Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

   "Αλληλογράφος και ταχυδρόμος"

της Βάντας Παπαϊωάννου-Βουτσά



Ο κυρ Μιχάλης, ο ταχυδρόμος, δεν είχε χρόνο ούτε για ανθρώπινες ούτε για σκυλίσιες διαπραγματεύσεις. Εδώ που τα λέμε ούτε και καλή διάθεση έδειχνε. Πολλά είδαν τα μάτια του με σκυλιά και ανθρώπους. Καμιά φορά χειρότεροι οι δεύτεροι. Στενά δρομάκια και μεγάλους δρόμους περπατούσε, σε αυλές μπαινόβγαινε καθημερινά με ρυθμό, με χρόνο μετρημένο και υπολογισμένο.
Ξερακιανός, στητός σαν στέκα του μπιλιάρδου. Μικρό κεφάλι σε σχέση με το ύψος του, θύμιζε καρφίτσα. Ενδυμασία χειμώνα, καλοκαίρι σε αποχρώσεις του γκρι. Καμπαρντίνα μακριά σε γκρίζο μολυβί και καπέλο καβουράκι το χειμώνα, μακρυμάνικο πουκάμισο και παντελόνι στους ίδιους χρωματικούς τόνους το καλοκαίρι. Λίγο προς το γαλάζιο ξέφευγε το πουκάμισο ταιριαστό με τα ξεπλυμένα γαλανά μάτια του. Το καλοκαιρινό καπελάκι άλλαζε τελείως. Ψάθινο με μια μαύρη ξεθωριασμένη γκρο κορδέλα τριγύρω, διάτρητο ν’ αερίζεται το μισόγυμνο κρανίο. Σαν ένα απ’ τ’ ανθρωπάκια του Γαΐτη, πανομοιότυπο με ένα πλήθος άλλα, δραπέτευε απ’ το σωρό και μπαινόβγαινε σαν κουρντισμένο παιχνίδι από πόρτα σε πόρτα. Ξεχώριζε μόνο από το γρήγορο βάδην. Ένας σύγχρονος Ερμής, φτερωτός, ο ταχυδρόμος της γειτονιάς, μεταφορέας αλληλογραφίας, επιταγών εξ Αμερικής, τηλεγραφημάτων. Ευγενικός, αλλά ανέκφραστος. Δε συμμετείχε μήτε σε πόνο μήτε σε χαρά των παραληπτών. Κρατούσε ισορροπημένα τα τάσια της ψυχής του.


Γαβ, γαβ! Γαβ, γαβ, γαβ! Έτρεχε γαβγίζοντας στη στενόμακρη αυλή του Ψαρρέικου  η αδύνατη, ψηλόλιγνη Φρίντα. Καφετιά σαν γυαλισμένο κάστανο, νεότατη, ορεξάτη και αεικίνητη. Γουβ, γουβ, γουβ! Βαρύτονη και βαρύγδουπη η κοντοποδαρούσα Τζένη, γερασμένη πια. Τα σκυλιά του θείου Δημητράκη, κυνηγού χρόνια τώρα. Τούτη η δεύτερη δεν ξεκόλλαγε από την αυλόπορτα, αν δεν άνοιγε ο επισκέπτης, που είχε χτυπήσει το ρόπτρο λεοντοκεφαλή. Οσμιζόταν τη διάθεση του αόρατου επισκέπτη και γάβγιζε αναλόγως. Και ο κυρ Μιχάλης, ο ταχυδρόμος, δεν ήταν ανάμεσα στα φιλικά της πρόσωπα. Και πώς να είναι! Αμέριμνος άνοιξε μια χειμωνιάτικη μέρα την πόρτα κι εκείνη όρμησε πάνω του. Πρόλαβε τρομαγμένος να σηκώσει την κλειστή ομπρέλα και να την κατεβάσει με δύναμη στην πλάτη της. Ουρλιάζοντας οπισθοχώρησε το σκυλί. Εκείνη τη στιγμή ο κυρ Μιχάλης καταγράφηκε στο ένστικτο του σκυλιού ως εχθρός. Μέτρα μακριά περνούσε από την ψηλή κλειστή αυλόπορτα και το σκυλί λυσσομανούσε στο γάβγισμα. Παραλήπτης της αλληλογραφίας έγινα εγώ, αν ήμουν στο σπίτι. Έτσι κι αλλιώς είχα κερδίσει επάξια τον τίτλο της αλληλογράφου της γειτονιάς σε μεγάλη ακτίνα.


Ο πατέρας μού παρέδωσε τη σκυτάλη του γραφέα, όταν ένιωσε πως έχασε εκείνη τη δεξιοτεχνία του χεριού να γράφει τα καλλιγραφικά του γράμματα με περίτεχνες ουρές και στροβιλίσματα. Άρχισα δειλά δειλά να γράφω τις ευχετήριες γιορταστικές κάρτες προς τους συγγενείς στα πέρατα του κόσμου. Ιεροσόλυμα, Βηρυτός, Αμερική, Θεσσαλονίκη, Κροκύλειο, Μαυρολιθάρι, Καβάλα σε θείους, πατριώτες, νονούς, γνωστούς και συγγενείς πολλών γενεών. Ύστερα ερχόταν η ξαδέλφη να της γράψω διεύθυνση Αμερικής. Φάκελος με μπλε άσπρο δοντάκι ολόγυρα για αεροπορική αποστολή. Απόκτησα άνεση με τους πελάτες αλληλογραφίας και τους καθησύχαζα, αν δεν είχαν ειδικό φάκελο. Με άνεση ειδήμονα μου άρεσε να γράφω στην κάτω αριστερή γωνία του λευκού φακέλου «ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΣ- PAR AVION - BY AIR MAIL».
Η άλλη εξαδέλφη δεν ήξερε σχεδόν καθόλου να γράφει. Μα τι στο καλό σφούγγισε τον εγκέφαλό της και έσβησε όσα μάθαινε έξι χρόνια στο Δημοτικό! Είχε κι έναν έρωτα με γραμματιζούμενο υπάλληλο λογιστικού γραφείου κι εγώ έπρεπε όχι μόνο να γράφω, αλλά να αισθάνομαι την ψυχή της και να παίζω το ρόλο της δι’ αλληλογραφίας. Ε, δεν ήταν και δύσκολο. «Σε σκέφτομαι, σε βλέπω που περνάς έξω από το σπίτι, αλλά η μάνα μου κέρβερος, την τάδε μέρα και ώρα θα κατεβώ στην αγορά ν’ αγοράσω κλωστές κεντήματος, εκεί στο στενό… » . Έπεφτε το σήμα, ώστε όλως τυχαία να βρεθεί κι ο νεαρός στο στενό, να σταθούν πλάι πλάι στη βιτρίνα με τα κεντήματα, να ανταλλάξουν δυο κουβέντες, ν’ ακουμπήσουν τα χέρια τους. Αν σουρουπώσει κιόλας, θα βαδίσει μερικά βήματα ξωπίσω της και στην ανηφόρα της επιστροφής, εκεί έξω από το ερειπωμένο  σπίτι με τη φουντωτή συκιά θα σταθούν κλάσματα δευτερολέπτου για ένα πεταχτό φιλί.
Η φίλη μου, μικρότερη δυο τρία χρόνια, ξανθιά και ομορφούλα, είχε σύμμαχο τη μάνα της στο γάμπρισμα. Με τα γράμματα καμία σχέση. Ήρθε στην αλληλογράφο. Ο «Έρωτας» ήταν υπάλληλος τράπεζας και δεν ήξερε ο δύστυχος πως είχε γίνει στόχος. Ραβασάκια με εξομολογήσεις, με ζωγραφιστές καρδούλες διάτρητες από τα βέλη και χείλια κατακόκκινα, κατάλαβα πως έπρεπε να ζωγραφίζω γύρω τριγύρω από τα λόγια. Τα άφηνε η ερωτοχτυπημένη καλυμμένα με τα χρήματα στο γκισέ της τράπεζας και τρέλαινε τον παραλήπτη. Ρεζίλι έγινε μια φορά εκείνος, όταν τον αντικατέστησε συνάδελφος να κλείσει ταμείο. Μαζί με τα χαρτονομίσματα ήρθε στο φως το σημείωμα με τα γράμματα και τις ζωγραφιές μου ξέχειλο από έρωτα! «Μια μέρα αν δε σε δω, τρελαίνομαι! Το βράδυ στις 11.00 να περιμένεις τηλέφωνο». Και περίμενε ο έρμος και σήκωνε το ακουστικό και λιγωνόταν με τη φωνή του ElvisIts now or never” ή του Paul Anka Crazy love” από δίσκο 45 στροφών στο πικάπ! Και γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά

Η Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά γεννήθηκε στο Λαύριο Αττικής το 1947. Σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και από το 1973 κατοικεί στην Κομοτηνή, όπου δίδαξε ως φιλόλογος στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Το πρώτο της βιβλίο, «…μύριζε γαζία», εκδόθηκε το 2014, ενώ έως τότε συμμετείχε στην έκδοση «Η διδασκαλία της ξένης λογοτεχνίας στο Γυμνάσιο και Λύκειο» με ανάλυση του διηγήματος Ο Βάνκας του Τσέχωφ, έχει συντάξει και επιμεληθεί τα κείμενα τουριστικών οδηγών της Περιφέρειας Αν. Μακεδονίας & Θράκης, της Νομαρχίας Ροδόπης και του Δήμου Μαρώνειας. Επιμελήθηκε επίσης  το βιβλίο «Γεύσεις και αναμνήσεις από τη Ροδόπη» του αρχιτέκτονα Θανάση Πανδρευμένου, έκδοση της Νομαρχίας Ροδόπης, έχει δημοσιεύσει άρθρα ιστορικά, αρχαιολογικά και περιβαλλοντικά σε τοπικά περιοδικά.