Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

                     Μια ‘ανάγνωση’ στη νουβέλα 
                  
                           «Καρυότυπος» 
                      του Άκη Παπαντώνη, 
          
                         από τις εκδόσεις Κίχλη





Ένα πείραμα για τη γονεϊκή στοργικότητα. Είναι άραγε υπόθεση γονιδίων, ένα χαρακτηριστικό που το φέρεις μέσα σου ασχέτως εξωτερικών ανακατατάξεων που κάνουν τη ζωή σου άνω κάτω; Ή μήπως είναι ένα ακόμη επίκτητο χαρακτηριστικό, στενά συνυφασμένο με τις παραμέτρους που η ζωή καθορίζει αγνοώντας παντελώς τις εγγενείς δεσμεύσεις;
Ποιον, αλήθεια, θα μπορούσε να ενδιαφέρει μια τέτοια έρευνα; Έναν επιστήμονα φυσικά, που θα έψαχνε προσεκτικά στο εργαστήριό του τον ‘καρυότυπο’, δηλαδή το σύνολο των χρωμοσωμάτων του κυττάρου, προκειμένου να καταλήξει στα επιστημονικά πορίσματά του αντλημένα από τα ατράνταχτα δεδομένα των πειραμάτων του.
Εκτός αν…

Ο ήρωας της νουβέλας του Άκη Παπαντώνη, ο Ν. (έτσι μας παρουσιάζεται σε όλη την ιστορία, κάτι σαν να κοιτάζεται στον λογοτεχνικό καθρέφτη ο Κ. των ιστοριών του Κάφκα), θα ασχοληθεί με το επιστημονικό αυτό πείραμα όχι μόνο ως μοριακός βιολόγος και οπωσδήποτε όχι με το ενδιαφέρον του επιστήμονα που υπηρετεί την έρευνα και τη γνώση.

Το κίνητρό του απολύτως προσωπικό. Να ερευνήσει τη δική του περίπτωση, το δικό του παρελθόν και τον τρόπο που αυτό καθόρισε ή όχι τον συναισθηματικό του κόσμο. Η σχέση με τους θετούς γονείς, η αποκοπή από το αρχικό γονεϊκό περιβάλλον, οι δεσμοί με την τότε πραγματικότητα της ζωής του, οι μνήμες.  Όλα αυτά περιγράφουν επαρκώς τον απομονωτισμό του, ερμηνεύουν τη μοναξιά του ως επιλογή του ή ως άφευκτη νέα πραγματικότητα;

«Ψάχνω να βρω πώς τα ποντίκια θυμούνται τα χάδια, αυτό ψάχνω».


Το πείραμα και η τρίχρονη παρουσία του στα επιστημονικά εργαστήρια τους πανεπιστημίου της Οξφόρδης δεν αποτελούν παρά το πρόσχημα για την προσωπική του πορεία προς την αλήθεια. Θα επιβεβαιώσει αυτό που ζει ή θα απογυμνώσει από επιχειρήματα το αδιέξοδό του.
Ο συγγραφέας χτίζει τα δύο σκηνικά της ιστορίας του (η πορεία του πειράματος στο εργαστήριο από τη μια και η ζωή έξω απ’ αυτό από την άλλη) πάνω στο ασταθές έδαφος μιας αναλογίας. Ο ήρωας, όπως ακριβώς παρατηρεί τα ποντίκια-πειραματόζωα μέσα στα κλουβιά τους να υφίστανται τις επεμβάσεις του στη ζωή τους, έτσι περίπου θα κατασκευάσει ένα ‘κλουβί’ για να περιορίσει την προσωπική του ζωή σε στενά και ανεπαρκή πλαίσια. Ένα σπίτι που δεν είναι ακριβώς σπίτι, σχέσεις με τους γύρω ανύπαρκτες, απομάκρυνση από κάθε φυσιολογική ανθρώπινη επαφή. Ο δικός του κόσμος πόσο απέχει αλήθεια από αυτόν ενός πειραματόζωου; Τον εαυτό του έχει τοποθετήσει κάτω από το μικροσκόπιό του. Ασταθές το περιβάλλον, όσο και μια αναλογία, μια κατά σύμβαση σύγκριση, καθόσον τα δύο μεγέθη της ποτέ δεν είναι ακριβώς συγκρίσιμα, παρά μόνον κατόπιν συγκαταβατικής υποχώρησης ως προς το νοηματικό τους περιεχόμενο.
 Όταν αρχίσει ο αναγνώστης να κατανοεί τι ακριβώς διακυβεύεται, θα σκεφτεί αναπόφευκτα και την κατάληξη της ιστορίας, αν καταρρεύσει από επιστημονικές αποδείξεις η θεωρία του.
Σιγά σιγά θα αποκαλύπτεται η ταυτότητα του ήρωα, όπως προκύπτει μια εικόνα με την κατάλληλη τοποθέτηση των κομματιών.

«Κάποια στιγμή, ασυναίσθητα, άρχισε να μιλά μόνος του. Στην αρχή στ’ αγγλικά. Έπειτα στα ελληνικά. Τέλος σε συλλαβιστά ρουμάνικα, πριν σπάσει».

«Διάταγμα 770/1966: Κάθε γόνιμη γυναίκα, κάτω των 45 ετών, αναλαμβάνει βάσει νόμου το πατριωτικό καθήκον να προσφέρει στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ρουμανίας το ελάχιστον 5 παιδιά».

Πρόκειται για ένα από τα «παιδιά του Τσαουσέσκου», που θα πληρώσει το τίμημα της σταλινικής επέμβασης στην προσωπική ζωή των ανθρώπων. Θα αποκοπεί από την πατρίδα του και τους γονείς, για να βρεθεί σε νέα πατρίδα, νέα γλώσσα, νέο οικογενειακό περιβάλλον. Και νέα συνείδηση άραγε;

«Όταν μας κοιτούσε μέσα από κλειδαρότρυπες, ήμασταν ο κόσμος του»,

θα ακούσουμε τη σκέψη της αδελφής του γι’ αυτόν.
Αν, όμως, κοιτάζει την πραγματική ζωή από την κλειδαρότρυπα, τότε ο ίδιος πού ζει; Πώς να δομήσει τον κόσμο του με αποκόμματα παλιών εικόνων, με ανάπηρη συναισθηματική ζωή; Πατάει πάνω σε σημάδια. Αλίμονο αν αυτά χαθούν, κυριολεκτικά από το χιόνι που τα καλύπτει αλλά και μεταφορικά από τη σύγχυση στον εσωτερικό του κόσμο.

«Πού και πού σκεφτόταν τους γονείς του, με μια μικρή δόση ενοχής. Λες και τους είχε αφήσει ορφανούς.»

Μοιάζουν όλα να κινούνται ανάποδα. Και μοναχικά πολύ.

«Δεν πρέπει να συνταγογραφούμε τη μοναξιά στον οποιονδήποτε»

Νιώθει, υιοθετημένος ο ίδιος, σαν να έχει υιοθετήσει μια μοναχική ζωή, και ψάχνει να δει με αδιάσειστα πορίσματα της επιστήμης του αν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά.
Βήμα βήμα παρακολουθούμε την πορεία της έρευνάς του φοβούμενοι την κατάληξη. Αν το πείραμα αποτύχει είναι χαμένος ο ίδιος, όχι ως επιστήμονας αλλά ως προσωπικότητα.
Ο λόγος του Μάρκου Αυρήλιου, μοιάζει τώρα να προλογίζει τη νουβέλα με τον καλύτερο τρόπο:

«Σύντομα θα τους ξεχάσεις όλους,
σύντομα θα σε ξεχάσουν όλοι»



Η νουβέλα θα τελειώσει με την ίδια περίπου σκηνή με την οποία άρχισε.

«Ο ύπνος τον πήρε με το πρώτο φως. Σηκώθηκε μεσημέρι. Φρέσκο χιόνι κάλυπτε τους δυο φεγγίτες μέχρι επάνω. Τυλίχτηκε στο κασκόλ, στο παλτό και στο πουλόβερ του κι ανέβηκε προσεκτικά  τα εφτά σκαλιά. Όταν έφτασε στο τελευταίο, δοκίμασε με τη μύτη του παπουτσιού του το πεζοδρόμιο σαν να δοκίμαζε τη θερμοκρασία του νερού μιας (νοερής) θάλασσας. Και ξεκίνησε. Πεζοδρόμιο πεζοδρόμιο. Φροντίζοντας το βήμα του να πέφτει ακριβώς επάνω στο χνάρι του περαστικού που είχε προηγηθεί. Και, όπως κάθε φορά, βάδιζε αργά.»

Μόνο που τη συνέχεια αυτής της σκηνής τη βλέπουμε μόνον στην αρχή, κάπως με τη λογική του ‘πρωθύστερου’, ίσως σε μια απόπειρα του συγγραφέα να μας προϊδεάσει για την κατάληξη της ιστορίας. Ίσως, όμως, να είναι μια συνειδητή παράθεση εδώ, από την αρχή της ιστορίας, της άποψής του για τη διάκριση ανάμεσα στις επιλογές μας από τη μια και στον ρόλο του τυχαίου από την άλλη. Τι υπερισχύει; Αυτό θα το κατανοήσει ο αναγνώστης ολοκληρώνοντας το βιβλίο.

Μια ιστορία περίεργη όσο και ενδιαφέρουσα, Ένας ήρωας στα όρια των καφκικών χαρακτήρων. Ένας νέος συγγραφέας από τα καλύτερα δείγματα της γενιάς του.


Διώνη Δημητριάδου