Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Διαβάζοντας και σχολιάζοντας

(περί ύψους και άλλων διαστάσεων)



Η ανάγνωση:

«Ένας Ινδός άγγελος»  της Κυριακής Λυμπέρη, από την ποιητική συλλογή «Ζητήματα ύψους», εκδόσεις «Τυπωθήτω»

«Ένας Ινδός άγγελος,
με τα ανοιχτά σε έκταση
μαύρα χέρια του φτερά,
να συνοψίζει το απόγευμα
επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,
όχι την πτώση των αγγέλων
-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε
της έπαρσης την αμαρτία-
μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται
στην άκρη του φωτός,
μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει
το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του
στο πουθενά»

Και το σχόλιο:

Έγραφε ο Ανδρέας Εμπειρίκος για την ποίηση (την υψηλή ασφαλώς) ότι μοιάζει με «ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου».
Θαρρώ δεν ταιριάζει καλύτερα σ’ αυτή την απαστράπτουσα επιφάνεια -εν κινήσει μάλιστα- τίποτα άλλο παρά αυτοί οι στίχοι παραπάνω της Κυριακής Λυμπέρη, έτσι όπως αφήνονται χύμα στο χαρτί για να μας δώσουν την εξαιρετική εικόνα της ανάπτυξης προς τα πάνω αυτού του άυλου όντος που μάλλον εξατμίζεται στην επαφή του με την ανώτερη ατμόσφαιρα. Μια κίνηση ελάχιστη, σε αργή κίνηση, που αρχινά από την κατωφέρεια (αναγκαστική αρχή για την οποιαδήποτε γνήσια απογείωση) και κατόπιν ξεκινά για την αποθέωση στα πάνω στρώματα της συνείδησης και του ουρανού.
Και πάλι σκέφτομαι πόσο αδυνατούν τα λόγια (πόσο μάλλον σε μορφή σχολίων) να αποδώσουν την εικόνα του αγγέλου αυτού που χάνεται στο πουθενά απελπισμένος. Ωστόσο εκεί στο τελευταίο ζύγιασμα στην άκρη του φωτός είναι που συναντά το ποιητικό θαύμα, και εκεί λίγο πριν παραδώσει και παραδοθεί ταυτόχρονα, γεννιέται ο ποιητικός λόγος. Ή χάνεται και αυτός, γιατί κι ο στίχος διαρκεί όσο το εκτυφλωτικό πέρασμα αυτού του λαμπερού εμπειρίκιου ποδηλάτου. Μακάριοι όσοι προλαβαίνουν να το δουν.
Κι αν κάποιοι στους στίχους αυτούς βλέπουν μόνο τη σκοτεινή πλευρά και απολύτως τίποτα από τη λάμψη, έχω να πω πως στην ουσία το ίδιο βλέπουμε, μόνο που ερμηνεύουμε αλλιώς το μέσα σκοτάδι, επιμένοντας ο καθένας στην αστραπή που άλλοτε τυφλώνει και άλλοτε φωτίζει. Σε κάθε περίπτωση ο άγγελος αυτός, ο μαύρος απογειώνει την εικόνα και τον στίχο, ασχέτως αν μένει για κάποια ερμηνεία αμφίβολη η προσωπική του απογείωση.


Διώνη Δημητριάδου