Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» 
φιλοξενεί ένα αφήγημα 
 του Δημήτρη Μπούκουρα

Φαγητό στον σκύλο




Ναι… Ήταν αλήθεια… Αγαπούσε τα σκυλιά… Ιδιαίτερα αυτά του δρόμου… Αυτά με τα δίχως αφεντικά. Και ακόμα πιο πολύ αυτά που κάποτε είχαν ένα σπίτι και που άκαρδα τα είχαν εγκαταλείψει στους δρόμους. Είχαν κι εκείνοι κάποτε  έναν σκύλο που τον είχαν μαζέψει από τον δρόμο… Έζησε μαζί τους 18 ολόκληρα χρόνια και πέθανε από βαθιά γεράματα ένα μελαγχολικό απόγευμα.
Είναι αλήθεια ότι όποτε έβλεπαν στους δρόμους αδέσποτα λαχταρούσαν να πάρουν ένα στο σπίτι και να του δώσουν απλόχερα την αγάπη τους. Όμως, ήσαν αρκετά ηλικιωμένοι και σκέφτονταν ότι ίσως έφευγαν πριν από κείνο, και πλέον ποια θα επρόκειτο να είναι η τύχη του μετά από αυτόν τον αναγκαστικό χωρισμό… Έτσι, τους έφτανε ένα φευγαλέο χάδι που το έδιναν απλόχερα, όποτε έβλεπαν κάποιο σκυλάκι στον δρόμο…

Ήταν ένα βροχερό σούρουπο, όταν άκουσε εκείνο το κλαψιάρικο γρύλισμα που ερχόταν από τον δρόμο… Βγήκε στο μπαλκόνι αλλά δεν είδε τίποτα… «Θα έφυγε σκέφτηκε». Αλλά μόλις μπήκε μέσα, ξανάκουσε το γρύλισμα, πιο παρατεταμένο αυτήν τη φορά. Τότε το αποφάσισε: Θα έβγαινε έξω… Πράγμα που έκανε, πλην όμως μάταια… Πουθενά σκύλος. Σφύριξε, έκανε το χαρακτηριστικό κάλεσμα σουφρώνοντας τα χείλη, τίποτα… «Ο σκύλος φάντασμα», σκέφτηκε… Ας είναι. Ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει… Ανέβηκε στο σπίτι, άνοιξε την κατσαρόλα που ήταν πάνω στην κουζίνα. Είχε περισσέψει λίγο φαγητό από το μεσημεριανό τους. Ήταν μπαγιάτικο και μάλλον θα κατέληγε στα σκουπίδια. Πήρε ένα κομμάτι αλουμινόχαρτο, έβαλε μέσα το φαγητό, και μια και δυο κατέβηκε κάτω και το ακούμπησε στο σκαλί της εξώπορτας…
Την άλλη μέρα το πρωί πήγε να δει τι έχει γίνει… Το φαγητό είχε φαγωθεί. Σφύριξε πάλι, αλλά μάταια. Σκύλος πουθενά… Είναι αλήθεια ότι δεν ξανάκουσε γρύλισμα ή γαύγισμα έξω από το σπίτι… Όμως συνέχισε να βάζει κάθε μέρα το αλουμινόχαρτο με τα αποφάγια της μέρας, που το άλλο πρωί είχαν φαγωθεί… Πέρασαν αρκετές μέρες. Τα αποφάγια που έβαζε ανελλιπώς κάθε βραδάκι εξαφανίζονταν. Τώρα πια είχε αγοράσει και ένα τάσι από αυτά που ταΐζουν τους σκύλους. Δεν είδε ποτέ το ζωντανό, όμως ήταν ευχαριστημένος που τον τάιζε. Άλλωστε, δεν του στοίχιζε και τίποτα. Αποφάγια ήσαν. Θα τα πέταγαν στα σκουπίδια.
Είχε περάσει κιόλας ένας μήνας από την πρώτη φορά που είχε ακούσει εκείνο το γρύλισμα, και επί τέλους, εκείνο το πρωινό το ξανάκουσε, κάπου πολύ κοντά αυτήν τη φορά.. Κατέβηκε δύο-δύο τα σκαλιά, άνοιξε την πόρτα, και να τος ο μπαγάσας, το μπασταρδάκι. Έγλυφε το τάσι, και του κουνούσε την ουρά με ευχαρίστηση. Το χάιδεψε, και έσκυψε να πάρει το τάσι προκειμένου να το ξαναγεμίσει… Και τότες… «Τι είναι αυτό το χαρτάκι που ήταν διπλωμένο στα τέσσερα κάτω από το τάσι»;

«Αγαπητέ κύριε, καλημέρα σας. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά γι αυτό πού κάνατε για μένα. Από τον Θεό να το βρείτε… Παρακαλώ να μην ξανακάνετε τον κόπο.. Επιτέλους βρήκα δουλειά. Και πάλι ευχαριστώ που με στηρίξατε όλον αυτό τον καιρό που πεινούσα»…

Τέλειωσε το σύντομο μήνυμα, και ενώ το σκυλάκι χανόταν στο βάθος του δρόμου, μπήκε κι αυτός μέσα στο σπίτι του.. Τα συναισθήματα του ήσαν ανάμεικτα. Πρώτα ντράπηκε… Και ύστερα του ήρθαν δάκρυα στα μάτια…

ΥΓ. Την ιστορία αυτή μου τη διηγήθηκαν.. Απλά εγώ τη μετέφερα σαν φόρο τιμής στον άνθρωπο που έτρωγε από το τάσι του σκύλου…
(Για την αντιγραφή:  Δημήτρης Μπούκουρας)

(η εικόνα από το διαδίκτυο)Αρχή φόρμας