Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Μια 'ανάγνωση' στη συλλογή διηγημάτων
«Ο καινούργιος κι επτά ακόμη διηγήματα»
της Τίνας Κουτσουμπού,
από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης




«Είχε δυνατά παπούτσια κακοβερνικωμένα κι αρματωμένα με καρφιά στις σόλες. Οι άλλοι δεν τον πρόσεχαν στα διαλείμματα. Καθόταν πάντα μόνος στο παγκάκι της αυλής, κάτω από τη μουριά και φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του. Οι στριγκές φωνές των κοριτσιών που αντάλλασσαν αστεία και κυνηγιόνταν με τ’ αγόρια των μεγαλύτερων τάξεων ούτε που τάραζαν τον άγνωστο σε μένα κόσμο του. Κι όμως, φαινόταν ιδιαίτερο παιδί και ήταν ευαίσθητος. Αυτό το τελευταίο το κατάλαβα προχθές στην ξαφνική νεροποντή, που πήρε μαζί της τις ξεχαρβαλωμένες στέγες και κεραίες από τα χαμόσπιτα της γειτονιάς.»

Καμιά φορά αρκεί να διαβάσεις δυο-τρεις αράδες από το γραπτό κάποιου για να αισθανθείς πως ο λιτός τρόπος παρουσίασης ενός θέματος μπορεί να μιλήσει καλύτερα κι από πολλές σελίδες πυκνογραμμένης περιγραφής. Έτσι κι εδώ, στο ομώνυμο διήγημα της συλλογής της Τίνας Κουτσουμπού, ήταν αρκετές λίγες σειρές για να μας βάλει κατευθείαν στο θέμα της. Αυτόν τον «καινούργιο» αξίζει να τον διαβάσει κανείς.

Τα θέματα που παίρνουν ζωή στα διηγήματα του βιβλίου είναι έτσι απλά και καθημερινά, σαν να βγήκαν από τη δική μας σκέψη, σαν οι ήρωές τους να κατοικούν δίπλα μας και να κινούνται στον δικό μας χώρο, στον μικρόκοσμο που μας περιβάλλει. Ως προς αυτό, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι το θέμα ενός διηγήματος θα έπρεπε να αντληθεί από έναν κόσμο πιο περίπλοκο και να αναλύσει (όσο φυσικά του επιτρέπει η έκτασή του) ήρωες με περισσότερο μπερδεμένη ιστορία ζωής. Γιατί άραγε; Νομίζω ότι το διήγημα (προσφιλής επιλογή των συγγραφέων τα τελευταία χρόνια) έχει το δικό του προφίλ στον κόσμο της συγγραφής. Δεν οφείλει να ανταποκριθεί οπωσδήποτε σε καθορισμένες αρχές γραφής –εκτός φυσικά από αυτές που οριοθετούν το είδος του: μικρή έκταση, ένας ήρωας, στοιχειώδης πλοκή. Είναι περισσότερο ελεύθερος ο δημιουργός του να μας ξαφνιάσει με την πρωτοτυπία του, να μας ανοίξει ένα διάλογο γύρω από την τόλμη του να προχωρήσει στις επιλογές του.

Έχουμε, λοιπόν, εδώ οκτώ συνολικά μικρά διηγήματα που μπορεί να μη φιλοδοξούν να ονομαστούν ιστορίες ακριβώς, ωστόσο  επάξια φέρουν τον τίτλο, καθόσον το καθένα απ’ αυτά συνιστά μια εικόνα (με αρχή, μέση και τέλος), με ήρωα ξεκάθαρα διαγραφόμενο, με πλοκή ελάχιστη αλλά ενδιαφέρουσα. Και με μια ιδιαιτερότητα, ενδιαφέρουσα κι αυτή: τα διηγήματα αυτά δεν μας ξαφνιάζουν στο τέλος τους, όπως συνηθίζεται σ’ αυτές τις σύντομες γραφές. Η έκτασή τους είναι τόση όση χρειάζεται για να μας τραβήξει την προσοχή και -χωρίς να ασφυκτιά η ιστορία τους- για να ταυτιστούμε με τη σκέψη και τη δράση των ηρώων τους.
Αυτοί, οι ήρωες, μιλούν απλά και συχνά χαμηλόφωνα, μας παρουσιάζουν τις σκέψεις τους αφήνοντας την αίσθηση ότι περισσότερο φιλοσοφούν πάνω στα δεδομένα της ζωής τους. Μιας ζωής που οι ίδιοι δεν μπορούν να καθορίσουν, αφού οι συνθήκες γύρω τους έχουν αποφασίσει προ πολλού κι έχουν καθορίσει τα πλαίσια των κινήσεών τους. Τι απομένει, λοιπόν, στη δική τους βούληση; Εδώ ακριβώς έγκειται και το περιεχόμενο της πλοκής  των διηγημάτων αυτών. Μέσα σε μια πόλη που γιγαντώνεται γύρω τους χωρίς να αφήνει τα περιθώρια να απλώσουν τις ελπίδες τους, ίσως η συμφιλίωση με την κατάσταση να είναι η επιλογή που τουλάχιστον αφήνει μια γαλήνη στην ψυχή. Ή αλλού, σε μια Αθήνα της κρίσης και της εξαθλίωσης, ίσως το βλέμμα που ρίχνουν στον άνθρωπο δίπλα τους (όσο μπορούν και αντέχουν) να είναι η παρέμβαση των ηρώων σ’ αυτό το πλέγμα της αδικία και της ανισότητας.

«Μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά.»

Έτσι αντιμετωπίζονται απώλειες  προσωπικές, έτσι και μια επώδυνη αναδρομή της μνήμης σε άλλες μακρινές καταστροφές και σε άλλα ξεριζώματα από αγαπημένες πατρίδες.
«Δεν θυμάμαι άλλα, Θάλεια μου, από όλη αυτή την τραγωδία. Είναι σαν τις ιστορίες που οι καλοί στο τέλος σώζονται, αφού πάντα στον κόσμο υπάρχουν πονετικοί άνθρωποι.»

Στο διήγημα «Ο καινούργιος», που δίνει και τον τίτλο σε όλη τη συλλογή, η συγγραφέας «διδάσκει» μέσα σε λίγες σελίδες τη στάση απέναντι στον διαφορετικό που η μοίρα τον έριξε δίπλα σε τόσο όμοιους -όπως πιστεύουν- μεταξύ τους. Μια αλλαγή της κλειστής οπτικής που καταδικάζει σε απομόνωση, ένα άλλο βλέμμα στο διαφορετικό στοιχείο, που ο καθένας έχει μέσα του, μια ακόμη συμφιλίωση με τον κόσμο και τον άνθρωπο.
Τέτοιες επιλογές και παρεμβάσεις διαμορφώνουν μια αισιόδοξη οπτική στους ήρωες, αν και έχουν να αντιπαλέψουν με αντίξοες συνθήκες και με εφόδιο τα πενιχρά τους υλικά μέσα, με αξίες όμως που διασώζουν στο βάθος του εαυτού τους.

Στο διήγημα που διάλεξε η συγγραφέας για να κλείσει τη συλλογή της, παρατηρούμε ένα διαρκές ανοιγόκλεισμα της φωτογραφικής μηχανής, καθώς μια φωτογράφος αποτυπώνει εικόνες και σκηνές της αγαπημένης της πόλης. Νομίζω πως είναι το καλύτερο τελείωμα αυτό, γιατί αφήνει αυτή την επίγευση των ιστοριών, έτσι όπως διαδέχεται η μια εικόνα την άλλη, έτσι όπως οι αφηγήσεις που προηγήθηκαν άφησαν κι αυτές το αποτύπωμά τους. Σαν γρήγορα κλικ της μηχανής. Με τις δικές τους εικόνες να αποκτούν νόημα η μία μετά την άλλη. Καθημερινές, απλές, λιτές ουσιαστικές. Άλλωστε, αυτό είναι που αξίζει στην περιπέτεια της λογοτεχνίας: η δημιουργία ενός κόσμου που κρυμμένος στις σελίδες ενός βιβλίου, αποκαλύπτεται στον αναγνώστη με την αλήθεια του αφτιασίδωτη. Κομμάτι της ζωής. Έτσι απλά.


Διώνη Δημητριάδου