Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

"Θέα αλεξανδρινή"



«Δύο βδομάδες το πολύ»
κατά πως λες ο ίδιος.

Τόσο κρατάει η μεταμέλεια.
Άρα ήταν μάταιη και περιττή, σαν κάθε οριστική απόφασή σου
να γίνεις όμοιος με τους άλλους.

Και έτσι, απομείναν μυστικά όλα σου τα «κρυφά συναντημένα».

Θαμμένα στις σελίδες σου τα βρίσκει κάθε τόσο
κάποιος που ψάχνει λόγο πειστικό
να δικαιώσει έναν ηδονισμό δικό του.
Για λίγο καταφέρνει να αισθανθεί πως βρέθηκε,
γεμάτος από άφατη ευτυχία,
να πλέει μες  στις νύχτες σου.
Για να ξυπνήσει το πρωί ολομόναχος,
και μέσα στο ανελέητο φως να πρέπει να απολογηθεί.

Μα αυτός δεν είναι ποιητής.
Κι έτσι το μόνο που βρίσκει να σου πει
είναι πως λάθος μάντεψες.

Γιατί «σε μια τελειωτέρα κοινωνία»
πάλι οι «καμωμένοι σαν εσένα»
μέσα σε μυστικά σοκάκια κρύβονται,
χωρίς να τους φυσάει, έστω, το μέτωπο
κάποιο αεράκι αλεξανδρινό.

Διώνη Δημητριάδου
(οι στίχοι σε εισαγωγικά δανεικοί από τον Καβάφη)
(συμπεριλήφθηκε στο συλλογικό έργο «Ετερότητα», από τις «μικρές εκδόσεις»)

( εικόνα:W.H.J. Boor, Alexandria, 1890)