Ετικέτες

"Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής" Βιβλία (αποσπάσματα) Δοκίμια Κριτικές 'αναγνώσεις' Δημήτρης Φύσσας "Εμένα μου λες (ποιήματα 1997-2016) Κριτικές 'αναγνώσεις' Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ "Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι" Κριτικές 'αναγνώσεις' Μιχάλης Γκανάς "Άψινθος" Κριτικές 'αναγνώσεις' Σωτήρης Κακίσης "Όλο αέρα! (αισθηματικά κείμενα)" Κριτικές 'αναγνώσεις' Colm Tóibín "Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό" Κριτικές 'αναγνώσεις' Jack Kerouac "Στοιχειωμένη ζωή - η χαμένη νουβέλα" Κριτικές 'αναγνώσεις' Max Ritvo "Αιώνες" Κριτικές 'αναγνώσεις' Miguel de Unamuno "Το μυθιστόρημα του δον Σανδάλιο σκακιστή" Κριτικές 'αναγνώσεις' Oliver Sacks David Hume "Η δική μου ζωή" Κριτικές 'αναγνώσεις' Stefan Zweig "Σκακιστική νουβέλα" Κριτικές 'αναγνώσεις' W. G. Sebald Jan Peter Tripp "Αδιήγητη ιστορία" Μεταφράσεις (ποίηση) Παρουσιάσεις βιβλίων - φωτογραφίες Ποιητική σύναξη Τόλης Νικηφόρου "Πάθος" ανέκδοτο ποίημα σε πρώτη δημοσίευση

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Θεοφανίων μνήμες

της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά





Παγερή πάντα θυμάμαι τη μέρα των Θεοφανίων με συνοδεία χιονόνερου ή βοριά που σήκωνε τις πέτρες. Προικιό τον είχε ο τόπος. Σίγουρα κάπου στο Μακρονήσι φύλαγε τους ασκούς του ο Αίολος. Η εκκλησία μας ασφυκτικά γεμάτη, εκεί στη συνοικία του Αγιαντρέα. Όλοι με τα καλύτερά τους ρούχα. Ανάμεσα στα καμηλό και μαύρα παλτό του γυναικόκοσμου λαμποκοπούσε και καμιά γούνα με άρωμα ναφθαλίνης και κολόνιας ανάκατα. Μαλλιά χτενισμένα τούρλα, σκουλαρίκια, δαχτυλίδια και παν εξάρτημα στολισμού από την κορυφή έως τα πόδια με τα λουστρίνια παπούτσια. Στα χέρια όλων ένα κανατάκι να πιουν το Μεγάλο Αγιασμό! Μονότονη η αντρική πλευρά με τις καπαρντίνες. Οι ψαράδες πρώτοι και καλύτεροι με τα απαρχαιωμένα τους κοστούμια, που ίσως μόνο αυτή την άγια μέρα κατέβαιναν από την κρεμάστρα. Φροντισμένη εμφάνιση από τις κυράδες τους, κολλαρισμένα πουκάμισα, ριγέ γραβάτες με λίγο μπορντό, λίγο μπλε κι ανοιχτό γκρι να κάνουν το κοντράστ με τα σκουρόχρωμα κοστούμια και τα γαλάζια πουκάμισα. Η καλή τραγιάσκα στο χέρι, ασκεπείς στην εκκλησιά. Δική τους θεωρούσαν τη γιορτή, σ’ αυτούς ανήκαν οι θάλασσες και το καθημερινό αλισβερίσι μαζί τους κι ευλογημένη η μέρα του αγιασμού τους.
-«Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε… » ράντιζε ο ιερέας το εκκλησίασμα με το βρεγμένο ματσάκι βασιλικό, από εκείνον το χειμωνιάτικο, που μόνο ψηλώνει πίσω από κάποια τζαμαρία με το λιγοστό ήλιο. Τα γυαλισμένα φρεσκοξυρισμένα πρόσωπα των καραβοκύρηδων χαμογελούσαν ατάραχα στην ψιχάλα. Μόνο εμείς, τα δεσποινάρια,  βάζαμε ασπίδα το χέρι, μην τυχόν και υγρανθεί η φράντζα των μαλλιών, η κοκαλωμένη με μπύρα ή λεμονοχυμό! Πρέπει να κρατήσει αντιστάσεις η κόμμωση  στην κατεβασιά  για το λιμάνι, εκεί που θα συναντηθεί πάνδημος ο πληθυσμός και των τριών ενοριών, για να ρίξουν το Σταυρό στη θάλασσα, να φωτιστούν και τα νερά!
Εκείνη τη χρονιά ήμουν άρτι αφιχθείσα από τα εξωτερικά. Ακόμη δεν το πιστεύω πως κατάφερα, τριτοετής του Ιστορικού - Αρχαιολογικού Τμήματος, να εξασφαλίσω τα απαιτούμενα χρήματα και να ακολουθήσω την 8ήμερη εκδρομή της Σχολής σε Βενετία, Φλωρεντία, Ρώμη, Πομπηία οδικώς. Όλα ήταν αλλιώς τότε και η ατελείωτη Γιουγκοσλαβία μια καταπληκτική εμπειρία. Χιονισμένες πάλλευκες οι πόλεις - σταθμοί μας, Λιουμπλιάνα και Βελιγράδι, γιορταστικά στολισμένες παραμονές Πρωτοχρονιάς. Πρωτοχρονιά στη Βενετία! Τρέλα! Να αντηχούν οι διάδρομοι του ξενοδοχείου: « Auguri, auguri!» κι ούτε που μας ένοιαζε η μυρωδιά της υγρασίας των δωματίων. Κι εγώ με τη φιλενάδα μου περιχαρείς που μαθαίναμε Ιταλικά, ετοιμάζαμε μισή ώρα πριν την πρόταση επικοινωνίας! Ακόμη θα γελάνε εκείνοι οι Έλληνες, που σταθήκαμε μπροστά τους να ρωτήσουμε πού είναι η Piazza San Stefano διαμορφώνοντας την πρόταση και συζητώντας στα ελληνικά για τη γραμματική της.
 «Πείτε το ελληνικά, κορίτσια» μας είπαν και μας άφησαν άναυδες! Παρέα Ελλήνων φοιτητών. Ma una faccia, una razza! Τι παλάτια, τι μουσεία και πινακοθήκες, τι τέχνη και αρχαιολογία είδαν τα μάτια μας! Γέμισε ο νους χρυσοποίκιλτα φατνώματα, χρώματα μεγάλων ζωγράφων, τρούλους και αγάλματα. Χαραγμένο λεπτομερώς ως σήμερα στη μνήμη εκείνο το καταπληκτικό ταξίδι με αποκορύφωμα το περπάτημα στην Πομπηία, την πόλη φάντασμα, κάτω από το ύπουλο μάτι του Βεζούβιου.

Εμφανίστηκα, λοιπόν, τη μέρα των Θεοφανίων στο λιμάνι με το καινούριο μου απόκτημα εξ Ιταλίας, ένα παλτό ζαχαρί από δερματίνη με γιακά και μόστρα γούνινη από προβατάκι, και όλος ο κόσμος δικός μου! Και βαμμένη, βέβαια, δεσποινιδίστικα, αφού είχαμε κουβαλήσει κι ένα σωρό καλλυντικά για μπογιατίσματα ματιών και χειλιών. Ήταν  τότε που η μανούλα μου έλεγε συμβουλευτικά:
Μη μαυρίζεις τόσο πολύ τα όμορφα ματάκια σου, παιδί μου, σε αγριεύουν!
Α, μανούλα, δεν ξέρεις εσύ, έτσι είναι η μόδα!
Κι όμως εκείνη ήξερε!
Και σεργιανούσαμε με τις φίλες στο λιμάνι να βρούμε θέση με ορατότητα, να βλέπουμε την εξέδρα στολισμένη με φοινικόκλαρα, εκεί που θα έπεφτε ο Σταυρός στο νερό. Ένα γύρω βάρκες και καΐκια σημαιοστολισμένα και γεμάτα από κόσμο. Σε κάποια βρίσκονταν κι οι επίδοξοι αλιείς του Σταυρού με τα μπανιερά τους τυλιγμένοι με πετσέτες και κάνοντας βηματάκια επί τόπου για προθέρμανση. Γενναία παλικάρια! Μόνο εκείνος ο Μιστόκλης, ο πλοηγός, με φευγάτη ηλικία και επίσημη στολή,  ναυτικό πηλίκιο και τα τοιαύτα αποτελούσε την έκπληξη. Έπεφτε με τα ρούχα στο νερό και φημολογούνταν μάλιστα ότι δεν ήξερε κολύμπι. Ρηχά τα νερά, βέβαια, μπροστά στην εξέδρα, κάνα μπόι βάθος, σε άφηναν να βλέπεις τα πλούσια πράσινα φύκια να αναδεύονται στο βυθό. Και με το πέταγμα του Σταυρού άρχιζαν να ηχούν βραχνά και εκκωφαντικά οι σειρήνες των αραγμένων στα πιο βαθιά πλοίων, να φτάσει το μήνυμα του Αγιασμού σε πελάγη και στεριές, να φοβηθούν οι καλικάντζαροι, να μαζευτούν στα βάθη της γης! Και του χρόνου!
                                                         
Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά

1. Ιστορική φωτογραφία. 1929, Θεοφάνια στο λιμάνι Λαυρίου. Ανάρτηση Χάρη Συρίγου (αρχείο Μανώλη Μαρκουλή) στη σελίδα "Η Λαυρεωτική στα παλιά τα χρόνια"

2,3. Θεοφάνια στο σύγχρονο Λαύριο (φωτογραφίες της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά)