Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Ο χρόνος είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση





Σε νεότερη ηλικία δεν το αντιλαμβάνεσαι. Μα είναι απολύτως σαφής η παραδοξότητα της έννοιας των κυλιόμενων ημερών. Κάτι σαν να βάζεις το χέρι σου στο νερό μα να μην το πιάνεις, ενώ το βλέπεις να ξεγλιστρά ανυπάκουο στην κίνησή σου. Όσο όμοιες να είναι οι μέρες που περνούν, σιγά σιγά το μαθαίνεις ότι δεν είναι ποτέ ίδιες, καθώς σοφά το είπε εκείνος ο παλαιός πως δεν μπορείς να ξαναμπείς στο ίδιο ποτάμι.
Έτσι όπως τρέχουν οι στιγμές (σαν μια κινούμενη εικόνα ποδηλάτου σε βρεγμένο, γλιστερό δρόμο) και μεγαλώνεις μέσα τους, το ψυχανέμισμά τους το νιώθεις. Μόνο τότε μπορείς να πεις ‘είμαι’, ‘βρίσκομαι’, ‘ζω’. Κυλώ σαν το ποτάμι. Όμως, για να λες ‘ζω’ πρέπει να έζησες, να έχεις ζήσει. Αλλιώς απατηλά μετράς μη βιωμένα χρόνια.
Γιατί μόνο τότε αντιλαμβάνεσαι τη σχέση του αορίστου χρόνου με όλα τα ενεστώτα. Θαρρώ κακώς τον ονομάσανε αόριστο. Τίποτε πιο οριστικό από τα βιωμένα σε χρόνο σταθερό. Όσο γι’ αυτόν τον άλλο τον ύπουλα παρακοιμώμενο παρακείμενο, δες πώς σε εξαπατά. Νομίζεις πως τον έβαλες στο χέρι μ’ εκείνο το βέβαιο κτητικό ‘έχω’, κι αυτός περιγελά τη σιγουριά σου με τη βοήθεια ενός οριστικού, ωστόσο (για τη συνείδησή σου) απολύτως αορίστου.
Με όλα τούτα τα γραμματικά και φιλολογικά θέλω να πω πως έχω φτάσει στο σημείο που αρχίζει ο χρόνος πια να νιώθεται κι οι μέρες να βιώνονται. Ως παρελθόν με αντικαθρέπτισμα στο τώρα. Μα απαιτούνται αρκετές δεκαετίες για να το πεις αυτό. Όσοι νεότεροι πιάστε λίγο το νόημα. Οι συνομήλικοι και μεγαλύτεροι έχετε ήδη καταλάβει τι εννοώ.

Διώνη Δημητριάδου

(η φωτογραφία του Massimilliano Sarno)