Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

«Η περιπέτεια της λογοτεχνίας στο διαδίκτυο»

(με αφορμή μια σκέψη του Σταύρου Ζουμπουλάκη)





Η παρακάτω σκέψη ανήκει στον Σταύρο Ζουμπουλάκη, απόσπασμα από μια εισήγηση στη 2η Διεθνή Συνάντηση του περιοδικού  LAtelier du roman, στη Θεσσαλονίκη, 29-30 Σεπτεμβρίου 2000. Συμπεριλαμβάνεται η εισήγηση αυτή στο πρόσφατο βιβλίο του «Υπό το φως του μυθιστορήματος», εκδόσεις Πόλις.

«Αν έρθουμε στη λογοτεχνία, ξέρετε ότι στο ίντερνετ γράφονται χιλιάδες ποιήματα –κάκιστα ποιήματα, αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω– από ανθρώπους που δεν θα φιλοξενούνταν ποτέ σε ένα οποιοδήποτε έντυπο (από μια μάνα, επί παραδείγματι, για το νεογέννητό της, από ένα νεαρό που τον εγκατέλειψε η κοπέλα του, από μια γυναίκα που έχασε τον πατέρα της και ούτω καθεξής) και τα οποία δέχονται χιλιάδες επισκέψεις. Μπορούμε αυτή τη σχέση και αυτή τη συλλογικότητα να τις αγνοήσουμε; Το ερώτημα λοιπόν είναι κατά πόσον το ίντερνετ θα επηρεάσει τη γραφή, τη λογοτεχνία και τα είδη της.» Σταύρος Ζουμπουλάκης

Έχουν περάσει βέβαια κάποια χρόνια από τότε που τα έλεγε αυτά ο Σταύρος Ζουμπουλάκης. Έχουν αλλάξει κάπως τα πράγματα στο διαδίκτυο, έχει αυτό εξαπλωθεί πολύ περισσότερο και έχει αλλάξει και η σύνθεση πια του σώματος των χρηστών του, καθόσον πλέον θεωρείται απαραίτητη η συμμετοχή στη δικτύωσή του, αν κάποιος θέλει να επικοινωνεί, να ενημερώνεται και να δημοσιοποιεί το δικό του status. Εφημερίδες, περιοδικά λαμβάνουν εξίσου σοβαρά υπόψη τους την αποδοχή που έχουν στο κοινό του διαδικτύου με αυτήν που έχουν ως έντυπα και μόνον. Συγγραφείς, εκδότες, κριτικοί επικοινωνούν με το αναγνωστικό κοινό με πολύ πιο άμεσο τρόπο, και όλο αυτό κάνει το διαδίκτυο πολύτιμο και χρηστικό απολύτως.
Ωστόσο, δεν μπορώ να μη σταθώ στην αφοριστική του διατύπωση που αφορά την παρουσία της ποίησης στο ίντερνετ. Το θέμα που θίγει δεν αφορά φυσικά μόνο την ανάρτηση στο διαδίκτυο ποιημάτων δεύτερης ή και τρίτη διαλογής ίσως αυτά τα τελευταία είναι που δεν θα πρέπει καν να φέρουν αυτό το όνομα. Πάντοτε γραφόντουσαν στιχάκια πρόχειρα, που συνήθως αντιστοιχούσαν σε κάποιο γεγονός σημαντικό στη ζωή του δημιουργού τους. Μπορεί στα μάτια του όλο αυτό να συνιστούσε υψηλή ποίηση, μόνο που δεν ήταν. Ίσως γιατί η αληθινή ποιητική δημιουργία μπορεί να αφορμάται από κάτι χειροπιαστό, όμως έχει τη δύναμη να μιλήσει διαχρονικά σε πολλά επίπεδα και σε πολλούς, αδιάφορους με το γεγονός που τη γέννησε. Αυτό το γεγονός παραμένει πάντοτε φυσικά η θνητή αφορμή, ενώ ο ποιητικός λόγος γνήσιος και πλήρης σε νοήματα μπορεί να έχει τη δική του ζωή με τη δύναμη του λόγου του, χωρίς να έχει ανάγκη τα ενθουσιαστικά και περιστασιακά σχόλια. Η αληθινή ποίηση είναι πάντοτε χαμηλόφωνη, γιατί έτσι μπορεί να ακουστεί. Δεν φωνάζει, δεν προκαλεί γύρω της θιασώτες. Αυτοί που την αγαπούν ξέρουν και την πλησιάζουν με τους πιο αφανείς δρόμους, άγνωστους για τους πολλούς.
 Κάποτε βέβαια κάποια απ’ αυτά τα άλλα στιχουργήματα, τα περιστασιακά, έφταναν μέχρι κάποια έκδοση, συνήθως "ιδίοις αναλώμασι", μια που στους εκδοτικούς οίκους υπήρχαν προστατευτικές δικλείδες που απέτρεπαν να διαδοθεί η βαναυσότητα της γραφής, τουλάχιστον τις περισσότερες φορές.
Τώρα με το διαδίκτυο ο καθένας είναι ελεύθερος να κοινοποιεί και να απολαμβάνει ένα μερίδιο δημοσιότητας αναλόγως της εμβέλειας που έχει το όνομά του. Σχόλια, θαυμαστικά και λοιπά εγκωμιαστικά συνήθως συνοδεύουν τις αναρτήσεις, κυρίως στο FB. Με προσεκτική ματιά, όμως, μπορεί κάποιος να ξεχωρίσει την Ποίηση από τα άτεχνα στιχάκια. Με δεδομένο μάλιστα ότι πολλοί γνωστοί και καταξιωμένοι ποιητές δημοσιεύουν πια πολύ συχνά στο διαδίκτυο τις δημιουργίες τους, έχοντας προφανώς εντάξει και αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας με τους αναγνώστες τους ανάμεσα στους άλλους παραδοσιακούς, διαμορφώνεται ένα τοπίο κατά πολύ διαφορετικό από αυτό που 16 χρόνια πριν είχε περιγράψει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης.
Στο ερώτημα μάλιστα που θέτει στο τέλος του αποσπάσματος μπορούμε να απαντήσουμε (με την επιφύλαξη ενδεχομένως που προκύπτει από τη διαρκώς μεταβαλλόμενη εικόνα του διαδικτυακού τοπίου) ότι το διαδίκτυο συμμετέχει με αξιώσεις πια στην υπόθεση της προώθησης της λογοτεχνίας αλλά και στη διαμόρφωσης της λογοτεχνικής (όχι μόνον της ποιητικής) εικόνας.

Διώνη Δημητριάδου

(Γιάννης Μόραλης, ζωγραφιά για το εξώφυλλο του «Μεγάλου Ερωτικού»)