Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στην ποιητική συλλογή 
«Το υπόλοιπο της αφαίρεσης» 
της Βασιλείας Οικονόμου, 
από τις εκδόσεις «Γκοβόστη»





Στίχους του Τάσου Λειβαδίτη επιλέγει η νέα ποιήτρια Βασιλεία Οικονόμου για να 'προλογίσουν' την πρώτη της ποιητική συλλογή

«Μας φτάνει να μιλήσουμε απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε απλά»

και μας προϊδεάζει έτσι για τον απλό τρόπο έκφρασης στα δικά της ποιήματα, τοποθετώντας τον εαυτό της στην ομάδα εκείνων των ποιητών της νέας γενιάς που δεν ακολουθούν τον πομπώδη στόμφο παλαιότερων αλλά και σύγχρονων ομότεχνων τους. Και πολύ καλά κάνει. Όχι μόνον γιατί συχνά η ποίηση ασφυκτιά με τα πολλά ‘παιδέματα’ του στίχου αλλά κυρίως γιατί, όπως φαίνεται, αυτή η απλή προσέγγιση του ποιητικού λόγου υπηρετείται θαυμάσια από την ίδια.
Η Βασιλεία Οικονόμου, όπως άλλωστε οι περισσότεροι ποιητές της γενιάς της, φέρει στοιχεία και επιδράσεις από τον ποιητικό λόγο παλαιότερων, δοκιμασμένων εκπροσώπων  της νεωτερικής ποίησης και ως προς τα βασική δομή του στίχου και την απεμπλοκή του από τα περιοριστικά παλαιά πρότυπα αλλά κυρίως ως προς την επεξεργασία των λέξεων, που φθάνει μέχρι την ανατροπή τους, όπως και στην προσωποποίηση των αντικειμένων ως το όριο των ανθρωπίνων αισθημάτων. Στην περίπτωσή της ευτυχώς η επιρροή δεν έμεινε σε στεγνό μιμητισμό αλλά απέδωσε γνήσιο λόγο, ο οποίος κάποτε απογειώνεται σε πολύ καλές στιγμές δημιουργίας.
Σ’ αυτή την πρώτη της συλλογή,  η ποιήτρια δίνει μια εικόνα της αντίληψής της για τον κόσμο που την περιβάλλει και κυρίως για τη θέση της μέσα σ’ αυτόν. Και είναι ενδιαφέρον που όλος αυτός ο κόσμος χωράει σε 26 ποιήματα σύντομης ολιγόστιχης γραφής, τα περισσότερα, με συμπυκνωμένο το νόημα και σαφέστατο τον στόχο.


Ο συμβολισμός, γνωστό αυτό, έχει αφήσει τα ίχνη του σε κάθε ποιητή από τότε που συγκροτήθηκε ως κίνημα, στα τέλη του 19ου αιώνα, μέχρι σήμερα, είτε αυτά τα ίχνη είναι απολύτως εμφανή είτε απαιτούν ειδικό ιχνηλάτη. Έτσι κι εδώ τα σύμβολα υπάρχουν, άλλοτε τα πιο κοινότοπα περιστέρια, άλλοτε οι καθρέφτες, οι οποίοι παίρνουν στην ποίηση της Βασιλείας ενδιαφέρουσες διαστάσεις.

«…δεν ήμουν ποτέ
αυτό που ζήτησες απ’ τον καθρέφτη σου…
»καθορισμένα σχήματα
να κουβαλάνε μιαν ακαθόριστη έλλειψη
που περιμένω να ξεστομίσεις
για να μπορέσω
να σηκωθώ» (Καθρέφτες)

Η αποτύπωση όχι μόνο της εικόνας, απατηλής οπωσδήποτε, αφού στον καθρέφτη ποτέ δεν αποδίδεται πιστό το είδωλο, αλλά και ο εγκλωβισμός των αληθινών στοιχείων ζωής πίσω από το αστραφτερό του τζάμι, προκειμένου να αποδοθούν πάλι ως νέα πραγματικότητα. Και φυσικά το πρόσωπο συνδιαλέγεται με το άλλο του ‘πρόσωπο’. Μέχρι που θα παραδεχθεί:

«…με κούρασε η συνομιλία με τον καθρέφτη» (Κάτι)

Η οπτική των νέων ποιητών (των νέων γενικότερα αλλά και των ποιητών ως πιο ευαίσθητων) ξεκάθαρη:

«…
Καμαρώστε τ’ αμίλητα παιδιά μας
Αργούν πολύ να περπατήσουν πια
Τα φιλιά δίνονται συγχωροχάρτια
στα ραμμένα χείλη του δικού μας γιου
Πιστεύουμε στη μοίρα γι’ αυτό
θα σκίσουμε και θα ράψουμε αλλιώς τις παλάμες του

Πώς τολμάτε, κύριε
να διακόπτετε για ένα κρακ;
Σπάνε οι καρδιές
σιγά την πρωτοτυπία
Αν θέλετε λιμοκτονήστε κρυφά
Όμως προτού καταρρεύσετε
γδυθείτε,

να σας αγιογραφήσουμε» (Ψαλμοί)

Σκληρή στάση. Ίσως δεν γίνεται αλλιώς. Όλα τα παλαιά σχηματοποιημένα και στερεοτυπικά καθιερωμένα έχουν αυτή την τύχη στα μάτια των νεότερων.

«…
Μόνο νεκρό μ’ αγάπησαν
με μύρο ρόδα κι αίματα
Την Κυριακή γυάλισαν τους σταυρούς τους
Και Δευτέρα σιωπηλά με ξανασταύρωσαν
με προσευχές» (Μεγάλες Εβδομάδες)

Διαβάζοντας την ποίηση της Βασιλείας Οικονόμου συνειδητοποιείς ότι πίσω από τις λέξεις της ποιήτριας διαφαίνεται ένα στρώμα ιδιαίτερα ώριμης σκέψης.

«…
Κι αναρωτιέμαι πίνοντας καφέ
μπορεί κανείς να δραπετεύσει
απ’ το παιδικό του δωμάτιο;
…»
(Καθρέφτες)

Η ποιήτρια  εδώ έχει σίγουρα δραπετεύσει από τα παιδικά σχήματα, όπως όλοι που κάποια στιγμή ανοίγουμε την πόρτα και εξερευνούμε και το υπόλοιπο σπίτι. Αναπόφευκτα έχει κόψει τον ομφάλιο λώρο με τον παιδικό της εαυτό. Μέσα από βιώματα αποκτημένη, η ωριμότητά της μας πείθει για την αλήθεια της, στο θέμα του δύσκολου έρωτα

«…το κρεβάτι χωράει τα πάντα εκτός από μένα» (Πόρτα)

στη σκληρή επίγνωση της γυναικείας φύσης

«Έχω μια κόρη αγέννητη
που ευτυχώς δε μου μοιάζει
Είναι χυδαία
Είναι σκληρή
Είναι ακριβώς όπως πρέπει
Δε με χρειάζεται
Δε μ’ αγαπάει
Με ξέρει από πριν
»Αυτή γυρίζει πλευρό και φτύνει
Μου το χρωστάει
Που δεν της έδωσα πόδια να φύγει
Μου το χρωστάει
Που δεν της έδωσα φωνή να με βρίσει
Μα έτσι
έχω μια κόρη αγέννητη
που δε θα πεθάνει ποτέ.» (Γενέθλια)

ακόμη στο αδυσώπητο της μνήμης και της απώλειας

«Να μιλάς όμορφα
έλεγε η μάνα μου
Μου μάθαινε να λέω
Ατέρμονος
Ευπροσήγορος
Προσηνής

Είναι δύσκολες αυτές οι λέξεις;

Τώρα δοκίμασε να πεις,
Αντίο» (Μαθήματα γλώσσας)

«…στα ταξίδια μου παίρνω πάντα μαζί τους νεκρούς μου
και δυο καθαρές αλλαξιές» (Μανταλάκια)

Είναι αυτός ο ώριμος λόγος που την οδηγεί στη διαπίστωση ότι η μνήμη μπορεί να εκληφθεί μόνον ως προς το βάρος της, ξεχωριστό για τον καθένα

«…η σκόνη της μνήμης
Έχει ένα βάρος
ειδικό» (Σκόνη)

αλλά και στη δική της ξεκάθαρη θέση απέναντι στην ποίηση

 «…γι’ αυτό απόψε
διαπράττω μικρά ποιήματα
Που λένε ψέματα
πως ζήσαμε» (Γι’ αυτό)

Σ’ αυτή την πρώτη συλλογή της η Βασιλεία Οικονόμου έδειξε ότι έχει ακόμη πολλά να καταθέσει στην υπόθεση του ποιητικού λόγου. Και μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι η ποιητική της προσφορά θα είναι ενδιαφέρουσα.
Ένα τελευταίο σχόλιο αφορά την αισθητική του βιβλίου, το εξώφυλλο του οποίου κοσμεί ο πίνακας της ζωγράφου Λήδας Ντόντου ‘Τα μανταλάκια’. Σε αγαστή συμφωνία με το περιεχόμενο, τον λιτό λόγο της ποιήτριας.



(Διώνη Δημητριάδου)