Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Τα αδέσποτα των Χριστουγέννων

διηγήματα

του Γιώργου Ν. Μανιώτη

από τις εκδόσεις Λέμβος





[…]Ο φόβος μου γίνεται θάλασσα κι εγώ σιγά σιγά παίρνω το χρώμα του βυθού.

Σ’ αυτή τη φράση του Μανιώτη αξίζει να σταθεί κανείς καθώς διαβάζει τα διηγήματα στο νέο του βιβλίο. Πού εστιάζεται ο φόβος του συγγραφέα, σε ποιο βυθό ενσωματώνεται; Και, ακόμα περισσότερο, αυτή η καταβύθιση είναι απολύτως προσωπική, δική του, ή μήπως μιλάει για τον κοινό τόπο των φόβων μας;

Ο τίτλος της συλλογής ήδη σε αποτρέπει από μια εύκολη θεώρηση ότι, δηλαδή, πρόκειται για συνήθη χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Αδέσποτες σκέψεις που βρήκαν τη συστέγασή τους κάτω από μια κοινή χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα; Αδέσποτα τα ίδια τα διηγήματα, σαν να μην καταφέρνουν να βρουν ένα κοινό σημείο αναφοράς, παρά μόνο μια αόριστη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα; 

Γνωρίζοντας ότι ο Μανιώτης αγαπά  να προκαλεί με το γράψιμό του, θεωρώ καλύτερη εκδοχή τη συστέγαση αυτών των διηγημάτων στο ίδιο βιβλίο, προκειμένου να εκτεθεί  ο απώτερος φόβος του, σε αναζήτηση των αναγνωστών που θα συμπλεύσουν προς τη συγκεκριμένη θέαση της πραγματικότητας.

Πράγματι τα διηγήματα αυτά έχουν βρει τον δικό τους κοινό τόπο. Επιχειρούν -με μια απλή και σίγουρη για την αποτελεσματικότητά της γραφή- την ανατομία της σημερινής εικόνας που παρουσιάζει η ζωή μας. Σε ένα πρώτο, επιπόλαιο κοίταγμα φαίνεται να βρισκόμαστε εν μέσω κρίσης, η οποία έχει καταργήσει τον μέχρι πρόσφατα επιθυμητό τρόπο ζωής και επιδιωκόμενο με κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο. Φαίνεται να εκτιμάμε τη σημερινή κατάσταση σαν μια δυστυχία που μας απομάκρυνε από το όνειρο της ζωής των πολλαπλών παροχών. Και σαν να ελπίζουμε σε επανάκαμψη σύντομα, ώστε το ισοζύγιο να βγει τελικά θετικό. Ο Μανιώτης θα ανατρέψει αυτή την εικόνα. Δεν ζούμε μέσα σε ένα λάθος που προέκυψε από την πολύμορφη κρίση. Στην πραγματικότητα το λάθος το είχαμε κάνει πριν, όταν εμπιστευθήκαμε το μέλλον μας στο κυνήγι των στόχων που διαιώνιζαν μια υπαρκτή κατάσταση παράλογη, ατελέσφορη και υβριστική, απέναντι σε αληθινές αξίες που είχαμε απεμπολήσει ανενδοίαστα.

Εδώ και χρόνια βλέπουμε ανάποδα
θα μας πει.

Κλεισμένος μέσα σ’ ένα δωμάτιο, σκυμμένος πάνω από ένα βιβλίο προσπαθούσα νυχθημερόν να γίνω κάτι παραπάνω από τους άλλους, για να κάνω πιο εύκολη τη ζωή μου. […]όλα προγραμματισμένα και τα αισθήματα και οι συγκινήσεις και οι προσπάθειες και οι θυσίες και όλες αυτές οι απολαύσεις και οι χαρές που μας υπόσχονταν σαν το μέγιστο βραβείο, ήρθανε πάντοτε κατόπιν εορτής. Τίποτα στην ώρα του, όλα μεταχρονολογημένα και μπαγιάτικα.[…] μόνο πίστη στο πρόγραμμά τους και προσπάθειες από το βάθος της ψυχής για να νικήσουμε τον χρόνο και να ’μαστε εγκαίρως στο ραντεβού μας με την επιτυχία και την ευτυχία μας κατόπιν.

Έτσι, θα μας πει,  δεν καταλάβαμε ότι πρώτα σκοτώσαμε το παιδί μέσα μας, αφού έπρεπε από νωρίς να δρομολογηθούμε στη λογική ενός σκηνικού που θα διαιωνίζαμε με τη δική μας συμβολή, χωρίς να σκεφτούμε καθόλου την ανατροπή του. Και σιγά σιγά σκοτώσαμε και τις αληθινές μας επιθυμίες ως ενήλικοι, γιατί ο χρόνος δεν επαρκούσε για πρωτοβουλίες, ώστε να αφεθεί κάτι το αυθεντικό να δημιουργήσει τον κατάλληλο χώρο για να βιωθεί.
Πίσω από τη διατύπωση αυτής της ξεκάθαρης θέσης, ωστόσο, διακρίνεται η διάθεση του συγγραφέα να καταθέσει τη σκέψη του, σαν μια τελική εκτίμηση των συνθηκών ζωής που επηρέασαν και τον ίδιο. Σε κάποια από τα διηγήματα η χρήση του πρώτου προσώπου δεν είναι μόνο το τέχνασμα που επιτρέπει σ’ έναν συγγραφέα να αποδώσει με μεγαλύτερη αμεσότητα κάτι που θα χανόταν σε μια τριτοπρόσωπη αφήγηση. Είναι το πρώτο πρόσωπο που χρησιμοποιείται για να δούμε πίσω από τις λέξεις το «εγώ» του συγγραφέα. Μια άμεση κατάθεση της σκέψης του, με την ειλικρίνεια που η πείρα της ζωής καθιστά πλέον αναπόδραστη. Αλλά και στις περιπτώσεις εκείνες που η αφήγηση επιλέγει την αποστασιοποίησή της τάχα από τον γράφοντα, ο οποίος μοιάζει απλώς να καταγράφει, είναι διακριτή η μελαγχολία μιας αποδοχής των αφηγημένων καταστάσεων. Μπορούμε να δούμε και εκεί την προσωπική του τοποθέτηση μέσα στα γεγονότα, ακόμα και στα πιο μυθοπλαστικά επινοημένα. Γιατί και τα παραμύθια που γράφουμε, απηχούν τη θέα του κόσμου μας. Είναι όμως ένας άλλος τρόπος να μιλήσεις μέσα από μύθους, ίσως για να ακουστεί καλύτερα η αλήθεια.

Όταν οι άνθρωποι χάνουνε την πίστη τους σε αυτά που ζούνε, όταν χάνουνε την πίστη τους στον προσωρινό τους θεό και βλέπουνε καθαρά ποιο είναι το πρόσωπό του, τότε αρχίζουν και πετρώνουν. Μόνον λαοί με γερό ένστικτο αυτοσυντήρησης παθαίνανε αυτήν την αρρώστια. Τελικά η αρρώστια της πέτρας δεν ήταν αρρώστια ήταν η έσχατη επανάσταση της φύσης.

Πώς αλλιώς να μιλήσεις γι’ αυτή την έσχατη επανάσταση της φύσης, αν όχι με το εξαίσιο παραβολικό παραμύθι Το παραμύθι με τις τσακμακόπετρες; Το έχει πει άλλωστε και ο Σεφέρης:
«Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα» (Τελευταίος σταθμός)



Η ουσία πάντως είναι πως με όποια γλώσσα κι αν  μιλά η λογοτεχνία, θα βρει τον στόχο της, να φθάσει δηλαδή στον αναγνώστη, αρκεί να έχει μέσα της ευθύτητα θέσεων και ειλικρίνεια προθέσεων. Κι εδώ, με τον λόγο του Μανιώτη έχουμε αυτή την  ευθύβολη  γραφή. Ίσως δεν είναι τυχαία η επιλογή της μικρής φόρμας. Θέλοντας να μιλήσει για τον σημερινό κόσμο της απόγνωσης, το διήγημα μεταφέρει καλύτερα την ατμόσφαιρα, απομονώνοντας σκηνές και εικόνες, εκεί που η εκτενέστερη γραφή θα ήθελε βιωμένο χώρο για να αναπτυχθεί. Το μυθιστόρημα θα απαιτούσε την απόσταση του χρόνου για να δει και να εκτιμήσει το σύνολο της τοιχογραφίας. Ο Μανιώτης, όμως, ήθελε να μιλήσει τώρα. Και καλά έκανε. Το διήγημα αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο την τραγικότητα της στιγμής, και μεταφέρει την αίσθηση του ανθρώπου που νιώθει παγιδευμένος στις επιλογές που μοιάζαν δικές του, ενώ δεν ήταν.



Προσκαλεί τον αναγνώστη, μέσα από τις ιστορίες του να δει μια άλλη όψη των πραγμάτων και να προσπαθήσει να επανεκτιμήσει τις προτεραιότητές του.

Ελάτε να το ψάξουμε μαζί, ποιος είναι ο μέγας ένοχος που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επενδύει τις ζωές μας και μας κάνει στάχτη.

Μέσα από τις «χριστουγεννιάτικες» ιστορίες του, τις τόσο διαφορετικές από όσες έχουμε συνηθίσει, μας δείχνει την άλλη όψη μιας εορταστικής ατμόσφαιρας, έχοντας κάτι από την αίσθηση της εμβληματικής χριστουγεννιάτικης ιστορίας του Ντίκενς, που στοίχειωνε τα παιδικά μας αναγνώσματα με αμφίθυμη διάθεση. Αυτή την ιστορία άλλωστε έχει ως πρότυπο το πρώτο δικό του διήγημα, ακριβώς για να μας βάλει στον χώρο που επιθυμεί, τόσο μακριά από ψεύτικες χαρές και πλαστή ευτυχία.

Τελειώνοντας το βιβλίο ξανακοιτάζω το εξώφυλλο. Η φιγούρα της ρακένδυτης γυναίκας με το παιδί στην αγκαλιά, έτσι όπως γράφει πάνω στο χριστουγεννιάτικο στολίδι,  θα αρκούσε για να μας προσγειώσει στην πραγματικότητα. Μαζί με το περιεχόμενο των διηγημάτων ολοκληρώνει το τοπίο. Στην προμετωπίδα ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο του:

Στα παιδιά που κυνηγημένα από τη φωτιά προσπάθησαν να περάσουν τη θάλασσα.

Υπόμνηση για έναν άλλο κόσμο που ζει δίπλα μας και επιμένει να δηλώνει την παρουσία του ως αντίλογο στην «ευτυχία» μας. Ίσως και μια υπόμνηση για τη λάμψη που προσδίδουμε σε ανούσια πράγματα αγνοώντας την αλήθεια των πιο ταπεινών και απλών αξιών.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Vakxikon http://www.vakxikon.gr/8-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%86%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%AC/)