Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Διαβάζοντας και σχολιάζοντας 
(η πατρίδα)





Η ανάγνωση:  (από το μυθιστόρημα του Θοδωρή Καλλιφατίδη «Πάντα θα επιστρέφω», εκδόσεις Γαβριηλίδη)

«Δεν μιλούσαν. Άκουγαν την ησυχία γύρω τους. Και ξαφνικά βρέθηκαν μπροστά σε έναν παλιό ερειπωμένο νερόμυλο. Ο τροχός δεν υπήρχε πια, το νερό όμως έπεφτε όπως πριν με έναν ήχο που η Μαρία δεν είχε λέξεις για να τον περιγράψει. Δεν ήταν καν ήχος. Ήταν ένα τοπίο που της έδινε τη μεγαλύτερη και πιο βαθιά γαλήνη που είχε αισθανθεί και που θα αισθανόταν στο μέλλον. Από εκείνη τη μέρα η Σουηδία έγινε η πατρίδα της. Οι γονείς της ήταν μετανάστες. Όχι εκείνη.»

Και το σχόλιο:

Τι είναι η πατρίδα μας, λοιπόν; Μπορεί να είναι και οι κάμποι του παιδικού ποιήματος,  μπορεί να είναι ακόμη όλα όσα φροντίζουν από νωρίς με οικογενειακή και σχολική ευθύνη να μας εμφυσήσουν ως ιδεατό (κυρίως) χώρο, στον οποίο μέσα οφείλουμε να εναποθέσουμε την εικόνα του πατρογονικού τοπίου.
Ίσως, ωστόσο, να πρέπει να χωρέσουμε σ’ αυτόν τον εσωτερικό εικονικό χώρο και μια άλλη πραγματικότητα. Αυτήν που από τη γέννησή μας ξεκινά να γράφει μέσα μας λέξη τη λέξη και εικόνα την εικόνα ένα πλαίσιο στο οποίο τοποθετούμε τον εαυτό μας, και με τον καιρό νιώθουμε όλο και περισσότερο να κυκλοφορεί στο αίμα μας. Είναι ο χώρος που μας περιβάλλει, με τη δύναμη που έχουν οι τόποι να μας αιχμαλωτίζουν με το χρώμα τους, τη μυρωδιά τους, να μας αγγίζουν σαν οικεία πρόσωπα. Αυτή η πατρίδα είναι συχνά τόσο δυνατή, που υπερσκελίζει την άλλη, την πατρογονική, που παίρνει πια τη θέση της ως η μακρινή πατρίδα των γονιών ή των παππούδων.
Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι αντάμα αυτοί οι τόποι συναποτελούν τη μαγική εικόνα που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας, κάθε φορά που θολώνουν σε μια μνήμη. Είτε αυτή συγκαταλέγεται στις προσωπικές μας αποτυπωμένες σκηνές ζωής είτε ανήκει σ’ αυτή την παράξενη συλλογική μνήμη που φέρουμε μέσα μας. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση πατρίδα τη λέμε.

Διώνη Δημητριάδου

(η εικόνα από το διαδίκτυο)