος
(σειρά μικρές ιστορίες, ιστορία Νο9)

Είχαμε πειστεί πως το κακό ήταν μια ουτοπία. Αποδείξεις δεν είχαμε βέβαια, μονάχα ενδείξεις. Τα απογεύματα γητεύαμε το χρόνο, ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Κάπου ανάμεσα, μας λίκνιζε ο φόβος μιας αποτυχίας, ωστόσο συνεχίζαμε επίμονα. Δεν φοβηθήκαμε ποτέ ούτε τις ματωμένες παλάμες, ούτε τις χαρακιές στο μέτωπο. Θαρρείς πως υποκρινόμασταν μια ατρόμητη καρικατούρα. Αργά-αργά κατά τα μεσάνυχτα, ένα ανυπόστατο δάκρυ αργοκυλούσε, μα το χάραμα τρεπόταν σε μικρά αιχμηρά λιθαράκια που έβρισκαν στόχο κάτι ανούσιες ματαιώσεις. Αδιάκοπες ρωγμές, σπασμένα τζάμια, μηδενικές αντοχές, ξοφλημένα δειλινά σε φόντο μιας κάποιας ανατολής. Ανάσες ιδιαζούσης σημασίας…. Μόχθος.




(επιμέλεια: Διώνη Δημητριάδου)