Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Μια ‘ανάγνωση’

στην ποιητική συλλογή 

«Ρολόγια και άλλοι χτύποι»

της Μαρίας Κουλούρη

από τις εκδόσεις Μελάνι



«Δε θα μιλήσουμε για ζωή
Ούτε για ουρανό
Ο θάνατος είναι το θέμα
Μοναχικός κολυμβητής ο αφανισμός
Επίμονα χαράζει ιστορία
Ύπτια θέση υπόδειγμα για τους θνητούς
…»

Η Μαρία Κουλούρη στη δεύτερη ποιητική της συλλογή θέλει να μας μιλήσει για την άλλη όψη της ζωής, την μέσα πλευρά του καθρέφτη. Ο θάνατος, λοιπόν, είναι το θέμα εδώ. Παρακολουθούμε τον τρόπο που τον ανιχνεύει η ποιήτρια και παραδόξως αντί να μας διαπερνά ένα ρίγος, που φυσιολογικά συνοδεύει τις αναφορές σ’ αυτό το αμετάκλητο τέλος, είναι σαν να νιώθουμε κάποια οικειότητα ή έστω μια συγκατάβαση μπροστά στο αναπόφευκτο κοινό μέλλον.

«Στους ζωντανούς» αφιερώνει τους στίχους της η ποιήτρια, σαν να θέλει να κινητοποιήσει την υπόμνηση της διάκρισης από τους άλλους της άλλης όχθης. Ή ακόμη σαν να φέρνει αντιμέτωπους όλους τους εν ζωή με τις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις και τις ποικίλες ανακουφιστικές ερμηνείες που θρησκευτική αδεία μορφοποιούν το άγνωστο. Δεν θεωρώ τυχαίο τον τίτλο του πρώτου ποιήματος της συλλογής «Επίλογος», εν είδει αντιστροφής των λογικών συντεταγμένων της ζωής. Αρχή και τέλος. Ποια σημασία να έχει από πού θα αρχίσει η μέτρηση; Το βέβαιο είναι πως ο χρόνος κυλά ερήμην των όντων που αγωνιούν για το αδύνατον της παρέμβασης στους χτύπους των ρολογιών. Κι έρχεται η ποίηση να αφουγκραστεί τους χτύπους αυτούς του χρόνου, στην ουσία όμως να σχολιάσει με τον τρόπο της το άχρονο του πράγματος.

Η ποίηση της Μαρίας Κουλούρη είναι λιτή και ολιγόστιχη. Ο δυνατός λόγος λειτουργεί με τον πιο απλό τρόπο, με πίστη στο νόημα που περικλείεται στην κάθε λέξη, αρκεί να μην πρόκειται για επιφανειακό και τεχνικό πάντρεμα λέξεων αλλά, όπως εδώ, να ξεπηδούν αυτές με σχεδόν φυσική ορμή. Η συγκεκριμένη ποίηση έχει δουλευτεί χωρίς να διακρίνονται οι ραφές της, με τη δύναμη που πηγάζει από εσωτερικές δονήσεις. Με τον ποιητικό της άλλωστε τρόπο η Μαρία Κουλούρη οριοθετεί και την αφετηρία της τέχνης της

«Κλαίω πολύ πριν
Πριν αρχίσω να λέω»

Δεν πρόκειται ωστόσο για πένθος που μορφοποιείται γύρω από συγκεκριμένο πρόσωπο. Περισσότερο υφέρπει πίσω από τους στίχους της μια μελέτη θανάτου, χωρίς να μιλά με στόμφο του ειδήμονος ή με φιλοσοφική διάθεση κατάθεσης μιας θεωρίας. Μια απόπειρα είναι μάλλον να δοθεί εικόνα και πρόσωπο σ’ αυτό το πένθος που διακατέχει τον κάθε άνθρωπο, όταν αυτός σταθεί απέναντι στην ουσία της ζωής, έτσι όπως αυτή εμπεριέχει το τέλος της με την αρχική σημασία, αυτή  του σκοπού.

Δείτε πώς οι δύο όψεις γίνονται μία, πώς ανακυκλώνεται η ανάσα και η ύλη σ’ αυτό τον ιδιότυπο διάλογο ζώντων και τεθνεώτων:
«…
Ότι απόμεινε η σιδερένια πόρτα
Στον κήπο που ευδοκιμείς
Και τα δέντρα
Προμαχώνες της σκιάς σου
Ερωτεύομαι τους κορμούς
Ελπίζοντας αιώνες
Παντρεύομαι το χώμα
Κομμάτι από πλευρό
Και ύλη απομυζώντας
Αναβάλλομαι»

Σ’ αυτό το τοπίο που μας μεταφέρουν οι στίχοι δεν ευδοκιμούν τα ζωτικά θρησκευτικά ψεύδη «κάτοπτρα για ευσεβείς», έτσι απλά όπως σ’ ένα «σεντόνι νωπές αποσυνθέσεις» επιχειρείται μάλλον «ο διαμελισμός του θαύματος».

Και η ανάσταση; Μια ελπίδα ίσως;

«Είναι είπαν οι μέρες που θα φανεί
Ο ψαράς από το απέναντι νησί
Ίσως ο ακροβάτης του αφρού»

Η κατάργηση της βεβαιότητας «εν αναμονή του αγνώστου». Ίσως ακόμη και η εξέγερση του ανθρώπου μπροστά στη ματαιότητα των ελπιδοφόρων μηνυμάτων που εύστοχα συντηρούν την προσδοκία:
«Ο ναός έχει καταληφθεί».

Αυτή η ποίηση, λοιπόν, δεν ανοίγει το παράθυρό της σε καμιά αχτίδα φωτεινή; Ποιο είναι το χρώμα της; Μαύρο, ως είθισται να βάφεται το άγνωστο, μήπως λευκό, δηλωτικό της ουδέτερης άγνοιας; Εδώ κι εκεί συναντάμε κάτι χρωματιστό, κάτι πιο κοντά σε μια άνοιξη,  ακόμη κι όταν αυτή επιτρέπει μόνο να ανθίσουν  οι ρωγμές των σπιτιών 

«Κουράζονται οι τοίχοι
Ανθίζουν οι ρωγμές τους».

Στη πρώτη ποιητική της συλλογή («Μουσείο άδειο») που ξεχώρισε δυο χρόνια πριν, η ποιήτρια πάλι έδινε με τη δύναμη του στίχου της μια άλλη διάσταση αυτής της μελαγχολίας, πάλι έψαχνε χώρο να στεγάσει μια βεβαιότητα

«Ψάχνω να βρω το χώρο
Δεν ευδοκιμεί παντού το οριστικό
Χώμα κυρίως θέλει».

Τώρα σε πιο ώριμη στιγμή δημιουργίας μοιάζει πιο σταθερά να πατά σε έδαφος

«Στερεώθηκα κάποτε
Μοναδική στεριά
Οι στήμονες μιας παπαρούνας».

Εύλογα αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί να σταθεί σ’ αυτό το ελάχιστο που της αναλογεί. Δύσκολο ακόμη και για έναν εκπαιδευμένο ακροβάτη όπως είναι ο ποιητής, αυτός ο διαρκώς αιωρούμενος ανάμεσα σε φθαρτά και άφθαρτα. Ας  πούμε ότι η υποψία φωτός στα ποιήματα της Μαρίας Κουλούρη θα πρέπει να ανασκαφεί στο σημείο που συναντώνται τα ορατά με τα αόρατα, το εδώ και το επέκεινα, το υλικό και το άυλο. Δηλαδή η ζωή και ο θάνατος ως δύο όψεις ενός και του αυτού, ως συμφιλίωση με την ιδέα της συνέχειας μέσα στον χρόνο. Αυτός ο χρόνος άλλωστε είναι που μετριέται σε μια απόπειρα του φθαρτού όντος να ελέγξει τα διαστήματα που ορίζουν τη ζωή του. Επί ματαίω; Ίσως. Η ποίηση όμως μας δίνει τη δυνατότητα να μιλάμε για όλα αυτά που μας ξεπερνούν.

Διώνη Δημητριάδου