Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Η γλώσσα (ψυχή) του κειμένου




"Μισοπλαγιασμένη κοντά εις την εστίαν, με σφαλιστά τα όμματα, την κεφαλήν ακουμβώσα εις το κράσπεδον της εστίας, το λεγόμενον «φουγοπόδαρο», η θεια-Χαδούλα, η κοινώς Γιαννού η Φράγκισσα, δεν εκοιμάτο, αλλ' εθυσίαζε τον ύπνο πλησίον εις το λίκνον της ασθενούσης μικράς εγγονής της. Όσον διά την λεχώ, την μητέρα του πάσχοντος βρέφους, αύτη προ ολίγου είχεν αποκοιμηθή επί της χθαμαλής, πενιχράς κλίνης της.
Ο μικρός λύχνος, κρεμαστός, ετρεμόσβηνε κάτω του φατνώματος της εστίας. Έρριπτε σκιάν αντί φωτός εις τα ολίγα πενιχρά έπιπλα, τα οποία εφαίνοντο καθαριώτερα και κοσμιώτερα την νύκτα. Οι τρεις μισοκαυμένοι δαυλοί, και το μέγα ορθόν κούτσουρον της εστίας, έρριπτον πολλήν στάκτην, ολίγην ανθρακιάν και σπανίως βρέμουσαν φλόγα, κάμνουσαν την γραίαν να ενθυμήται μέσα εις την νύσταν της την απούσαν μικροτέραν κόρην της, την Κρινιώ, ήτις αν ευρίσκετο τώρα εντός του δωματίου, θα υπεψιθύριζε με τόνον λογαοιδικόν: «Αν είναι φίλος, να χαρή, αν είν' εχθρός, να σκάση...» («Η φόνισσα»)"


Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, αυτή η πλήρης απεικόνιση ψυχής, όχι απλώς ένας κώδικας επικοινωνίας ούτε μόνο μια μορφή λογοτεχνικής γραφής. Η σοφή επιλογή λέξεων, με λεπτότατη την  αίσθηση του περιττού, με εύστοχη επισήμανση του ουσιώδους. Αλλά και η συν-αίσθηση του αναγνώστη. Σαν να είσαι μέσα σ’ αυτό το μισοφωτισμένο δωμάτιο, να γέρνεις δίπλα στο τζάκι, να ακούς τους μισοκαμένους δαυλούς να σιγοσβήνουν. Αυτό το σκηνικό, όπου μέσα του εσωκλείεται η ταραχώδης σκέψη της Χαδούλας, το έφτιαξε η τέχνη του Σκιαθίτη, το έχτισε λέξη τη λέξη η γλώσσα του. Αυτή που κάποιοι θέλουν να τη θεωρούν ξένη και άγνωστη για τον σημερινό αναγνώστη. Μα αν «μεταφράσεις» τον Παπαδιαμάντη έχεις χάσει όλη τη γοητεία, αυτή που κάνει το κείμενο αντιληπτό με την αίσθηση που πλανάται γύρω σου, καθώς διαβάζεις, ότι έχεις μπροστά σου ήχους και χρώματα πίσω από τις λέξεις. Και πώς μπορεί να βρίσκει θιασώτες η  άποψη ότι η συνέχεια της γλώσσας καταργείται και πια αυτό είναι «ξενόγλωσσο» κείμενο! Η γλώσσα έχει και συνέχεια και κυρίως έχει ψυχή, και αυτή νιώθεται.

Αλήθεια, εν κατακλείδι, ετούτη η λέξη «υπεψιθύριζε» πώς μπορεί να αποδοθεί σε νεότερη γλωσσική εκδοχή; Αυτή η λεξούλα «υπό» που προστέθηκε έδωσε μια ποιότητα ανεπανάληπτη στον ψίθυρο, έκανε τη λέξη σχεδόν άηχη, κατώτερη και από ψίθυρο. Θα καταστρεφόταν αυτή η αίσθηση του βωβού πόνου που ασφυκτιά μέσα στο μικρό δωμάτιο με την πιθανή απόδοση «σιγοψιθύριζε».

Μερικά πράγματα ας μένουν έτσι όπως είναι. Όχι από διάθεση νοσταλγίας ή από πείσμα και αντίδραση σε κάτι νέο. Το νέο δεν είναι πάντοτε προοδευτικότερο, δεν είναι καν ομορφότερο του παλαιού. Έτσι συμβαίνει και εδώ.

Διώνη Δημητριάδου