Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Μια 'ανάγνωση' στο αφήγημα

της Αγγελικής Καραθανάση

« Η καθηγήτρια»
 (αφηγήσεις από τα χρόνια της δικτατορίας)

από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης»



«Άκουσα το πρώτο κουδούνι, καθώς ανέβαινα τις σκάλες. Πριν καλά καλά φτάσω δίπλα στους καθηγητές, που ήταν κιόλας μαζεμένοι για την πρωινή προσευχή, ο γυμνασιάρχης μπροστά στους συναδέλφους και στα παιδιά άρχισε να με επιπλήττει σαν να ήμουν μικρή μαθήτρια. Έπρεπε, έλεγε, να ήμουν εκεί “προ της κρούσεως του κώδωνος, κι όχι με το τακ τακ των τακουνιών μου να παρακωλύω τη λειτουργία του σχολείου”.
Με αυτή τη πρώτη ανάμνηση από τη θητεία της στα σχολεία ξεκινά η Αγγελική Καραθανάση τις αφηγήσεις της. Ενδεικτικό το περιστατικό για το κλίμα που επικρατούσε στα σχολεία τα χρόνια της δικτατορίας. Αυτή τη περίοδο των σχολικών της αναμνήσεων επέλεξε η συγγραφέας που ταυτίζεται με τα πρώτα χρόνια που δίδαξε, χρόνια δύσκολα, ανιχνευτικά πορείας  στην προσωπική ζωή αλλά και στη διδακτική πρόταση. Και κυρίως μέσα σε μια ατμόσφαιρα πολιτική που ελάχιστα ευνοούσε την ελεύθερη σκέψη και την πρωτοβουλία.
Έχοντας από προσωπική πείρα την πλήρη εικόνα της ιδιαιτερότητας που χαρακτηρίζει τη θητεία του καθηγητή στη σχολική πραγματικότητα, δεν εκπλήσσομαι με την επιλογή να παρουσιαστούν αυτές οι αφηγήσεις στην κρίση του αναγνωστικού κοινού. Η διδασκαλία είναι (ή έστω οφείλει να είναι) μια επιλογή ζωής. Σπάνια, ωστόσο, η αφετηρία της διδασκαλικής καριέρας χαρακτηρίζεται από τόσο σημαδιακές αποφάσεις. Η ανάγκη απασχόλησης αλλά και η αυτονόητη σύνδεση σπουδών και επαγγελματικής αποκατάστασης συχνά οδηγούν τον απόφοιτο ανάλογων  σπουδών  στα σχολεία. Συν τω χρόνω θα φανεί αν η κλίση του είναι αυτή ή αν τυχαία βρέθηκε εκεί που δεν έπρεπε να είναι. Στην περίπτωση, λοιπόν, που η πορεία ευοδωθεί και η επιλογή αυτή αποδειχθεί ορθή από κάθε άποψη, δημιουργείται η ανάγκη κοινοποίησης αυτών των σκέψεων που καταγράφηκαν στην ώρα τους για να βρουν τώρα, τόσα χρόνια μετά, το μοίρασμα που τους αξίζει.
Από την πρώτη επαφή με το σχολείο (τη σχολική χρονιά ’69-70) και μέχρι το 1973, η Δάφνη, η ηρωίδα του βιβλίου ως άλλη περσόνα της συγγραφέως, νεαρή καθηγήτρια, κρατάει ημερολογιακές σημειώσεις-καταθέσεις σκέψεων και ιδεών, εμπειριών και συναισθημάτων.
Σχέσεις με τους μαθητές, με τους συναδέλφους, με τη διοίκηση των σχολείων, παράλληλα σταδιακή ωρίμαση και επανεκτίμηση της σχέσης με τους γονείς, με την οικογένεια. Σε δεύτερο πλάνο, πιο διακριτικό αλλά και πιο ενδεικτικό του τρόπου σκέψης της, η σχέση με το άλλο φύλο. Όλα αυτά μέσα από τον αφοπλιστικά ειλικρινή τρόπο γραφής, σε απευθείας “διάλογο” με τον εαυτό της αλλά και με μας όλους τώρα πια.


Πόσο, αλήθεια, δύσκολη αποδεικνύεται πολλές φορές η προσπάθεια να κυνηγήσεις το αυτονόητο στον τρόπο διδασκαλίας, στην επαφή με τους μαθητές αλλά και στους “ελιγμούς” που επιχειρείς με τους ανώτερους στην ιεραρχία προκειμένου να αποδείξεις πως έχεις κάτι σημαντικό να προσφέρεις στη υπόθεση της εκπαίδευσης. Και πόση “ψυχή” πρέπει να διαθέτεις για να υπερβείς τα εμπόδια και να συστήσεις τον δικό σου τρόπο, την εικόνα του δασκάλου που μπορεί να εμπνεύσει με τον λόγο του. Η Δάφνη κατάλαβε νωρίς ευτυχώς ότι το να είσαι ο εαυτός σου χωρίς υποχωρήσεις και αλλοιώσεις συμβατικές είναι  ο δρόμος που βγάζει ίσα ευθεία στον στόχο. «Μη γίνεις μια απλή δασκάλα, κάνε κάτι διαφορετικό, γράψε, σκύψε μέσα σου να δεις τι σε συγκινεί». Αυτόν ακολούθησε και, όπως γράφει η ίδια, δικαιώθηκε και στη συνείδησή της αλλά και στα μάτια των μαθητών και συναδέλφων.
Διαβάζοντας τις καταγραφές της αποκομίζεις και μια εικόνα των γεγονότων που διαδραματιζόντουσαν και στην πολιτική κατάσταση της χώρας εν μέση δικτατορία (με τις επιβεβλημένες δηλώσεις ευπείθειας στο καθεστώς αλλά και με  τις φοιτητικές εξεγέρσεις του ’73) αλλά και στην κοινωνική ζωή της επαρχίας που η νεαρή καθηγήτρια διορίστηκε. Η Κρήτη, όπως μας  την παρουσιάζει η συγγραφέας, είναι γεμάτη ήχους και μυρωδιές, φιλόξενες φιγούρες και ανοιχτές αγκαλιές. Δεν γνωρίζω αν αυτή είναι η πιο ακριβής παρουσίαση από την πλευρά της ή αν αυτή η εικόνα χτίστηκε μέσα στο πέρασμα των χρόνων με την απαραίτητη λείανση που επιφέρει η μακρά (και κατ’ επιλογή πλέον) συμβίωση με τους ανθρώπους και την ιδιομορφία του χώρου. Όποιος βρέθηκε σε επαρχία ελληνική, κατ’ ανάγκη με κάποιον διορισμό, και έχοντας στις αποσκευές του άλλες συνήθειες από μεγαλύτερα αστικά κέντρα, ίσως γνωρίζει ότι η ενσωμάτωση στην πιο μικρή κοινωνία δεν είναι τόσο εύκολη. Από την άλλη μπορεί ο χαρακτήρας της ίσως είναι στην προκειμένη περίπτωση ο καταλύτης που διαμόρφωσε την προσλαμβάνουσα εικόνα. Ο λόγος της συνηγορεί γι’ αυτό το τελευταίο: απλός, ειλικρινής και γνήσιος, αφήνεται να συνδεθεί με τους ανθρώπους χωρίς υπεκφυγές και ωραιοποιήσεις.
Η αφήγηση σταματά με το κλείσιμο του σχολείου για διακοπές, το καλοκαίρι του ’73. Η συγγραφέας παραθέτει ένα μικρό επίμετρο με σκέψεις που αφορούν τα μετέπειτα χρόνια, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο το κείμενό της σε σχολιασμό του κλίματος στα σχολεία που φτάνει ως τα μέρες μας. Θα λέγαμε πως όλη αυτή η αφήγηση αποκτά μια διαχρονικότητα και παύει πια να αφορά μόνον αυτούς που βρίσκουν κάποιο κοινό τόπο με τα χρόνια που διαδραματίζονται τα γεγονότα. Άλλωστε η σημερινή κατάσταση στην παιδεία δεν θα μπορούσε να μην έχει τις καταβολές της σε όλα τα προηγηθέντα. Και για όλα αυτά τα κακώς κείμενα που ταλαιπωρούν τα σχολικά τεκταινόμενα, η συγγραφέας επιμερίζει τις ευθύνες σε όλους.
Τέλος θα ήθελα να σταθώ στον απολογισμό που κλείνει το βιβλίο της. Το γράφει την τελευταία μέρα της θητείας της, τον Ιούνιο του 2006, και φυσικά το αφιερώνει στους αποδέκτες του έργου της, τους μαθητές της. Γιατί, μπορεί η διδασκαλία να είναι ένα επάγγελμα με όλους τους τυπικούς όρους, ωστόσο η σχέση με τους μαθητές είναι που ορίζει τον τελικό απολογισμό μιας πορείας. Και όχι μόνον γιατί ο βασικός όρος της δουλειάς αυτής έχει να κάνει με τη μάθηση και απευθύνεται σ’ αυτούς. Κυρίως γιατί, όπως γράφει η ίδια, «οι μαθητές νομίζουν  ότι εμείς οι καθηγητές προσφέρουμε σ’ αυτούς, δεν υποψιάζονται όμως τι εκείνοι προσφέρουν σε μας. Σ’ όλους τους μαθητές μου χρωστώ απεριόριστη ευγνωμοσύνη, γιατί με άφησαν και τους πήρα κάτι από τη ζωντάνια τους, από τον αυθορμητισμό τους, από την απολυτοσύνη τους, από τη χαρά και τον ενθουσιασμό τους. Ίσως γι’ αυτό δεν νιώθω ότι έχω στην πλάτη μου τόσα πολλά χρόνια στη ζωή και στην εκπαίδευση. Θεωρώ ως τίτλο τιμής την ιδιότητα της καθηγήτριας που αξιώθηκα και δεν θέλω να απεκδυθώ».

Ας μην ξαφνιαζόμαστε, μετά από αυτά τα λόγια, που έθεσε ως τίτλο στο βιβλίο αυτών των αφηγημάτων ζωής τη λέξη που καθόρισε την πορεία της. Καθηγήτρια.


Διώνη Δημητριάδου