Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Μια 'ανάγνωση' στην ποιητική συλλογή

«Εν υπνώσει»

του Νάσου Αθανασίου 


εκδόσεις Vakxikon





«Κι αν για τις σκιές ξημέρωσε,
για τα σώματα πότε θα νυχτώσει;»

Μ’ αυτούς τους, αναπάντεχους στην ανατροπή τους, στίχους μάς εισάγει στον ποιητικό του κόσμο ο Νάσος Αθανασίου. Στην ουσία μας ανοίγει ένα παράθυρο για να αντικρίσουμε με τη δική του οπτική  τον σημερινό κόσμο που βρίθει προβλημάτων -προσωπικών και κοινωνικών- και που αναμένει μια ποιητική φωνή να τοποθετηθεί σ’ αυτά. Αυτό άλλωστε έκανε πάντοτε η ποίηση. Μόνο που ήταν κάποτε ευκολότερο να διακρίνεις την τοποθέτηση, την άποψη ή ακόμη και την προτεινόμενη λύση σε εποχές που καλώς ή κακώς, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ομαδοποιούσαν τους δημιουργούς σε τάσεις, σχολές ή απλώς παρέες. Σήμερα τα πράγματα δυσκολεύουν. Πολλοί νέοι δημιουργοί καταφεύγουν σε παλαιότερες ποιητικές φόρμες ή πειραματίζονται περισσότερο υβριδικά αναμειγνύοντας διαφορετικά στοιχεία. Κι όμως, θα αρκούσε μια προσεκτική ματιά γύρω τους για να εξωτερικεύσουν  μια αυθεντική φωνή, ικανή να περιγράψει στιχουργικά μια πραγματικότητα τόσο πλούσια σε νέα στοιχεία.
Στην περίπτωση του Νάσου Αθανασίου μπορούμε να πούμε πως η προσοχή του ποιητή έχει στραφεί σε ό,τι αξίζει να αποτυπωθεί. Και μάλιστα με μια γραφή που ξαφνιάζει με τον προσωπικό της τόνο, τόσο διαφορετική από άλλους της ίδιας γενιάς.
Εδώ ο στίχος έχει μια προκλητικότητα, μοιάζει να αποζητά την αντίδραση του αναγνώστη, να αναμένει από αυτόν να συνταχθεί μαζί με το νόημά του ή να τον απορρίψει. Δεν είναι εύκολος ο λόγος του ποιητή. Δεν αποβλέπει σε επιφανειακή αποδοχή και ανέξοδη ωραιοποίηση, ανίκανη να στοχεύσει στην ουσία. Χτυπάει κατευθείαν στο κέντρο και δεν κάνει καμία έκπτωση στη σκληρότητά της. Αποτυπώνει, έτσι, ακριβώς την εποχή της. Από αυτή την άποψη αν τη δούμε, δεν έχει να διανύσει εύκολο δρόμο. Μόνον έτσι, όμως, μπορεί να συγκαταλεγεί στις αξιόλογες γραφές.

«-Έχω μια ορφάνια για την κυοφορία σου
ένα ξεπροβόδισμα για τον βιασμό σου
μια παραλυσία για την αυγή σου
ένα διπλαμπάρωμα για το αναθάρρεμά σου
μια γυρτή αντέννα για την πρόσκλησή σου
ένα ηλεκτρικό κύκλωμα για την εμμονή σου, ανοιχτό
μια κολακεία για τον εφησυχασμό σου
ένα βραβείο για την επιμήκυνσή σου
μια κλωστή για το πεταμένο σου
αλλά και ένα ντεπόζιτο για τον γκρεμό σου.
αυτό έχω μόνο.

-Μεγάλη κι αλλόκοτη η πραμάτεια σου.

-Κοίτα πιο προσεκτικά.»

Αυτή η πιο προσεκτική ματιά, όσο σκληρή κι ανελέητη φαίνεται, τόσο παροτρύνει και μας να δούμε από κοντά έναν κόσμο που δεν αρκείται στην επιφάνεια των πραγμάτων αλλά καταδύεται στα εσώτερα, με το ανάλογο προφανώς κόστος. Με λέξεις που ξαφνιάζουν, με συρραφές νοημάτων απροσδόκητες, ο ποιητής κατορθώνει να τραβήξει την προσοχή μας σ’ αυτά που συνιστούν τον πυρήνα μιας ζωής που χάνει τις βεβαιότητές της, εξαντλεί τις σταθερές της και αποζητά ένα έδαφος που να μην αποσαθρώνεται στα βήματά της. Είναι ο έρωτας αυτή η σταθερά που αναζητά; Ίσως ναι, αλλά χωρίς τίποτα από όσα τον καθιστούν ασφαλές λιμάνι. Εδώ ο έρωτας ακροβατεί ανάμεσα σε φωτεινά διαλείμματα και σε σκοτεινές, μακριές πεζοπορίες. Προσφέρεται χωρίς ανταλλάγματα. Κι έχει πίσω του διαρκώς τη σκιά του θανάτου να υπονομεύει τη διάρκειά του.

«Και είναι που με ξεγέλασε το άτιμο το δείλι
που μπλέκει το δω και το εκεί, το πάνω και το κάτω,
πως από αυτή τη φυλακή κρυφά μπορώ να φύγω
και στα στενά περάσματα μέσα του να χαθώ
και γέλαγα βαθιά σαν μου ‘λεγες
“τα δυο μου χέρια για σένανε φτερά μπορούν να γίνουν”,
δεν ήξερα βλέπεις να διαβάζω τη νοηματική σου
και τόσα χρόνια δεν κούνησα ούτε σπιθαμή
γιατί άργησα να αντιληφθώ
πως και στο λευθέρωμα,
ναι, ακόμη και σ’ αυτό
χρειάζονται δυο.»

Η φιλία, από την άλλη, έχει στον γενετικό της κώδικα την ανόθευτη αξία. Μπορεί να αποτελέσει την κλίμακα σωτηρίας; Ναι, αλλά οι φίλοι συχνά αποχωρούν χωρίς να το θέλουν, αφήνοντας άλλη μια σκιά εκεί που υπήρχε σώμα.

«Είχα μπόλικο κόκκινο, σίδερα στυλωμένα, περικυκλωμένα πλαστικά
κι έναν παρατρεχάμενο μαύρο κύκλο. Στην κυριολεξία.
Όλα σε μικρές ποσότητες, μονάχα το κόκκινο περίσσευε.
Αυτό νικά πάντα.»



Είναι, λοιπόν, μια ποίηση που βάφεται κόκκινη, που σκιάζεται από το μαύρο της απώλειας, που αναζητά ανοιχτό ουρανό να φωνάξει την παρουσία της. Μια φωνή που δένει απολύτως με την εποχή μας αποτυπώνοντας τις εσωτερικές ανασφάλειες αλλά και την πάσχουσα κοινωνική πραγματικότητα, που συνδιαλέγεται με ανθρώπους που, παρά τα χτυπήματα, δηλώνουν ότι θα συνεχίσουν. Όχι με διάθεση ανατροπής των πάντων αλλά ρίχνοντας στο χαρτί (εφόσον είναι ποιητές) τα λόγια τους, όπως εδώ, σε μια προσπάθεια να εκφράσουν τη γενιά τους. Γιατί αυτή η νέα γενιά ποιητών έχει πολλά να πει. Κι ας τα λέει «άναρχα» (όχι όμως «αναρχικά») κι ας απαιτεί κάτι περισσότερο από τον αναγνώστη: να συμμαζέψει τα θραύσματα αυτής της φωνής και να συνθέσει την εικόνα. Μια εικόνα καθόλου ενθαρρυντική. Περισσότερο  γκρίζα τα χρώματά της, πιο κλειστή η θέα του κόσμου της. Ωστόσο, η ποίηση δεν γράφεται με λουλούδια και ζωηρά χρώματα. Αν φυσικά μιλάμε για την αυθεντική εκδοχή της. Νομίζω πως ο ποιητής Νάσος Αθανασίου, ο οποίος μας συστήνεται με αυτή την πρώτη του συλλογή, έχει βρει το νήμα που οδηγεί στον σκληρό, υπόκωφα αγανακτισμένο στίχο. Και από κει ίσα στη σκέψη του αναγνώστη που δεν βαυκαλίζεται με ωραιολογίες. Εδώ το τοπίο είναι τραχύ αλλά περιέργως γόνιμο.


Διώνη Δημητριάδου