Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

"Η μετάφραση είναι πρωτότυπη δημιουργία;"
                                                     
   


Δύσκολη, κατά γενική ομολογία, η  δουλειά του μεταφραστή λογοτεχνικού κειμένου, κυρίως αν πρόκειται για το ιδιαίτερα απαιτητικό ποιητικό έργο. Οφείλει, άραγε, να ακολουθήσει αυτός κάποιες αρχές, που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί, ή μήπως είναι στην ουσία μόνος του, αυτός και το κείμενο;

Για παράδειγμα: Μια μετάφραση πρέπει να αποδίδει πιστά τις λέξεις του πρωτοτύπου ή απλώς να απηχεί τις ιδέες του;  Πρέπει να αποδίδει το ύφος μόνο του αρχικού κειμένου και όχι το λεξιλόγιό του; Μπορεί να προσθέτει ή να αφαιρεί κατά βούληση στοιχεία νομίζοντας πως έτσι αποδίδεται καλύτερα το περιεχόμενο ή μήπως αυτό αυστηρά απαγορεύεται; Πώς θα επιτύχει καλύτερα αυτή τη μετάβαση από τη μια γλώσσα στην άλλη, όχι, βέβαια, ως προς το νόημα μόνο, δηλαδή το περιεχόμενο, αλλά ως προς τη σύζευξη των λέξεων, το πέρασμα από τον ένα φθόγγο στον άλλο, πώς θα αποδώσει τα εγγενή χαρακτηριστικά της άλλης γλώσσας, τα τόσο απαραίτητα για να νιώσει κάποιος το ποίημα και τον δημιουργό του; Θα τα σεβαστεί ή θα δώσει βιώματα της δικής του γλώσσας προκειμένου να γίνει το ποίημα αποδεκτό στο δικό του κοινό;

Νομίζω, γίνεται φανερό ότι μόνο σε σύγχυση μπορούν να οδηγήσουν αυτές οι “αρχές”, αν κάποιος τις δει σε αντιπαραβολή. Μοιάζει να ξεχνάμε ότι ο μεταφραστής κυρίως είναι λογοτέχνης ο ίδιος, αλλιώς δεν θα επιχειρούσε την προσέγγιση αυτού του είδους γραφής, και κατά δεύτερο λόγο γνώστης καλός της ξένης γλώσσας. Προσεγγίζει, λοιπόν, το κείμενο του ομότεχνού του με διάθεση ποιητική, άρα δημιουργική (εννοώ, βέβαια, την ποίηση εδώ με την κυριολεκτική της σημασία). Αφορμάται από το κείμενο και προσπαθεί να ερμηνεύσει από τη μία, να δημιουργήσει από την άλλη. Τι από τα δύο ως αφορμή είναι ισχυρότερο;

Αν δεχθούμε ότι η ποιητική φύση του μεταφραστή προέχει, τότε ο ίδιος, ως δημιουργός πρωτότυπου κειμένου, κρίνει και αποφασίζει πώς θα αποδώσει τις λέξεις, τις ιδέες, το ύφος, την εποχή του αρχικού έργου, το οποίο πια λειτουργεί ως αφορμή, ως έμπνευση.


Μπορούμε, όμως, εμείς ως αποδέκτες του εγχειρήματος, να προσεγγίσουμε τον ξένο λογοτέχνη μέσω μετάφρασης; Πιστεύω πως αυτή η ερώτηση προκύπτει από το παραπάνω, εύλογα. Ποιον συγγραφέα θα έχουμε μπροστά μας; Πόσο επηρέασε το κείμενο ο μεταφραστής του; Γιατί, αν το μεταφρασμένο κείμενο είναι πρωτότυπο δημιούργημα, τότε πώς θα έχουμε πρόσβαση στο αρχικό πρωτότυπο; Με μεσάζοντα ή χωρίς; Νομίζω πως καμία αμφιβολία δεν υπάρχει για το ότι ο κάθε δημιουργός μάς “μιλάει” μέσω του έργου του απ’ ευθείας, στο ύφος και στη γλώσσα που ο ίδιος το απέδωσε. Μ’ αυτή τη λογική, βέβαια, η μετάφραση είναι ένα μέσον -με όλα τα αρνητικά που αυτή η λέξη φέρει- για να “πατήσουμε” στον δρόμο του ποιητή, ένα τεχνητό μέσον, απαραίτητο, όμως, όταν αγνοούμε τη γλώσσα του δημιουργού. Ας μην ξεχνάμε ότι, σε κάθε περίπτωση, ο δρόμος προς την καρδιά του δημιουργού είναι προσωπικός. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε όσα μέσα διαθέτουμε, αλλά πάλι θα πρέπει να ξέρουμε ότι η ερμηνεία θα είναι προσωπική, δική μας. Κάθε άνθρωπος ανοίγει το δικό του μονοπάτι για να φθάσει την Τέχνη.

Διώνη Δημητριάδου
(από τη συλλογή δοκιμίων "Το ύφος και το ήθος", εκδόσεις Νοών)

(Νίκος Εγγονόπουλος, "Ποιητής στη Βερόνα")