Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

Τα καλοκαίρια κάποτε







Τότε που δεν χρειαζόντουσαν πολλά. Μόνο τα αναγκαία. Λίγα ρούχα, σεντόνια και πετσέτες, μια μπάλα που φούσκωνε και απογειωνόταν, μάσκα και βατραχοπέδιλα ο αδελφός μου, κουβαδάκι και τα σχετικά για μένα, τα απαραίτητα κατσαρολικά η μαμά. Απλά πράγματα. Και φυσικά να έχει πάρει ο πατέρας την άδειά του, Αύγουστο μήνα, ντάλα καλοκαίρι. Και να έχουν φροντίσει να καπαρώσουν (στο μιλητό) την παλιά αποθήκη, που πια χρησίμευε για θερινό κατάλυμα όλης της οικογένειας. Ψηλοτάβανη, μονόχωρη, με δυο παράθυρα μεγάλα λίγο πιο κάτω από την οροφή. Ράντζα εκστρατείας (έτσι τα λέγαν τότε), τραπέζι και καρέκλες. Μαγείρεμα στη γκαζιέρα. Όλα αυτά, που μοιάζουν σαν να έχουν βγει από ταινία νεορεαλιστικού κινηματογράφου, ήταν το σκηνικό για το ποθητό μας καλοκαίρι.
Και ήταν απίθανα όμορφο. Γιατί μπορεί να μην είχε τίποτε από όλα αυτά που αργότερα πολύ θεωρήσαμε ‘ανέσεις’ αλλά είχε το μοναδικό προνόμιο να είναι πάνω στη θάλασσα, κυριολεκτικά. Σε ποια θάλασσα; Στην καλύτερη τότε. Οι νεότεροι μάλλον δεν θα με εννοήσουν αλλά τότε, το 1961, το Μάλτεπε (έτσι το λέγαμε όλοι οι Θεσσαλονικείς τότε, κατόπιν επικράτησε το ελληνικό Καλλιθέα), στη Χαλκιδική, ήταν ένας απέραντος παράδεισος μόνο με άμμο και θάλασσα.
Μετά άλλαξαν πολλά. Ο νεοπλουτισμός επέδραμε στις παραλίες, το Μάλτεπε κατακλύστηκε από ξενοδοχεία, η αποθήκη των παιδικών μου καλοκαιριών γκρεμίστηκε. Αλλά κι εμείς φύγαμε για την Αθήνα. Άλλα μέρη εκεί, άλλες θάλασσες, άλλες συνήθειες.
Άλλωστε μεγαλώναμε.