Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Λίγο μπλε

«…στο’ πα και στο ξαναλέω
στο γιαλό μην κατεβείς…»





   Η αίθουσα ήταν πια σχεδόν γεμάτη. Γνωστές φυσιογνωμίες οι περισσότεροι, φιλότεχνοι,  απ’ αυτούς που δεν αφήνουν καμία έκθεση να τους ξεφύγει, άλλοι από αληθινή αγάπη για την Τέχνη και άλλοι από γνήσια φιλοδοξία να βρουν αναγνώστες τα κριτικά τους σημειώματα και οι αναλύσεις τους. Συνηθισμένη ήταν από όλους αυτούς, τους συναντούσε σε όλες τις εκθέσεις της. Άλλους τους συμπαθούσε άλλους, πάλι, όχι και τόσο. Είχε μάθει πάντως να αποδέχεται την κριτική τους διάθεση, τις απόψεις τους -αυθεντικές ή όχι- ακόμη και την κακεντρέχειά τους καμιά φορά. Είναι όλα αυτά κομμάτι του παιχνιδιού.
Περνούσε από παρέα σε παρέα, συζητούσε, απαντούσε σε ερωτήσεις (κοινότοπες οι περισσότερες), έψαχνε μήπως δει και κάποιο παλιό φίλο για μια πιο αληθινή παρουσία.

«Εμμονή έχετε με τις προσωπογραφίες».
«Σπάνια συναντάμε στο έργο σας τη φύση, τα τοπία».
«Αλλάξατε κάπως το στυλ σας από τη τελευταία σας δουλειά
«Υπαινίσσεστε τη μοναξιά με τους τόνους του γκρίζου

Τι να απαντήσει σε τέτοιες ερωτήσεις; Μα ακόμη και τα πρόσωπα φύση δεν είναι; Το στυλ δεν είναι κάτι που εξηγείται. Τίποτε δεν υπαινίσσεται, όλα ξεκάθαρα τα δηλώνει. Αυτή θα προτιμούσε πιο αυθόρμητες εκδηλώσεις. Όταν εσύ δίνεις κάτι από την ψυχή σου μέσα στο έργο σου, περιμένεις με την ίδια αυθεντικότητα να το πλησιάσει και ο άλλος. Πολύ είναι αυτό; Αλλά οι περισσότεροι αναλίσκονται σε ανούσιες παρατηρήσεις, τόσο ίδιες και κουραστικές, που πια της δημιουργούσαν αποστροφή. Ας είναι.

Είναι αλήθεια ότι οι τόνοι του γκρίζου τής είχαν γίνει κάτι σαν εμμονή, έτσι όπως ξεδίπλωναν τις αποχρώσεις τους από το αχνό γκρί ίσαμε το βαθύ και απεγνωσμένο, σχεδόν μαύρο. Το απόλυτο σκοτάδι της ψυχής εκδηλωνόταν κάθε φορά που καταπιανόταν να γεμίσει ένα καινούργιο μουσαμά. Προτιμούσε τα πρόσωπα. Με την πλούσια φωτοσκίαση πιο καλά θαρρούσε πως αποδίδονταν οι εκφράσεις και τα συναισθήματα. Το χρώμα μάλλον έδινε πρόσθετους τόνους αισιοδοξίας, αίσθηση που πολύ απείχε από τη δική της ιδιοσυγκρασία. Αλλά και στα τοπία οι ίδιοι τόνοι ήταν κυρίαρχοι, την ίδια αίσθηση έδιναν, αυτή του σκοτεινού και απόμακρου.

Είχε αφαιρεθεί παρατηρώντας μια παρέα από κορίτσια που έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον μπροστά στο τοπίο με τον τίτλο ΤΟ ΓΚΡΙΖΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ. Ομιχλώδες και αχνό στη σκιαγράφηση των δέντρων που κατέβαιναν ως την άκρη της θάλασσας σμίγοντας τους κορμούς τους με την αμμουδιά, εκεί που έσκαγε ένα αμφίβολο κύμα. Πλησίασε. Ήταν μια παρέα από φοιτήτριες της σχολής Καλών Τεχνών. Αφέθηκε για λίγο στις εύλογες ερωτήσεις των κοριτσιών, σχετικά με τον τίτλο που είχε δώσει. Τι να πει; Τι να δικαιολογήσει; Αυτά δεν εξηγούνται, και αν ποτέ επιχειρηθεί μια ανάλυση, χάνουν κάτι από τη μαγεία της δημιουργίας τους.

«Γιατί δεν βάζετε λίγο μπλε

Την ερώτηση την είχε απευθύνει ένα κορίτσι που ως τότε δεν είχε μιλήσει. Την κοίταζε ίσα στα μάτια και περίμενε την απάντηση.
Λογική η ερώτηση. Μπλε για τη θάλασσα, όπως πράσινο για το φύλλωμα των δέντρων, όπως κόκκινο για να αποδώσεις ένα τριαντάφυλλο. Γιατί, όμως, όλο αυτό δεν της φαινόταν και αυτονόητο;

Είχε τόσο πολύ καταδυθεί στα βάθη σκοτεινής σκέψης, τόσο είχε γοητευθεί από την απόδοση του πίσω μέρους του μυαλού, ώστε να της είναι αδύνατο να απεικονίσει ένα κόσμο χρωμάτων, ρεαλιστικό και προσιτό στον καθένα; Στα έργα της είχε σχεδόν αποκλείσει την ποικιλία των χρωμάτων που κάθε ζωγράφος χρησιμοποιεί. Λευκό, μαύρο, ποικιλία γκρίζων και φαιών, κάτι γήινες αποχρώσεις (που κι αυτές έτειναν προς το σκοτεινό τους), παντελής απουσία έντονων και λαμπερών.
Με την ερώτηση αυτή -στην ουσία αναπάντητη- έφυγε από τον χώρο της έκθεσης.

Το βράδυ ήταν μάλλον κρύο. Κατέβηκε στην αποθήκη, πήρε μια αγκαλιά ξύλα και ανέβηκε στο σπίτι. Ένα τζάκι με τριζάτη φωτιά. Τι καλύτερο για απόψε!
Κάτι η ένταση και η κούραση όλης της μέρας, κάτι η θαλπωρή που έκανε η φωτιά, χαλάρωσε και μισόκλεισε τα μάτια. Δεν άργησε να παραδοθεί σ’ ένα γλυκό ύπνο.

Εκεί που μπερδεύονται τα πραγματικά με τα χαώδη, και το μυαλό παραδίδεται στο όνειρο, εκεί στο ανάμεσα της ύπαρξης και της ανυπαρξίας. Εκεί βρέθηκε σ’ ένα τοπίο θαλασσινό. Μια πλαγιά κατάφυτη με δέντρα που κατηφόριζαν προς μια ακτή ήσυχη, χωρίς ίχνος κυματισμού στη θάλασσα. Κι αυτή σαν να κοίταζε αυτό το τοπίο από κάπου μακριά, από ψηλά. Τα μάτια της δεν μπορούσε να τα κρατήσει ανοιχτά, γιατί ένα φως (που ερχόταν λες από τον ουρανό και εστίαζε στο μέρος αυτό) το αγκάλιαζε απ’ άκρη σ’ άκρη δίνοντάς του μια πνοή απόκοσμη. Αν έπρεπε να μιλήσει γι’ αυτό που έβλεπε μπροστά της, θα έλεγε ότι το τοπίο λουζόταν στο φως. Ένα φως μπλε, το απόλυτο μπλε!

Κι ήταν τόσο μα τόσο όμορφο! Τότε είδε ότι στην άκρη της θάλασσας  ήταν καθισμένος ένας άντρας, νέος και όμορφος. Δεν της ήταν άγνωστος, μόνο που είχε πολλά χρόνια να τον δει, και όσο τον θυμόταν ήταν πολύ μεγαλύτερος.
Ο άντρας σιγοτραγουδούσε ένα παλιό τραγούδι και η φωνή του τη χτύπαγε ίσα μέσα στην καρδιά.

Στο ’πα και στο ξαναλέω, στο γιαλό μην κατεβείς   
Ο γιαλός κάνει φουρτούνα και σε πάρει και διαβείς   


Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Παππού», ψιθύρισε, «πώς είσαι εσύ εδώ;». Έκανε να τον φτάσει αλλά τα πόδια της λες και ήταν κολλημένα σε αόρατο έδαφος. «Παππού», φώναξε τώρα. Δεν φάνηκε να την ακούει. Συνέχισε να τραγουδάει 

Κι αν με πάρει, πού με πάει, κάτω στα βαθιά νερά   
Κάνω το κορμί μου βάρκα και τα χέρια μου κουπιά
Το μαντήλι μου πανάκι, μπαίνω βγαίνω στη στεριά

«Εδώ είμαι, παππού, κοίταξέ με, εδώ». Έκλαιγε τώρα με λυγμούς. «Γιατί δεν με βλέπεις, δεν μ’ ακούς; Παππού, δεν με θυμάσαι;».

Ο άντρας σηκώθηκε και προχώρησε προς τη θάλασσα, μπήκε μέσα ως τα γόνατα, ως τη μέση, χάθηκε. Μόνο η φωνή του ακουγόταν ακόμη

Στο ’πα και στο ξαναλέω, μη μου γράφεις γράμματα   
γιατί γράμματα δεν ξέρω κι αρχινώ τα κλάματα

«Παππού, μη φεύγεις! Θέλω να σου πω, να σου μιλήσω!».

Χάθηκε. Σιωπή τώρα στην ακτή, και το χρώμα δεν ήταν πια το φωτεινό μπλε. Σκοτείνιασε ο τόπος όλος και δεν έβλεπε πια τίποτε.

Το ένιωσε ότι ξυπνούσε από το όνειρο και σιγά σιγά η πραγματικότητα γύρω της ζωντάνευε τη συνείδησή της. Ήταν στο σπίτι με το τζάκι απέναντί της να γλυκαίνει και να ζεσταίνει την ατμόσφαιρα. Ήταν, όμως, μόνη. Η απόκοσμη εικόνα είχε χαθεί, μαζί και η αγαπημένη, και χαμένη από πολλά χρόνια, μορφή.
Αισθάνθηκε την ανάγκη να κρατήσει λίγο ακόμη κοντά της την αίσθηση της παρουσίας του. Άνοιξε το άλμπουμ με τις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες. Εδώ ήταν όλη η ιστορία της φαμίλιας της, από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Κιτρινισμένες από τον καιρό οι μορφές στέκονταν με σοβαρότητα στις στημένες πόζες που τους ανάγκαζαν να πάρουν οι φωτογράφοι της τότε εποχής. Βρήκε τις φωτογραφίες του παππού της. Έβλεπε ένα νέο άντρα με σκαμμένο, όμως, το πρόσωπο από τις έγνοιες και τις αγωνίες (φαινόταν μεγαλύτερος απ’ όσο ήταν), στις επόμενες πιο μεγάλος, με παιδιά στην αγκαλιά, δίπλα στην κυρά του (άλλη βασανισμένη μορφή κι αυτή), μετά μεγαλύτερος, μετά γέρος πια με εγγόνια (η ίδια, πολύ μικρή, να τον κοιτάει στα μάτια με λατρεία), όλες γεμάτες μνήμη και θλίψη πια για τον χρόνο που κύλησε και έσβησε από τη ζωή αγαπημένους ανθρώπους.

Τι λένε συνήθως; Από αυτούς, που λιγόστεψαν μέσα στη ζωή μας, κρατάμε ό,τι μπορούμε περισσότερο για να τους θυμόμαστε. Μνήμες, μικροπράγματα, που αποκτούν με τον καιρό άλλη αξία, και έτσι συνθέτουμε την εικόνα που μας λείπει αλλά και τη δική μας ζωή που συνεχίζει, στο πείσμα των καιρών. Αυτή τι είχε κρατήσει από τους ανθρώπους αυτούς που στην πολύ νεαρή τους ηλικία ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους, πήραν την τύχη τους και ήρθαν στην από δω μεριά του Αιγαίου χωρίς τίποτε στα χέρια τους παρά μόνο τη ζωντανή εικόνα μιας χαμένης πια οριστικά πατρίδας;

Κοίταξε γύρω της. Εκεί στην άκρη, δίπλα στο τζάκι, ένα χάλκινο σκεύος (για μαγείρεμα) της έφερε στον νου την αφήγηση του παππού. Αυτό πρόλαβε να πάρει μαζί η μάνα του, όταν τρελαμένοι έφευγαν για να σωθούν. Μαζί μ’ αυτό βρέθηκαν στη νέα πατρίδα χωρίς τίποτε άλλο. Και αυτό έφτασε πριν πολλά χρόνια στα δικά της χέρια, όταν και η προγιαγιά και ο παππούς και η μάνα της είχαν πια φύγει. Εκεί να της θυμίζει την πράξη της απόγνωσης, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Δεν μπορεί,
όμως, και κάτι άλλο θα κουβαλούσε –μέσα της – από τις ρίζες αυτές. Κάτι άλλο πιο ισχυρό.

Σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Μια έντονη επιθυμία άρχισε να την κυριεύει παραμερίζοντας μέσα της κάθε άλλη αίσθηση και σκέψη. Πώς το είχε πει κάποτε ένας καλός της φίλος «όλα τα άλλα αισθήματα ατονούν και εξαφανίζονται, όταν είναι κυρίαρχη η ανάγκη της δημιουργίας».


Το πρωί τη βρήκε στο εργαστήριο να δουλεύει με ένταση και βιασύνη να τελειώσει το νέο έργο. Με κατακόκκινο το πρόσωπο από την προσπάθεια και παρασυρμένη από τη νέα εικόνα που ξετυλιγόταν μπροστά της γύρω στο μεσημέρι σταμάτησε. 

Απομακρύνθηκε από το έργο της, δεν έβλεπε καλά. Άνοιξε το παράθυρο. Ένας μεσημεριάτικος ήλιος χίμηξε μέσα στο δωμάτιο. Κοίταξε τον πίνακα και χαμογέλασε. Αυτό ήταν. Όπως το είχε δει. Η πλαγιά, τα δέντρα ως κάτω στη θάλασσα, ο ουρανός. Και όλα αυτά ολοφώτεινα με διάχυτο το χρώμα να λούζει το τοπίο. Με κυρίαρχο το μπλε!

Έφτιαξε ένα δυνατό καφέ, μάζεψε τα χρώματα και τα πινέλα και κάθισε ήρεμη τώρα απέναντι από τον μπλε πίνακα.

«Γεια σου, παππού!».

Το ίδιο βράδυ έγραφε στο ημερολόγιό της.

Μέσα μου τα κουβαλούσα όλα αλλά δεν το καταλάβαινα. Μέχρι που ήρθε η ώρα να τα φέρω στην επιφάνεια. Όλα, διωγμοί και βάσανα και ξεριζωμοί των άλλων, αλλά τελικά δικά μου όλα. Όπως όλοι βρίσκονται μέσα μας, όσο τους θυμόμαστε, έτσι και όσα πέρασαν φωλιάζουν στην ψυχή μας και μας καθορίζουν. Το γκρίζο το αντλούσα από τη ζωή μου και τις παραστάσεις της. Το μπλε, όμως,  ήταν αυτό της θάλασσας που οι δικοί μου έφεραν μαζί τους από την πατρίδα τους και με αυτό με μεγάλωσαν. Πέρασε μέσα από τα παραμύθια τους, από τα τραγούδια τους, και δεν σβήνει ποτέ. Το μπλε της καρδιάς.
Διώνη Δημητριάδου


(από τη συλλογή διηγημάτων «Τα κοινά και τα ιδιωτικά», εκδόσεις Νοών)