Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Μεταφορικά μιλώντας (φιγούρες)



Σαν θα τελέψει πια ο χορός  και τα όργανα διαλύσουν,
θα κάτσουν όσοι πρωτοστάτησαν
να δουν ποιος έχει φταίξει.
Τότε θα σηκωθεί ο πρώτος χορευτής
και ξεροβήχοντας να καθαρίσει τη φωνή του
θα πει:

«βλέπετε, εγώ δεν ήξερα καθόλου,
τα βήματα με σύρανε, το κέφι, τα βιολιά».

Οι κοντινοί του, ζαλισμένοι ακόμη απ’ το κρασί,
θα ακούσουν, δεν θα νιώσουν
(αυτοί, να δείτε, θα πιαστούν στα λόγια τελευταίοι).
Κάποιος θα ανταριαστεί, θα αντιμιλήσει
(προσέχοντας τα νώτα του από συνήθεια παλιά):

«και σαν δεν ήξερες εσύ, τί τράβηξες τους άλλους,
που τίποτε δεν κάτεχαν από χορούς και τέτοια;»

Τώρα κι οι άλλοι, νιώθοντας το γλέντι για χαμένο,
θα μπούνε στην κουβέντα
με την ελπίδα να έχουνε τον τελευταίο λόγο,
μια που ποτέ τους δεν μπορέσανε να σύρουν τον χορό:

«δεν μας παρέσυρε αυτός στη δίνη, στις στροφές,
μονάχοι μας το θέλαμε να πιάσει το μαντίλι αυτός
που γνώριζε τα βήματα, κι εμείς ν’ ακολουθούμε».

Μα πάλι ο πρώτος θα μιλήσει:

«νόμιζα πως θα παίζανε τα όργανα το σκοπό,
γυροβολιές να φέρνουμε, κι εγώ με το μαντίλι
να σας κρατώ να κάνετε τα σάλτα στον αέρα,
μα εσείς με θέλατε πάντα μπροστά να τραγουδώ
με όση φωνή διαθέτω.
Τι φταίω που δεν άρεσε ο τόνος και ο στίχος
και σχόλασε η πανήγυρη προτού να ξημερώσει;»

Τέτοιες κουβέντες θα ειπωθούν,
κουβέντες του αέρα,
που σαν φιγούρες του χορού
αλλάζουν με τη διάθεση, το κέφι, την παρέα.
Παιχνίδια είναι τα όργανα και παίζοντας ξεχνάνε
πως όποιος σέρνει το χορό,
σαν βαρεθεί τον ήχο τους,
μόνο με ένα νεύμα του αλλάζει το ρυθμό.

(η εικόνα από τον Anthony Whishaw)

(Διώνη Δημητριάδου)