Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016


     Ούτις, δηλαδή κανείς, 
ή μήπως κάποιος;
                                              
(Για τον ποιητή Τάσο Γαλάτη )





Ο Γαλάτης αφορμάται ως προς την ποιητική του έμπνευση από μια εποχή δύσκολη, ταραγμένη. Μια εποχή που ωθεί τους ευαίσθητους δέκτες σε ισχυρή και σαφή τοποθέτηση. Πρέπει να δηλώσεις ποια είναι η θέση σου˙ δεν χωρούν εδώ υπαναχωρήσεις και υπεκφυγές˙ η ποίηση σε δύσκολους καιρούς δεν μπορεί παρά να είναι κι αυτή δύσκολη, όχι ως προς τα νοήματά της - μακριά από μας η οποιαδήποτε τέτοια αποτίμηση-  αλλά ως προς τη θέση που προτείνει. Η θέση στα ποιήματα του Γαλάτη είναι ο φόβος, που γεννά δύναμη, είναι το κενό, που οδηγεί σε αποστασιοποίηση, είναι η οπτική της πραγματικότητας, που φέρει μέσα της την «αγριότητα της μοναξιάς». Ο Τάσος Γαλάτης πρέπει να είναι ένας μοναχικός άνθρωπος, από άποψη ερημίτης της ζωής
(«εγώ μονάχος με τ’ αερικά της νύχτας να ματώνω»).
  
Μια τέτοια τοποθέτηση ως προς την ποίηση αλλά και ως προς τη ζωή δεν μπορεί παρά να τον βάλει στο στόχαστρο όλων αυτών που δεν ημερεύουν με τη διαφορετικότητα, κάτι βέβαια που ο ίδιος δέχεται ως πραγματικότητα («εμένα βάλτε πάλι στο σημάδι»).
  
Ποιητικό πρόβλημα, λοιπόν,  η ζωή ως πρόβλημα κατά μία άλλη άποψη, ποίηση και ζωή μαζί συνυφασμένα στον ίδιο φορέα τους, τον ποιητή, ο οποίος αντιμετωπίζει και τα δύο πράγματι με μεγάλη σοβαρότητα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με το ποιητικό υποκείμενο στην πλήρη συνειδητοποίηση του ρόλου του αλλά και των ορίων του˙ μόνο που αυτά τα όρια ο Γαλάτης τα καθορίζει ο ίδιος με τον ποιητικό του λόγο («ο λόγος αγρυπνούσε…ορίζοντας δικές του κατευθύνσεις στο χώμα και στη φορά των υδάτων»).
 
«…Δεν πρόλαβα.
Πάει καιρός που όλα τούτα πνίγηκαν
στο βόμβο και στους καπνούς της λεωφόρου.
Δεν έχω πια πατρίδα, δεν πιστεύω σε θεούς
ούτε γνωρίζω ακριβώς ποιος είμαι˙
στο τέρας του καιρού
που μ’ έχει φυλακίσει στη σπηλιά του
σαν με ρωτάει απαντάω ανυπόκριτα : Ούτις.»

 Δεν πρόλαβε ο ποιητής˙ οδηγήθηκε «στο βόμβο και στους καπνούς της λεωφόρου». Μπήκε στη ζωή της πόλης, μιας πόλης σκληρής, ανελέητης, ασβεστωμένης και υλικής, πέτρινης και ασφαλτωμένης. Όλα πνίγηκαν· και ο ίδιος; Πλανάται στα όρια που του βάζουν οι τοίχοι της σκοτεινής σπηλιάς του και ψάχνει τον εαυτό του. Βρίσκει τα προσδιοριστικά του γνωρίσματα στηριγμένα στην άρνηση: «δεν έχω πατρίδα, δεν πιστεύω σε θεούς ούτε γνωρίζω ποιος είμαι». Ούτις, όπως άλλωστε και ουτοπία; Όμως για τον Τάσο Γαλάτη το όνομα Ούτις δεν παραπέμπει στον «ου τόπον». Ίσα-ίσα συνιστά ταυτότητα, τραγική βέβαια, εφόσον ανυπόκριτα, με πλήρη συνείδηση ορίζει τον εαυτό του. Γιατί, ποιος μας είπε ότι τα αρνητικά γνωρίσματα δεν προσδίδουν εικόνα σαφή; Ας μπορούσαν κι άλλοι ποιητές να μας δώσουν την εικόνα του εαυτού  τους και της ποίησής τους με τόση σαφήνεια, όση χαρακτηρίζει αυτό το «Ούτις» του Γαλάτη. Ας μας έλεγαν επιτέλους σε τι δεν πιστεύουν, τι δεν είναι, ας έπαιρναν θέση στα προβλήματα του καιρού τους αρνούμενοι, και τοποθετώντας την ποίησή τους φραγμό σε όλες τις προσδιοριστικές ευκολίες. Ίσως η πραγματική μας ταυτότητα να εμπεριέχει περισσότερες απορρίψεις από αποδοχές, σημαντικές αρνήσεις και όχι καταφάσεις. Το όχι και το δεν ανοίγουν δρόμους σίγουρους, που κοροϊδεύουν τον συμβατισμό των άλλων.


  Η ποίηση του Τάσου Γαλάτη απαιτεί υποψιασμένους αποδέκτες. Είναι σοβαρή στην προβληματική της, ανελέητη στις επιλογές της. Απαντάει ευθέως στο ερώτημα: «ποιοι είμαστε;», «τι κάνουμε εδώ;», και κυρίως: «τι μπορούμε να κάνουμε;».

(Διώνη Δημητριάδου, «Το ύφος και το ήθος», Δοκίμια, εκδόσεις Νοών)
(σκίτσο, "νέος άνδρας, 1973, Διώνη Δημητριάδου)

Αισθάνομαι τυχερή που συνάντησα σε ανύποπτο χρόνο τον Τάσο Παπαδόπουλο (Γαλάτη), κι ας μην είχα υποψιαστεί τότε την ποιητική του ιδιότητα, παρά μόνο την πολύτιμη και χαρισματική του παρουσία ως συναδέλφου και ως “δασκάλου”. Είναι αυτές οι εκλεκτές γνωριμίες στη ζωή μας που κάποτε -έστω και καθυστερημένα- αποβαίνουν σημαντικές.  Τον ευχαριστώ που τόσα χρόνια με τιμά με τη φιλία του.