Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015


«Η δική μου ζωή», σκέψεις για τον επικείμενο θάνατο.

Μια ‘ανάγνωση’ στα αυτοβιογραφικά κείμενα των David Hume και Oliver Sacks 
(σε μετάφραση της Άννυς Σπυράκου και του Κώστα Πόταγα) από τις εκδόσεις Άγρα



"Πάνω απ’ όλα, υπήρξα ένα συνειδητό ον, ένα σκεπτόμενο ζώο, πάνω σε τούτον τον όμορφο πλανήτη, πράγμα από μόνον του τεράστιο ως προνόμιο και ως περιπέτεια."
Έτσι ολοκληρώνει ο εμβληματικός νευρολόγος και καθηγητής νευρολογίας Oliver Sacks το αυτοβιογραφικό του κείμενο, αξιολογώντας το πέρασμα του από τη ζωή. Ποια θα μπορούσε να είναι η ικανή αιτία που ωθεί κάποιον άνθρωπο να αποτιμήσει με αυτές τις λέξεις όλο του τον βίο;
Ο Oliver Sacks αντιμέτωπος με το θλιβερό για άνθρωπο προνόμιο να γνωρίζει τη χρονική στιγμή του τέλους του, βρίσκει τις λέξεις- σκαλιά να πατήσει για να διασώσει την ευθυτενή στάση του, να μη λυγίσει κάτω από το βάρος μιας τέτοιας γνώσης.

Αρχικά η ‘συνείδηση’, η εσωτερική βαθύτατη επίγνωση της ουσίας του ανθρώπινου όντος, της θνητότητάς του, του πρόσκαιρου χαρακτήρα όλων των δημιουργημάτων του. Ιδιαίτερο γνώρισμα του επίλεκτου όντος, που το ανυψώνει στα όρια των δυνατοτήτων του, το ελέγχει για τις αδυναμίες του και τις αποτυχίες του, του δημιουργεί παράλληλα την ψευδαίσθηση μιας παντοδυναμίας, θλιβερά κι αυτής μάταιης, όπως αποδεικνύεται, μπροστά σε δυσανάλογες για την ανθρώπινη δύναμη ασθένειες.
Κατόπιν η ‘σκέψη’. Αναμφίβολα η γενεσιουργός δύναμη, ο κινητήριος μοχλός της κάθε ενέργειας, με δυνατότητες επεξεργασίας του λόγου άπειρες, με κλιμακούμενη την ποιότητά της από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Η ‘ομορφιά’ του κόσμου, μέσα στον οποίο καλούμαστε να ζήσουμε, μια εικόνα πολύμορφη, πλούσια, περισσότερο οδυνηρή ωστόσο, αν βρισκόμαστε κοντά στην έξοδο απ’ αυτόν.
Το ‘προνόμιο’ να έχεις όλα τα παραπάνω, ακριβώς επειδή είσαι άνθρωπος και μπορείς να απολαμβάνεις την ξεχωριστή αυτή θέση ανάμεσα στα υπόλοιπα όντα.
Τέλος η ‘περιπέτεια’ αναπόφευκτα συνακόλουθη όλων των παραπάνω. Γιατί η ζωή η συνειδητή, η σκεπτόμενη μέσα στον κόσμο δεν μπορεί παρά να επιφυλάσσει για τον ταξιδιώτη και απρόσμενες στροφές, ξαφνιάσματα και ανατροπές όχι πάντοτε επιθυμητές.
Με αυτές τις λέξεις περιγράφοντας ο Oliver Sacks το πέρασμά του από τον κόσμο, αφήνει μια τελευταία παρακαταθήκη σε όλους όσοι τον διαβάσαμε και τον παρακολουθήσαμε στη ζωή του την ξεχωριστή. Μοιάζει να λέει πως η αντιμετώπιση του θανάτου είναι κι αυτή ένα στάδιο της ζωής, ένα χρονικό διάστημα προετοιμασίας για μια αποχώρηση προς το άγνωστο, το οποίο (κανείς δεν μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα) μπορεί να είναι εξίσου σημαντικό, όμορφο και πλούσιο.
Με "τόλμη", "σαφήνεια" και "απλά λόγια", όπως δηλώνει ο ίδιος, γράφει αυτό το ύστατο κείμενό του, γιατί "δεν υπάρχει χρόνος για τίποτε ανούσιο". Πρέπει πια να εστιάσει στον εαυτό του, στο έργο του και στους φίλους του. Να κλείσει ό, τι δεν μπόρεσε στα ογδονταένα του χρόνια. Να συλλογιστεί όλη τη γενιά του που αποχωρεί από το προσκήνιο, ο ένας μετά τον άλλον.
Νιώθει φόβο; Οπωσδήποτε. Και το δηλώνει. Περισσότερο, όμως, νιώθει ευγνωμοσύνη για ό, τι του χαρίστηκε, για την αγάπη που πήρε κι έδωσε για τη συνεύρεσή του με τον κόσμο "με τον ξεχωριστό τρόπο που απολαμβάνουν οι συγγραφείς και οι αναγνώστες".
Μας θυμίζει τον Schopenhauer και το αντίδοτο στην  άφατη θλίψη που είναι μόνο η γνώση. Έτσι κι εδώ ο μελλοθάνατος εν ασθενεία Oliver Sacks επιστρατεύει αυτό το εργαλείο, το πολύτιμο σε όλη του τη ζωή, για να στηριχθεί εδώ στο τέλος της πορείας του. Και, ως φαίνεται, το εργαλείο λειτουργεί.
Πολύ σωστά οι εκδόσεις Άγρα συνοδεύουν το κείμενο αυτό με το ομότιτλο του David Hume, γραμμένο το 1776 από τον φιλόσοφο, ο οποίος στα εξηνταπέντε του χρόνια αντιμετώπισε την ίδια αμετάκλητη διάγνωση για το τέλος της ζωής του. Και θέλησε κι αυτός να δώσει κάποιες τελευταίες σκέψεις του απέναντι στη σκληρή αυτή γνώση. Δεν είναι οπωσδήποτε τυχαίο το γεγονός ότι ο Oliver Sacks κάνει μνεία αυτού του άλλου ομότυχου νιώθοντας τόσο κοντινό τον μακρινό εκείνο. Ίσως αναζητά τον ιδιότυπο αυτόν συμπαραστάτη στη δική του κακοτυχία. Αναφέρει σχετικά: "…μια αράδα από το κείμενο του Χιουμ με συγκλονίζει με την αλήθεια της: “Δύσκολα τηρεί κανείς μεγαλύτερη απόσταση από τη ζωή απ’ όση τηρώ πλέον εγώ”." Ο Hume, στο δικό του κείμενο, κάνει τη δική του αποτίμηση επιλέγοντας να αναφέρει τα όσα θαυμαστά κατόρθωσε στη ζωή του (εκτιμώντας ωστόσο ότι μπορεί όλο αυτό που κάνει να εμφανίζεται ματαιόδοξο) ενώ ο Sacks αποφεύγει κάτι ανάλογο, γιατί όπως δηλώνει: "αυτό δεν σημαίνει πως τελείωσα με τη ζωή". Πώς, λοιπόν, να δεις σαν τελειωμένη μια πορεία που ακόμη, έστω για λίγο, συνεχίζεται;
Ο άνθρωπος που σκιαγραφείται στα δύο αυτά κείμενα, ο πάσχων άνθρωπος, στο κατώφλι μιας πόρτας εντελώς άγνωστης και ξένης είναι ένας πλήρης χαρακτήρας. Αποτιμά τη ζωή του αναφέροντας όλα του τα σπουδαία πράγματα, επιθυμεί όμως ακόμη να ζήσει όσο διάστημα του υπολείπεται με πλήρη συναίσθηση του γεγονότος της αποχώρησης. Περισσότερο κοντά μας ίσως νιώθουμε τον συντάκτη του δεύτερου κειμένου, γιατί ο Oliver Sacks ‘ζει’ τον χρόνο του περισσότερο, μοιάζει να βλέπει μπροστά, εκεί που δεν υπάρχει τίποτα που να υπόσχεται ζωή γι’ αυτόν.

Είναι σημαντικό σε τελευταία ανάλυση αυτό το ελάχιστο βήμα του συνειδητού, σκεπτόμενου όντος προς τα εμπρός: "…να βρίσκει τον δικό του δρόμο, να ζει τη δική του ζωή, να πεθαίνει με τον δικό του θάνατο". Μεγάλη αλήθεια, καθόλου αυτονόητη, ειπωμένη με την απλότητα του ορθού και αναμφισβήτητου λόγου. Αν ο δρόμος που επέλεξες για τη ζωή σου είναι μοναδικός και αποκλειστικά δικός σου, τότε να θεωρήσεις πως και ο θάνατός σου είναι κι αυτός κομμάτι σου. Δικό σου ως το τέλος

Διώνη Δημητριάδου