Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016


«Το πριν»



Όταν γεννήθηκε, εκείνη τη στιγμή ακριβώς που έσπαγε το αόρατο πλέγμα και έκανε την εμφάνισή του στα ορατά του κόσμου αυτού, είχε μέσα στα μάτια ακόμη την αχλύ των άπιαστων και αδιαπέραστων εικόνων. Είπαν πως δεν έβλεπε, αφού μια λεπτότατη μεμβράνη σκέπαζε τις κόρες των ματιών του. Έτσι συμβαίνει, άλλωστε, σε όλες τις νεοεμφανιζόμενες μορφές, σε όλες τις νέες γεννήσεις. Αργά αργά τα μάτια ανοίγουν, είπαν. Τα βλέφαρα συνηθίζουν στο νέο φως και δεν κλείνουν, επιτρέποντας μ’ αυτόν τον τρόπο σε όλες τις νέες παραστάσεις να μπουν φραγμός σε όλες τις παλιές. Όπως πέρναγε η ώρα τόσο λιγότερο αισθανόταν το βίαιο τράβηγμα που τον έφερε στον κόσμο. Σ’ αυτόν τον κόσμο. Γιατί, και πριν σε κάποιο κόσμο ήταν. Μόνο που σιγά σιγά ξεθώριαζε η μορφή που είχε προλάβει να κρατήσει, όταν ένιωσε πως κάτι τον τράβαγε με βιασύνη, σταθερά έξω. Έξω από τι, αλήθεια; Η αίσθηση που είχε τώρα ήταν ότι κάπου μέσα κλεινόταν. Κάθε που μισάνοιγε τα μάτια, όλο και πιο οικείο του φαινόταν το μέρος που βρισκόταν. Και όλο και πιο θαμπή η ανάμνηση του…πριν. Και ποια είναι η έννοια του προγενέστερου, αναρωτήθηκε. Και αυτό το τώρα τι είναι; Το μετά; Υπάρχει; Κι αν ναι, προς τα πού πηγαίνει; Κι εγώ, θα πάω μαζί του ή μένω εδώ;
Μετά από λίγα λεπτά, τα μάτια του είχαν συνηθίσει το νέο φως. Και τότε, σαν να τραβήχτηκε μια κουρτίνα, έχασε τελείως τη μέσα θέα. Το μυαλό άδειασε, κι αυτός νεοφερμένος στη ζωή άνοιξε το στόμα του κι έβγαλε μια κραυγή. Κανείς δεν ένιωσε τι είχε μόλις συμβεί. Με άδεια τη μνήμη, σε απόλυτη α-νοησία, αφέθηκε στις πρώτες φροντίδες. Όλο το πριν είχε πια χαθεί. Ήταν εδώ, μια νέα ζωή, έτοιμος να ζήσει όλα αυτά που μόλις είχε ξεχάσει.

Διώνη Δημητριάδου


(η εικόνα από το διαδίκτυο)