Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015


Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» φιλοξενεί ένα αφήγημα του Κωστή Τζαγκαράκη

Κηφισιά – Γλυφάδα
(Εικόνες και κουβέντες)

     



  Προσπαθώ, όσο μπορώ, να χρησιμοποιώ τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Όπου κινούνται και όταν τα κινούν εκείνοι που είναι η δουλειά τους να τα κινούν. Από τη Γλυφάδα που μένω για παράδειγμα, για να πάω στην Αθήνα όταν χρειάζεται, υπάρχει ο συνδυασμός λεωφορείο και μετρό που με βολεύει. Και, όταν μπορώ και υπάρχει άνεση χρόνου, κάνω και μέρος της διαδρομής με τα πόδια.
          Τώρα τελευταία χρειάζεται ν’ ανεβαίνω συχνά στην Κηφισιά. Κάποιος συγγενής νοσηλεύεται στο ΚΑΤ και πρέπει να τον επισκέπτομαι. Ανέβηκα μερικές φορές με το αυτοκίνητο λόγω ανάγκης, είχα πέσει και μέσα στις μέρες που τα ΜΜΜ είχαν απεργίες και αποφάσισα να μην το ξαναπροσπαθήσω. Αν μπορώ φυσικά. Από τη Γλυφάδα μπορώ να πάρω το τραμ, να κατεβώ στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας και από εκεί με τον παλιό καλό «ηλεκτρικό», κατευθείαν στην Κηφισιά. Έχουν φτιάξει και σταθμό τώρα πια κοντά στο ΚΑΤ και βολεύει. Η διαδρομή βέβαια μπορεί να κρατήσει κοντά δυο ώρες αλλά είναι ξεκούραστη, και από χρόνο τώρα πια με τη σύνταξη έχουμε μπόλικο. Μακάρι να ξέραμε τι να τον κάνουμε.
          
Πριν μερικές μέρες έκανα τη διαδρομή της επιστροφής. Στον ηλεκτρικό ΚΑΤ-ΣΕΦ και τραμ ΣΕΦ Γλυφάδα.
Ψιλόβρεχε και έκανε και κρύο την ώρα που έφυγα από την Κηφισιά. Λιγοστός ο κόσμος στον σταθμό του ηλεκτρικού. Μερικοί επισκέπτες του ΚΑΤ σαν και μένα, δυο τρεις νεαροί που κατέβαιναν στην Αθήνα στο φροντιστήριο και δυο νοσοκόμες αποκλειστικές, που είχαν τελειώσει τη βάρδια με τους πελάτες τους και επέστρεφαν στα σπίτια τους. Από την κουβέντα που είχαν πιάσει μεταξύ τους κατάλαβα πως και οι δυο ήταν αλλοδαπές και τα Ελληνικά ήταν η κοινή τους γλώσσα.
-Είσαι πολλά χρόνια στην Ελλάδα;
-Εικοσιπέντε. Είχα φύγει από την Ουγγαρία μικρή. Στη Γερμανία σπούδασα νοσοκόμα και δούλευα 15 χρόνια. Εκεί γνώρισα τον άντρα μου και όταν παντρευτήκαμε θέλησε να γυρίσουμε πίσω στην Ελλάδα να κάνει δουλειά εδώ. Στη Γερμανία δούλευε σαν μαραγκός. Δεν είχε δουλειά δική του αλλά είχα δουλειά συνέχεια. Ήταν καλός μάστορας. Τώρα έκλεισε και τη δουλειά που είχε ξεκινήσει εδώ. Δεν υπάρχουν πια δουλειές. Αχ! Καλύτερα να μην είχαμε φύγει από τη Γερμανία. Εσύ είσαι παντρεμένη; Πόσα χρόνια ζεις εδώ;
-Στην Ελλάδα είμαι οχτώ χρόνια. Είχα δουλέψει δέκα χρόνια πριν σαν νοσοκόμα στην Ουκρανία. Μετά, όταν χώρισα με τον άντρα μου, κατάφερα να βγάλω βίζα και να έρθω σαν τουρίστρια στην Ελλάδα. Βρήκα στην αρχή δουλειά να περιποιούμαι μια γιαγιά που ήταν κατάκοιτη. Δεν είχα χαρτιά και άδεια ακόμη. Όταν πέθανε η γιαγιά βρήκα μια άλλη. Αλλά πέθανε και αυτή σε μερικούς μήνες. Και άρχισα να κάνω μεροκάματα. Να καθαρίζω σπίτια. Μετά, όταν έφτιαξα τα χαρτιά μου, επειδή είχα και το δίπλωμα της νοσοκόμας, μου επέτρεψαν να βγάλω άδεια και να δουλεύω σαν αποκλειστική.
-Πού μένεις?
-Στο Αιγάλεω, εσύ ;
-Στα Καμίνια, στον Πειραιά. Μ’ εξυπηρετεί ο Ηλεκτρικός όταν έχω πελάτη στο ΚΑΤ.
-Να έφτασε το τραίνο. Καλό σου βράδυ. Χάρηκα που τα είπαμε.
-Κι εγώ. Καλό βράδυ.
          
Είχε φτάσει το τραίνο. Και χωθήκαμε μέσα όλοι. Και καθένας στον εαυτό του.
Κόσμος περισσότερος μπαινόβγαινε στο τραίνο όσο προχωρούσε προς την Αθήνα. Και κάπου εκεί στον σταθμό του Νέου Ηρακλείου, αν θυμάμαι καλά,  βλέπω ένα αγοράκι εννιά με δέκα χρονών, να κρατά την πόρτα του βαγονιού να μην κλείσει και απ’ έξω η μάννα του, να πετά μέσα στο βαγόνι τσάντες, σακ-βουαγιάζ, χαρτόκουτες και δυο-τρεις σακούλες από σούπερ-μάρκετ. Πώς τα ‘χαν καταφέρει και τα κουβάλησαν οι δυο τους μέχρι την πλατφόρμα του τρένου δεν ξέρω. Πάντως το αγοράκι δεν φαινόταν να μπορεί να προσφέρει και μεγάλη βοήθεια. Τακτοποίησαν τα μπαγκάζια τους στην άκρη του βαγονιού, όπως όπως και κάθισαν απέναντί μου. Πρόσεχαν τα πράγματά τους σαν να ‘ταν αυτά όλο το νοικοκυριό τους, και μάλλον ήταν. Και οι δυο τους δεν ήταν ιδιαίτερα ζεστά ντυμένοι παρ’ όλο το κρύο. Και στων δυο τα πρόσωπα ήταν χαραγμένα έντονα τα σημάδια της κούρασης και της απογοήτευσης. Περισσότερο στο πρόσωπο της μάννας. Που θα ‘ταν δεν θα ‘ταν τριάντα χρονών και ήταν και όμορφη. Παρ’ όλες τις αυλακιές από τα βάσανα που είχε το πρόσωπό της.
-Γιώργο, πού έχεις το μπουκάλι το νερό. Δώσε μου το, σε παρακαλώ.
Έψαξε ο Γιώργος στις σακούλες και το βρήκε. Ήπιε μια γουλιά και μετά το 'δωσε στη μάννα του.
Άρχισε μετά η μάννα να ψάχνει τις τσέπες της, την τσάντα της τις σακούλες μία μία.
-Γιώργο, μήπως έχεις εσύ το κινητό μου; Δεν το ‘χω εγώ. Μήπως το είδες;
-Όχι μαμά. Δεν το ‘χω. Τελευταία φορά το είχα δει στο κομοδίνο. Κοντά στην πόρτα πριν φύγουμε. Πάλι το ξέχασες μανούλα; Τι θα κάνουμε τώρα;
Καινούριο ψάξιμο από την αρχή. Και πάλι χωρίς αποτέλεσμα.
-Τι θα κάνουμε τώρα μανούλα; Πώς θα ειδοποιήσουμε να ‘ρθουν να μας πάρουν; Είναι μακριά από τον σταθμό η Κοκκινιά;
-Κάτι θα βρούμε να κάνουμε παιδάκι μου. Μην στεναχωριέσαι. Το μπουφάν σου το χοντρό το πήρες μαζί σου;
-Όχι μαμά. Το ξέχασα κι εγώ.
Ψάξιμο ξανά στις σακούλες η μαμά. Βγάζει μέσα από μια ένα κομμάτι ψωμί, έκοψε λίγο για τον Γιώργο, πήρε και αυτή λίγο κι αρχίσανε να τρώνε με την όρεξη που έχουν πάντα οι πεινασμένοι.
-Πρόσεξες κάτι, Γιώργο; Το ψωμί που μας δώσανε σήμερα είναι πιο νόστιμο από το χθεσινό.
-Ναι μαμά.

Σταθμός Αττικής. Δυνατή φωνή που ακούγεται σ’ ολόκληρο το βαγόνι:
-Κυρίες και κύριοι. Είμαι άστεγος και κάνω αποτοξίνωση. Σας παρακαλώ πολύ να με βοηθήσετε και να με στηρίξετε. Ευχαριστώ πολύ. Ευχαριστώ πολύ.
Λίγα χέρια όμως φάνηκαν να κινούνται προς τις τσέπες και τις τσάντες.
Παρακάτω. Βικτώρια, Ομόνοια, Μοναστηράκι, Θησείο. Γέμισε το βαγόνι. Παρέες νεαρών. Μιλούσαν μ’ ενθουσιασμό και δυνατά.
Μερικοί αλλοδαποί. Έγχρωμοι ως επί το πλείστον. Με σακούλες γεμάτες με τις πραμάτειες του. Αυτοί προσπαθούσαν τουλάχιστον να περάσουν όσο γίνεται πιο απαρατήρητοι. Αν γίνεται.
Όσο πλησιάζαμε προς το Φάληρο, τόσο περισσότερο ασφυκτικά γέμιζε το βαγόνι. Περισσότεροι ανέβαιναν παρά κατέβαιναν. Και στο Φάληρο, όλοι άρχισαν να κατεβαίνουν. Ημεδαποί και αλλοδαποί. Οι πιο πολλοί τράβηξαν για το ΣΕΦ. Είχαν βλέπετε αγώνα μεταξύ τους οι αιώνιοι αντίπαλοι.
Εγώ πήγα στο τέρμα του τραμ. Και στο βαγόνι μέσα έμειναν μόνο ο Γιώργος με τη μάννα του. Τη βασανισμένη. Που δυο φορές την είχα πετύχει να σκουπίζει ένα δάκρυ από τα μάτια της. Κρυφά από τον γιό της.
Το τραμ για τη Γλυφάδα σχεδόν άδειο. Τρεις τέσσερις ήμασταν όλοι κι όλοι.
Γύρω γύρω από το ΣΕΦ υπήρχε πολύς κόσμος. Και οι χώροι στάθμευσης και οι δρόμοι πηγμένοι από αυτοκίνητα. Αναρωτιέμαι γιατί το είπαν Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Εκεί μέσα γίνεται πόλεμος κάθε φορά που γίνεται αγώνας. Ειδικά μεταξύ των «αιωνίων».

Μερικές στάσεις πιο κάτω ο κόσμος είχε γίνει περισσότερος. Και μπήκε και μια κυρία κρατώντας από το χέρι δυο παιδάκια. Πέντε έξη χρονών το πολύ. Όμορφα και καλοντυμένα παιδάκια. Σαν μοντελάκια. Η κυρία, μάλλον φαινόταν για γιαγιά. Και σίγουρα δεν φαινόταν Ελληνίδα.
Κάθισαν δίπλα μου και τα παιδάκια, όντως χαριτωμένα, δεν άργησαν να μου πιάσουν κουβέντα.
-Πώς σε λένε;
-Κώστα. Εσένα;
-Εμένα με λένε Νικόλα. Έχεις παιδάκια;
-Έχω δύο κορίτσια. Είναι μεγάλα.
-Πόσο μεγάλα;
-Σαν τη μαμά σου.
-Εμένα η μαμά μου είναι μεγάλη και όμορφη. Είναι από την Ουκρανία. Την λένε Λουντμίλα. Πώς λένε τα κορίτσια σου; Πάνε σχολείο; Εγώ πάω στα Αγγλικά. Κάθε βράδυ. Ξέρω “good morning”, “good evening”,  ξέρω και να μετράω “one, two, three…”. Ξέρεις, δεν μ’ έχουνε ακόμη βαφτίσει.
-Και πώς έχεις όνομα, αφού δεν σ’ έχουν ακόμη βαφτίσει; Το όνομα στο δίνουν όταν σε βαφτίζουν.
-Θα με βαφτίσουν την άνοιξη. Αλλά έπρεπε να έχω όνομα για να πάω σχολείο. Αλλιώς δεν θα μ’ έπαιρναν. Τώρα πρέπει να κατεβούμε. Μένουμε στον Άλιμο. Εσύ πού μένεις;
-Νικόλα έλα. Θα κατεβούμε κι εσένα θα σε αφήσω μέσα στο τραμ. Πες καληνύχτα στον κύριο.
-Good night.
-Καληνύχτα Νικόλα.

Φτάνουμε στη Γλυφάδα. Φώτα, μαγαζιά ανοιχτά. Λιγοστός κόσμος στους δρόμους κι ακόμη λιγότερος στα μαγαζιά. Μονάχα οι καφετέριες και τα σουβλατζίδικα που συναντάς κάθε δέκα μέτρα έχουν κίνηση.
Κι εγώ σκέφτομαι τον Γιώργο που μοιραζόταν το ψωμί με τη μάννα του στο τρένο.

Κωστής Τζαγκαράκης, Φλεβάρης 2013.

(Γεννημένος σ' ένα χωριό στα βουνά των Χανίων το 1948, παρακολούθησα και τελείωσα το (τότε) γυμνάσιο στα Χανιά το 1966. Από τότε και μετά έφυγα ψάχνοντας δουλειά στην Αθήνα. Από τις αρχές του 1973 και ύστερα, μέχρι τη σύνταξή μου εργαζόμουν στην Ολυμπιακή Αεροπορία σε διάφορες ειδικότητες. 1974-1975 παρακολούθησα μια σχολή επαγγελματική στην Αγγλία με έξοδα της Ολυμπιακής  και για ένα διάστημα η ΟΑ έκανε χρήση των γνώσεων που μ' έστειλαν ν' αποκτήσω εκεί.  Παντρεμένος, με δυο κόρες, ζω στη Γλυφάδα. Πιο πολύ ασχολούμαι με τη φωτογραφία σαν χόμπυ και τη χρησιμοποιώ σαν αφορμή να κάνω καμιά βόλτα και να ξεκολλώ από την καρέκλα και τον υπολογιστή Με το γράψιμο ασχολήθηκα λίγο παλιότερα αλλά τώρα τελευταία λιγότερο, επειδή δεν είναι πως λείπει η έμπνευση αλλά επειδή κάπως έχει κοπεί η όρεξη.. μ' όλα όσα μας ταλανίζουν. Όσο τα σκέφτομαι νομίζω πως αν πω κάτι θα ‘ναι μέσα στη θλίψη και την οργή και δεν το θέλω αυτό...)

( φωτογραφία: Κωστής Τζαγκαράκης)