Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Γιατί ο Μπόρχες





Μια φίλη (από τις πολύ αγαπημένες), που με ανέχεται για χρόνια, κοροϊδεύει την αγάπη μου για τον Μπόρχες: «παίζει η απάντησή σου σε όλα τα διλήμματα να είναι ένα ενθουσιώδες "Μπόρχες!"», με ‘στόλισε’ τις προάλλες. Μπορεί και να έχει δίκιο. Συχνά μου έρχεται αυθόρμητα η επιλογή αυτή. Ίσως πάλι να τα έχει πει όλα, οπότε…

Παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από το αριστουργηματικό του διήγημα (αλλά και αυτοβιογραφικό εν μέρει) «Ο νότος» (σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη):

[…]
Στην αίθουσα αναμονής του σταθμού, είδε πως είχε ακόμα μισή ώρα καιρό. Ξαφνικά θυμήθηκε πως σ’ ένα καφενείο της οδού Μπραζίλ (λίγο πιο κάτω απ’ το σπίτι του Ιριγκογιέν) ήταν ένας πελώριος γάτος, που καθόταν να τον χαϊδεύουν οι περαστικοί, σαν καταχθόνια θεότητα. Πήγε. Ο γάτος ήταν εκεί ˙ κοιμόταν. Ο Ντάλμαν παράγγειλε έναν καφέ, ανακάτεψε αργά αργά τη ζάχαρη, τον δοκίμασε (αυτή την απόλαυση την είχε στερηθεί στην κλινική) και, καθώς χάιδευε απαλά το μαύρο τρίχωμα, σκέφτηκε πως αυτή η επαφή ήταν απατηλή, πως ήταν σαν να τους χώριζε ένα τζάμι, γιατί ο άνθρωπος ζει στο χρόνο, στην αλληλουχία, ενώ το μαγικό ζώο στο παρόν, στην αιωνιότητα της στιγμής.


Τώρα, αν συσχετίσουμε το παραπάνω με τη φράση (από το ίδιο κείμενο):

«Η πραγματικότητα αρέσκεται στις συμμετρίες και στους ανεπαίσθητους αναχρονισμούς»,

ίσως αντιληφθούμε πως η ‘μαγική’ στιγμή της επαφής δεν υφίσταται πραγματικά ή έστω πως ο χρόνος ως συνειδητοποίηση μεταξύ του ανθρώπου και του ζώου μένει μετέωρος.

Για μένα, οπωσδήποτε Μπόρχες! Ίσως όχι ως απάντηση σε όλα τα διλήμματα. Ωστόσο σίγουρη απάντηση στο ερώτημα: «Τι να διαβάσω;»


Διώνη Δημητριάδου