Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Βερονάλ

του Τάκη Θεοδωρόπουλου

από τις εκδόσεις Μεταίχμιο



«Έτσι απεδείχθη, νομίζω, ότι η περίφημος “Πανελλήνιος αγανάκτησις” δεν είναι παρά μία σαπουνόφουσκα, και η “Ελλάς ολόκληρος”, την οποίαν επίστευσαν ότι ημπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι σκότιοι υποβολείς, οι εχθροί κάθε αξίας και κάθε αδουλώτου χαρακτήρος, εις τον εξοντωτικόν αγώνα των εναντίον μου – τόσον σέβονται την αληθινή Ελλάδα! – δεν υπήρχε παρά μέσα εις την αυταπάτην, με την οποίαν τους μεθά ο εκκωφαντικός θόρυβος των ιδίων των κυμβάλων».

Με αυτά τα λόγια τελειώνει ο Ιωάννης Συκουτρής το εκτενές του δημοσίευμα, με το οποίο ανασκευάζει όλα τα επιχειρήματα, στην ουσία κακοπροαίρετες κατηγορίες που εκτοξεύτηκαν και στόχευαν αυτόν. Ο λόγος; Η έκδοση του Συμποσίου του Πλάτωνα από την Ακαδημία, σε μετάφραση δική του καθώς και σχολιασμό. Μεγάλο το μένος εναντίον ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους που γέννησε η ελληνική διανόηση. Ο Ιωάννης Συκουτρής βρέθηκε αντιμέτωπος με το πανεπιστημιακό κατεστημένο της εποχής, που εννόησε στο πρόσωπό του, στην παιδεία του και στις περγαμηνές που έφερε από τόση νεαρή ηλικία, έναν κίνδυνο για τον μέχρι τότε τρόπο διδασκαλίας τους αλλά και για το περιεχόμενο των σπουδών. Η ουσία είναι ότι στερήθηκε η ελληνική παιδεία τη σκέψη ενός μεγάλου των γραμμάτων. Αλήθεια, πόσοι σήμερα γνωρίζουν τον Συκουτρή, και αν έχουν κάπου ακουστά το όνομά του, πόσοι έχουν εντρυφήσει στα γραπτά του;

Ήταν ευχάριστη έκπληξη το βιβλίο του Τάκη Θεοδωρόπουλου, ένα αφήγημα γύρω από τον Συκουτρή, κυρίως αναφερόμενο στο τελευταίο διάστημα της σύντομης ζωής του, απότομα τερματισμένης με το ίδιο του το χέρι. Γιατί η αλήθεια είναι ότι με αυτοκτονία τελείωσε η ζωή του, και όχι με ανακοπή, όπως εμφανίστηκε αρχικά αλλά και καλλιεργήθηκε για πολλά χρόνια η λανθασμένη αυτή εκδοχή της αιτίας του θανάτου του.

Για να φτάσει, όμως σ’ αυτό το τελευταίο στάδιο της ζωής του Συκουτρή, θα μας παρουσιάσει – με απόλυτη γνώση του περιττού – διάφορους σημαντικούς σταθμούς που διαμόρφωσαν τον εκλεκτό αυτόν φιλόλογο, από τα πρώτα γράμματα στην Ευαγγελική σχολή της Σμύρνης, κατόπιν στη Φιλοσοφική σχολή της Αθήνας και μετά στη Γερμανία, όπου μαθήτευσε δίπλα στην εμβληματική φιλολογική μορφή του Ulrich von Wilamowitz. Μετά ήρθε η πανεπιστημιακή καριέρα στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, που επρόκειτο να τον ανεβάσει μόνο ως τον βαθμό του υφηγητή και να του αρνηθεί την εκλογή στον βαθμό του καθηγητή.

Ο Θεοδωρόπουλος πατώντας με προσοχή πάνω στα ντοκουμέντα της εποχής δημιουργεί ένα ανάγνωσμα εξαιρετικά προσιτό στον αναγνώστη, καθώς με λογοτεχνική γραφή, όση αντέχει το είδος του κειμένου, δίνει με τη φαντασία του τώρα τα περιστατικά της ζωής του Συκουτρή. Σπάνια συναντάμε τόσο εύστοχη ανάμειξη πραγματικών και επίπλαστων σκηνών, μια δοκιμιακή γραφή που κάθε τόσο ξεφεύγει στο άλλο πεδίο, της λογοτεχνίας, χωρίς να σου δημιουργεί την αίσθηση της συρραφής, δείγμα και της ικανότητας του συγγραφέα αλλά και απόδειξη της σοβαρής ενασχόλησης του με το θέμα.
Καταφέρνει να κάνει τον Συκουτρή οικείο, απαραίτητη προϋπόθεση νομίζω, προκειμένου να βρει το έναυσμα ο αναγνώστης για να ερευνήσει το έργο του σπουδαίου αυτού διανοητή. Θα μπορούσε εδώ κάποιος να αντιτείνει ότι η γλώσσα αποτελεί εμπόδιο στην κατανόηση των κειμένων του. Κι όμως η εξοικείωση με παλαιότερες εκδοχές της ελληνικής γλώσσας είναι ευκολότερη από όσο ίσως φαίνεται. Διαβάζοντας αρχίζεις σιγά σιγά να αντιλαμβάνεσαι ότι η γλώσσα είναι μία και απολύτως προσιτή, παρά τις διαφορετικές της καταλήξεις και ενδεχομένως τη διαφορετική σύνταξη.

Ωστόσο δεν ήταν μόνο η γλώσσα του Συκουτρή που τον απομάκρυνε από τους ασχολούμενους γύρω από τα ελληνικά γράμματα. Ήταν και οι πολιτικές του πεποιθήσεις, ακραίες και για την εποχή του αλλά και για σήμερα. Η γερμανική του παιδεία τον έφερε κοντά στον εθνικοσοσιαλισμό, ιδεολογικά και κάπως ρομαντικά θα λέγαμε. Εθνικιστής σαν τον Περικλή Γιαννόπουλο και τον Ίωνα Δραγούμη, έβλεπε στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία κάποια αναβίωση του σπαρτιατικού ιδεώδους. Γιατί, όταν επισκέφθηκε τη Γερμανία του Χίτλερ απογοητεύτηκε από όσα είδε και αναθεώρησε. Ωστόσο η ρετσινιά αυτή συχνά συνόδευε το όνομά του, σε σημείο να ξεχαστεί σχεδόν το έργο του και να αφεθεί στα χέρια αυτών που καπηλεύονται τον ιδεολογικό του προσανατολισμό.



Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος είναι πολύ προσεκτικός στο θέμα της πολιτικής ιδεολογίας του Συκουτρή, και πολύ καλά κάνει, γιατί το ζήτημα που απασχολεί το βιβλίο του αφενός δεν είναι αυτό, αλλά αφετέρου είναι πολύ εύκολο να αποπροσανατολιστεί ο αναγνώστης και να καταδικάσει αδίκως έναν από τους διαπρεπέστερους μελετητές της αρχαίας ελληνικής σκέψης.
Θεωρώ πως το καλύτερο δείγμα της γραφής του το δίνει ο συγγραφέας στο σημείο της περιγραφής του τέλους του Συκουτρή. Αντί για μια οποιαδήποτε φανταστική περιγραφή, την οποία αναμφίβολα μπορούσε να δώσει, επιλέγει να μας παραθέσει το γνωστό απόσπασμα του τέλους του Σωκράτη, ο οποίος έχοντας πιει το κώνειο περιγράφει στους μαθητές του πώς σιγά σιγά το δηλητήριο νεκρώνει το σώμα του. Εξαιρετική, κατά την άποψή μου, η επιλογή αυτή, όχι μόνο αποφεύγει μια φαντασία που πολύ λίγα θα μπορούσε να αποδώσει από τα αληθινά πράγματα εν προκειμένω, αλλά κυρίως μας συνδέει την περίπτωση του Συκουτρή με αυτήν του Σωκράτη, που βρέθηκε αντιμέτωπος με τους δικούς του δαίμονες αλλά και με τους προσωπικούς του διώκτες. Έτσι ο αυτόχειρας φανερώνεται μπροστά μας σε όλο του το αδιέξοδο, όλη του την τραγικότητα, με μοναδική επιθυμητή κίνηση αυτή που τον οδήγησε στο βερονάλ που τον σκότωσε.
Ήταν λοιπόν τραγικό πρόσωπο ο Συκουτρής; Ο Θεοδωρόπουλος, στο τελευταίο κομμάτι του αφηγήματός του, θα παραθέσει τις διάφορες εκδοχές για τους λόγους που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Εκεί θα αναρωτηθεί:

«Αυτοκτονούν οι τραγικοί ήρωες; Ο Οιδίπους εξόριστος από την κοινωνία των ανθρώπων, τυφλός, χάνεται στο ιερό άλσος του Κολωνού. Η Μήδεια εξαφανίζεται στο άρμα του Δία. Ο τραγικός ήρωας έχοντας ξεπεράσει τα όρια των ανθρωπίνων, αφήνεται στην επικράτεια των θεών ακόμα κι αν δεν αποθεώνεται, ακόμα κι αν δεν χάνει τα εντελώς ανθρώπινα χαρακτηριστικά του».

Δεν είναι εύκολο να απαντηθεί το ερώτημα που τίθεται εδώ, ακόμα κι αν γνωρίζουμε την τοποθέτηση του Συκουτρή για τον τραγικό άνθρωπο, τον οποίο σχολιάζει στο τελευταίο κείμενο που έγραψε έχοντας ήδη ειλημμένη την απόφασή του:

«Και το τραγικόν είναι παραλλαγή του υψηλού πάντοτε.
Ήλπιζε πως θα επρόφθανεν. Μα ο έρως θανάτου είναι ισχυρότερος από κάθε έρωτα ανθρώπων, έρωτα παιδείας, έρωτα γης και φωτός».


Ο Άγγελος Σικελιανός έγραψε για τον Συκουτρή το σονέτο
«Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο μαθητή του Βούδα»


«Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι ο Ατζεσιβάνο.
….
Γιατί μονάχα εκείνοι π’αγαπάνε τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ, που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!»

Ποιος να θεωρήσει επιλήψιμο ένα τέτοιο θάνατο;
Ζωή και θάνατος ένα, ή αλλιώς: η μόνη μέθοδος είναι ο θάνατος. Ποιος να τον κρίνει; Άνθρωπος κανείς. Αδυνατεί να φτάσει το μέγεθος της πράξης. Δεν έχει σημασία πια το πλαίσιο του επιλήψιμου, όπως δεν νοιάζεται και κανείς να βάλει τα όρια του αποδεκτού. Πώς να τοποθετηθείς με τη λογική (αυτή δεν θέτει τους κανόνες;) απέναντι στην πράξη της υπέρβασής της;
 Ίσως, τότε, να κριθεί από ανώτερες δυνάμεις, θα προφτάσει ευφυώς να πει κανείς. Ας μην προχωρήσουμε σε θεολογικά χωράφια. Όμως ο ποιητής μάς δείχνει ένα θεό να σηκώνει τα χέρια μπροστά σε τέτοια επιλογή. Αυτή είναι η θεία αταραξία. Το ξεχωριστό αυτό ον δεν το αγγίζει μήτε η ανθρώπινη κρίση (ανεπίληπτη η πράξη) μήτε η εξωανθρώπινη. Το θείον ατάραχον.

Όμως, όπως επισημαίνει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος:

«Η Ελλάδα δεν είχε το θάρρος ούτε καν να ομολογήσει πως ο Ιωάννης Συκουτρής αυτοκτόνησε».

Πολύ περισσότερο δεν κατάφερε να παραδεχθεί το μέγεθος ενός τέτοιου διανοητή, εξορίζοντάς τον στα πιο ψηλά ράφια κάποιας βιβλιοθήκης. Από αυτά ευτυχώς τον ανέσυρε με το αφήγημά του ο Θεοδωρόπουλος και μας τον παρουσίασε με τον πιο κατάλληλο τρόπο. Ίσως έτσι να ξαναθυμηθεί ο πνευματικός κόσμος τα κείμενα του Ιωάννη Συκουτρή και να τα αναδείξει, όπως τους αξίζει.


Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη ανάρτηση της κριτικής αυτής έγινε στο περιοδικό Fractal)
http://fractalart.gr/veronal/