Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Γυναίκα μια γκρίζα μέρα




Με το που ξύπνησε κοίταξε τον ουρανό από το παράθυρο. «Λίγο πιο γκρίζο και θα είναι σαν να έχω πεθάνει», μονολόγησε.

Σε λίγο βγήκε αθόρυβα από το σπίτι και κατηφόρισε μέχρι την παραλία.  Κάθισε σ’ ένα παγκάκι. Εκεί, σαν μια εικόνα του μυαλού, επίμονη και βασανιστική, βγαλμένη από την πρωινή ομίχλη, θυμήθηκε πάλι τη μάνα της που, χρόνια πολλά πριν σ’ αυτό το ίδιο μέρος,  έβγαλε τα παπούτσια της, τα πέταξε στη θάλασσα και αφέθηκε να λαχταρά απέραντους θαλασσινούς δρόμους.

Γυρίζοντας σε λίγο στο σπίτι, σιγοπατώντας  μπήκε στο δωμάτιο των παιδιών, τα ξύπνησε γλυκά, αφού φρόντισε πρώτα να μεταμφιεστεί σε ανέμελο, μητρικό χαμόγελο.


Αρνήθηκε να απαντήσει στην επίμονη ερώτησή τους ‘μαμά, τι γίναν τα παπούτσια σου;’

Διώνη Δημητριάδου

(Edv. Munch, Νεαρή γυναίκα στην παραλία. 1896. Μουσείο Munch. Όσλο.)