Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

«Ο σκοτεινός θάλαμος»



Έριξε μια εξεταστική ματιά στο δωμάτιο, χαμήλωσε το βλέμμα και του είπε: «Να, εδώ. Έτσι». Και αφήνοντας νωχελικά να πέσει το χέρι της στον ώμο του, τον προσπέρασε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Κι αυτός ίσα που ένιωσε την άκρη των δαχτύλων της. Ένα γρήγορο πέρασμα μπροστά από τα μάτια του. «Όπως θέλεις» απάντησε ψυχρά.
Οι σκιές διαδέχονταν η μια την άλλη και ο σκοτεινός θάλαμος αποτύπωνε: κινήσεις του κορμιού, ένα γύρισμα του προσώπου στο πλάι, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο ακόμη. Όλα στο γκρίζο, το ουδέτερο, που καταργεί όλα τα κόκκινα των υποσχέσεων, που αφήνει όλα τα σκιερά κυρίαρχα στη μέση της εικόνας.
Όταν έκλεισε η πόρτα, αυτός κοίταξε για λίγο το άδειο σκηνικό. Ανασήκωσε τους ώμους αποδιώχνοντας και την τελευταία ανάμνηση του αγγίγματος, και άρχισε να συμμαζεύει τον χώρο απομακρύνοντας όλα τα περιττά.
Εκείνη κατέβηκε τις σκάλες και χύθηκε στον δρόμο με όλο το βάρος μιας λέξης που δεν ειπώθηκε. Ακόμη με την αίσθηση του μάταιου να ισοπεδώνει κάθε επιθυμία. «Ας είναι», είπε, «η στιγμή αποτυπώθηκε». Κι έτσι με την ξαφνική πληρότητα που δίνει κάποτε η τέχνη, άνοιξε τον βηματισμό της και χάθηκε από τη σκηνή.



Διώνη Δημητριάδου 


στη φωτογραφία ο Fred Boissonnas