Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016




"Ο ποιητής και ο θάνατος"


«Θυμάμαι κάποτε παιδί, που έγραψα τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω πως δε θα πεθάνω ποτέ,
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα»
                                                            Τάσος Λειβαδίτης



    Πράγματι, ο ποιητής είναι δύσκολο, κατ’ ουσίαν, να πεθάνει. Ζει, όσο ζουν οι στίχοι του, αναπνέει μαζί με το “δούλεμα” της σκέψης του από μας τους αναγνώστες του, εκδικείται τη θνητότητα προσφέροντας μορφή αθανασίας. Διασώζει τα πιο σημαντικά και βιώσιμα στοιχεία της γύρω πραγματικότητας. Έτσι, υπερβαίνει τη φθορά.
 Το αντίτιμο για όλο αυτό το προνόμιο; Βαρύ όσο και ο θάνατος, και μάλιστα με καθημερινή απώλεια ζωής. Ο ποιητής κάθε μέρα δίνει λίγη από τη ζωή του, ώστε να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα: να δώσει αθανασία στη σκέψη του, που διαμορφώνεται από θνητά υλικά αλλά μπαίνει, έτσι μαγικά, στη σφαίρα του αιώνιου. Αυτό, βέβαια, θα πρέπει να εννοούσε ο αγαπημένος ποιητής.
 Τώρα, αν το δούμε από άλλη σκοπιά, βγάζει δυστυχώς και άλλο νόημα. Ο ποιητής, φτιαγμένος, όπως φαίνεται, από άλλα υλικά, σαν να μην έχει θέση σήμερα στον κόσμο, σαν να μη βρίσκει χώρο να σταθεί (και είναι αλήθεια ότι χρειάζεται άπλα μεγάλη, για να ανοίξει τα φτερά του), σαν ο κόσμος να πορεύεται μια χαρά και χωρίς αυτόν. Του επιφυλάσσεται ένας καθημερινός θάνατος είτε αυτός παίρνει τη μορφή της κατευθείαν απόρριψης είτε αυτήν της αδιαφορίας ή της άγνοιας. Και τότε αυτός χαράσσει ιδιωτικές οδούς («δεν σιμώνει κανένας» εύστοχα δηλώνει ο Ελύτης) και αποσύρεται αθόρυβα, χωρίς να επιθυμεί και να επιδιώκει την επώδυνη επαφή με τους αδαείς. Είναι άραγε αυτή μια μορφή θανάτου; Και οι θύτες; Έχουν επίγνωση του ρόλου τους; Ίσως όχι, μια και πολλές φορές ο ίδιος ο δημιουργός δεν διαισθάνεται τη φύση του θανάτου μέσα σ’ αυτήν την, καθημερινή πάλι, απώλεια.
«Μια μικρή θέση στην υστεροφημία», αυτό ζήτησε μόνο. Είναι άραγε πολύ;


Ας ακούσουμε την άποψη του Γιώργου Σεφέρη:


 « Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί. »


  Το ποίημα, η ποίηση, η δημιουργία εμπεριέχει τον άνθρωπο, όπως και τη “θνητή” αφορμή, που γέννησε την έμπνευσή του. Ο δημιουργός φεύγει, εγκαταλείπει το ποίημά του σε μας, για να δώσουμε τη δική μας ερμηνεία, να βάλουμε τον εαυτό μας στη θέση του ερμηνευτή/δημιουργού˙ γιατί και η ερμηνεία λειτουργεί δημιουργικά. Κάθε ένας από μας είναι και φυσικός αποδέκτης του ποιητικού λόγου, και διαβάζοντας προεκτείνει το νόημα του ποιήματος στη δική του ζωή και τη δική του βιωματική εμπειρία. Κάθε ποίημα και μια ανοιχτή πορεία, μια πιθανή “διάβαση”, μια ερμηνεία. Για τον λόγο αυτό το δημιούργημα επιβιώνει του δημιουργού· μόνο που, όπως φαίνεται, επιβιώνει αλλαγμένο, με τις κατοπινές παρεμβάσεις, που του επιφυλάσσουν οι αναγνώστες του. Ο ίδιος ο δημιουργός του, όμως, ζει όπως ακριβώς τον θυμόμαστε, όπως ήταν, όταν έγραφε. Αυτή στην ουσία είναι η υστεροφημία του, όσο το επιτρέπουν οι καιροί, όσο οι εποχές θα αναζητούν, ή ακόμη θα “ανέχονται”, την ιδιόμορφη παρουσία του ποιητή ανάμεσά μας.

Διώνη Δημητριάδου

(από τη συλλογή δοκιμίων «Το ύφος και το ήθος», εκδόσεις Νοών)

(Ο πίνακας του Νίκου Εγγονόπουλου, "Ο ποιητής και η μούσα του")