Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Σε κλοιό σώματος

της Χριστίνας Καραντώνη

από τις εκδόσεις του Φοίνικα









[…]
Με το βλέμμα στο αίμα
τα είδωλα όλα πορφυρά
Και καθεαυτόν ο πυρήνας των πραγμάτων
κηλίδα στο τραύμα σεσημασμένη
ωχρά

Οι παραπάνω στίχοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ίσως την ιδανική είσοδο στον ποιητικό κόσμο της Χριστίνας Καραντώνη. Με τις ελάχιστες λέξεις να σκιαγραφούν τα όρια (αν θεωρήσουμε ότι υπάρχουν ορατά και σαφή  όρια για την  ποίηση) ενός κόσμου που αρθρώνει μιλιά, όταν νιώθει ότι ασφυκτιούν μέσα του οι τραυματικές εικόνες, όταν τα αιμάσσοντα ίχνη τους είναι πλέον σεσημασμένα. Μοιάζει το ποίημα να έχει χρώμα κόκκινο, σαν εικαστικό συμπλήρωμα του λόγου. Περισσότερο ακόμα, το ποίημα έχει ήχο, έτσι όπως το βάρος της κάθε λέξης αγγίζει ανοιχτά τραύματα και ο πόνος ξεχειλίζει.
Σε κλοιό σώματος έχει ονομάσει τη νέα ποιητική της πρόταση η ποιήτρια, που έρχεται μετά από τρεις συλλογές να καταθέσει μια ακόμα ωριμότερη σκέψη, με το αναπόφευκτο βάρος που αποκτούν οι λέξεις, όταν ο χρόνος εναποθέτει το δικό του μέτρημα πάνω στο σώμα ή πάνω στις μάταιες ελπίδες διάρκειας του πάθους.

[…]
εν επιγνώσει
ότι άλλη δεν υφίσταται φόρα

μήτε φορά



Διαβάζοντας τα ποιήματα, όπως μοιρασμένα τα έχει τοποθετήσει η ποιήτρια σε δύο ενότητες και τέσσερις υποενότητες, σε καθοδηγούν οι υπέρτιτλοι: Ασεβής πόθος, Στο σώμα του κειμένου. Είναι γνωστή και διακριτή από τις προηγούμενες συλλογές της η εξαιρετική της ικανότητα να γράφει παίζοντας με τις λέξεις και να εμπαίζει τις αρχικές σημασίες οδηγώντας το περιεχόμενό τους στον δικό της νοηματικό κόσμο. Μια άλλη εκδοχή θα ήταν να δημιουργήσει δικές της λέξεις, έχοντας όμως σαφή επίγνωση των δυνατοτήτων επικοινωνίας που παρέχουν οι υπάρχουσες, αφήνεται σ’ αυτή τη μεταποίηση, την τόσο δημιουργική και ενδιαφέρουσα. Έτσι η λέξη σώμα παραπέμπει σε ένα πρώτο επίπεδο στην απολύτως γήινη και σωματική (θαρρείς χωμάτινη) υπόσταση, που διακατέχεται από πυρ εσώτερον και απαιτητικό. Σε μια δεύτερη, ωστόσο, εκδοχή είναι το σώμα το ποιητικό, που έρχεται -ιαματικό ίσως- για να καλύψει το κενό που άφησαν οι απουσίες προσώπων και ματαιωμένων ελπίδων. Άλλωστε -γνωστό αυτό- έτσι λειτουργεί η ποίηση, ακόμα κι αν τα ιδιότυπα φάρμακά της μόνο για λίγο προσφέρουν τη δράση τους.
Η μετατροπή των λέξεων, ώστε αυτές να ενδυθούν το νόημα που υπαινικτικά και μεταφορικά τους δίνει η ποιήτρια, χαρακτηρίζει το ύφος της Χριστίνας Καραντώνη. Το ύφος αυτό καθίσταται σαφέστερο συνεπικουρούμενο από τις εικόνες που κατακλύζουν το σώμα των ποιημάτων. Αν και ολιγόστιχα τα ποιήματα, προσφέρουν θέα στον κόσμο της ποιήτριας. Ένα άθροισμα αποθηκευμένων εικόνων, που -βοηθούσης της παντοδύναμης (και σωτήριας επίσης) μνήμης- συνθέτουν το σήμερα του ποιητικού υποκειμένου, μέσα από παρουσίες – απουσίες προσώπων και επιθυμιών ακόμη ζωντανών.


[…]
Η μνήμη μόνον
διεγερθείσα υψώνει
προστασίας τοιχίο
από αρματωμένο σκυρόδεμα
πάνοπλο
την πτώση φοβούμενη βίαιη

στου παρόντος
το πλακοστρωμένο κενό

Αυτές οι διαγραφόμενες εικόνες μέσα στα ποιήματα αντιστοιχούν στις εικαστικές παρεμβάσεις που η ποιήτρια (και εξαιρετική ζωγράφος) παραθέτει όχι μόνο στο εξώφυλλο αλλά και στις τέσσερις προμετωπίδες των ενοτήτων του βιβλίου. Εικόνες που αποδίδουν το σώμα, άλλοτε σαν εκστατικά και πολύχρωμα αφημένο σε ύπτια στάση, άλλοτε σε ασπρόμαυρες εκδοχές κινήσεων, σαν να επιθυμεί να κάνει αισθητή την παρουσία του παρεμβαίνοντας ανάμεσα στους στίχους και υπογραμμίζοντας ευφυώς το νόημά τους.

Ενδιαφέρον έχει η απουσία του πρώτου προσώπου στα περισσότερα ποιήματα, τη θέση του οποίου έχει πάρει το φαινομενικά απρόσωπο τρίτο πρόσωπο. Δίνει την εντύπωση του υποκειμένου που παρατηρεί και υπογραμμίζει, που υποδεικνύει και υπενθυμίζει. Συμβουλές και υποδείξεις του υποκειμένου προς εαυτόν; Τοποθέτησή του στη χορεία ομοειδών πασχόντων ή συναρίθμησή του με αυτούς που ομοφρονούν και συνειδητοποιούν ομοίως τις βασικές και αναλλοίωτες αρχές που διέπουν την αναξιοπαθούσα ανθρώπινη υπόσταση; Με μία άλλη εκδοχή, ίσως υπονοείται έτσι καλύτερα η ποιητική θέση απέναντι στα πράγματα: ο ποιητής σε προνομιούχο θέση αντιλαμβάνεται τον κόσμο (με την εξωτερική, ίσως αποκαρδιωτική, εικόνα αλλά και την εσωτερική πάλλουσα από ζωή) και τον προσφέρει με τον λόγο του. Όπως κι αν το δει κανείς, με όποιο προσωπείο πρόσφορο κατά περίπτωση παρουσιάζεται, η ποίηση αυτή γνωρίζει την εσωτερική γλώσσα της επικοινωνίας, που αγγίζει τον αναγνώστη – κοινωνό της σε ευθεία οδό, παρά τη μεταφορικότητά της (θεμιτή αλλά και απαραίτητη συχνά στον ποιητικό λόγο). Η αμεσότητα αυτή επιτυγχάνεται οπωσδήποτε με την ειλικρίνεια και την αυθεντικότητα των βιωμάτων που προβάλλονται μέσα στους στίχους, με τη σκληρότητα και την πικρία που συχνά απηχούν, αλλά και με την  αίσθηση της πληρότητας μιας ζωής που γέμισε από εμπειρίες και παραστάσεις, που εξάντλησε το νόημα των σχέσεων, που πήρε και έδωσε, που αποθήκευσε μνήμες και που τώρα στέκεται απέναντί τους και μιλά γι’ αυτές. Ο αποδέκτης μιας τέτοιας ποίησης αναγνωρίζει τη γνησιότητα της φωνής και ακολουθεί.

Η Χριστίνα Καραντώνη ανήκει σ’ εκείνη τη συνομοταξία ποιητών που αγαπά την ποίηση στην πρωταρχική της αξία. Εννοώ με αυτό ότι σέβεται τον λόγο και μιλά, όταν έχει κάτι να πει με ειλικρίνεια. Ο ποιητικός λόγος δεν επιτρέπει το άσκοπο παιχνίδι με τις λέξεις, μια αδιέξοδη (και ματαιόδοξη οπωσδήποτε) ενασχόληση με τα εσωτερικά τοπία του. Η ειλικρίνεια, κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν μπορεί παρά να είναι η σοβαρή αντιμετώπιση της ποίησης, στον βαθμό που ο ποιητής μιλά μόνον, όταν έχει αληθινά κάτι να πει. Και αυτό το επιχειρεί με τον απλούστερο τρόπο, ακριβώς τη στιγμή που μια εσωτερική επιταγή προτάσσει την αναπόφευκτη αναμέτρηση με τον στίχο. Τότε η ποίηση είναι γνήσια πρόταση και η γλώσσα του ποιητή χαρακτηρίζεται τίμια. Τότε γίνεται και αυθεντικά αποδεκτή ως πρόταση από τον αναγνώστη.

Ουκ έστι τέλος, ψυχή
Σκάσε και δούλευε
σκάψε
Ξανά και ξανά
Και όρθωνε λόγο μόνο στη βράση
σαν βρεις το κάτι
βρήκε και κάνει
και έχει
και πρέπει
προτού φουσκώσει, χυθεί, ξεραθεί
στεγνώσει

μελάνι
να στάξει να βρέξει γραφή


Ακριβώς έτσι γράφεται η Ποίηση.

Αναγκαία, νομίζω, και μια μνεία στις Εκδόσεις του Φοίνικα. Με προσοχή στη λεπτομέρεια, με αξιοπρόσεκτη αισθητική στην αντιμετώπιση του βιβλίου, αποδεικνύουν ότι μικροί εκδοτικοί οίκοι έχουν να προτείνουν σημαντικά πράγματα στην πάσχουσα από προχειρότητες αγορά του βιβλίου. Γνώση της τεχνικής, αλλά και μεράκι και κυρίως αγάπη για το αντικείμενο.

Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό frear.gr http://frear.gr/?p=16676)