Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016


 
Ο «Τούρκος»

   
Ιωάννης Άρτης

Εγώ πάντοτε ήμουν λογικός, πάντοτε υπολόγιζα την επόμενη κίνησή μου, με όση περισσότερη ακρίβεια μπορούσα, με σαφή προσπάθεια αποφυγής του λάθους. Έτσι πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να σκέφτεται και να ενεργεί ένας στρατιωτικός. Αυτή τη σύνεση τη χρειάστηκα πολλές φορές στη ζωή μου. Κυρίως στο πεδίο της μάχης. Δεν είχα και λίγες ευκαιρίες, ειδικά εκεί, να αποδείξω την ορθότητα της στάσης μου απέναντι στη ζωή και τις αντιξοότητές της. Και πάντοτε έμενα με την ικανοποίηση ότι έκανα το ανθρωπίνως δυνατό για μια ευνοϊκή έκβαση των πραγμάτων. Αυτό μου το αναγνώριζαν και οι άλλοι, ανώτεροι και κατώτεροι. Γι’αυτό και με σεβόντουσαν. Βέβαια, αρκούντως χρήσιμη αποδείχθηκε και μια άλλη πλευρά του χαρακτήρα μου. Έχω κάτι μέσα  μου που, όταν χρειαστεί, ξεπερνάει και τους κανονισμούς, τους οποίους όλη μου τη ζωή έχω ταχθεί να τηρώ, και αυτό το κάτι με ωθεί να προχωρώ μπροστά με γνώμονα αυτό που εγώ θεωρώ σωστό. Έτσι οδήγησα τον στρατό μας, ως υπίλαρχος τότε,  και στη Φλώρινα και στην Καστοριά, πριν λίγα χρόνια.* Τις απελευθέρωσα και τις δύο, με τη βοήθεια του Θεού. Όχι των ανθρώπων! Αυτοί, οι υψηλά ιστάμενοι, τις πιο πολλές φορές έχουν άλλες βλέψεις. Νοιάζονται για το ίδιον συμφέρον, δυστυχώς, και όχι για το καλό της πατρίδας. Ας είναι, λέω τώρα. Εγώ έχω από τη μια τη συνείδησή μου ήσυχη, όταν βλέπω ελεύθερες, προσαρτημένες στο σώμα της Ελλάδας τις περιοχές που απελευθέρωσα, κι από την άλλη όταν, παντού όπου πάω, συναντώ την ευγνωμοσύνη των απλών ανθρώπων. Αυτά είναι σημαντικότερα παράσημα από αυτά που μου έδωσαν και κοσμούν τη στολή μου.

Λένε πως σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση ενός ανθρώπου διαδραματίζει η γενιά του, η καταγωγή του, οι προγενέστεροι απ’ αυτόν, που τον διαπαιδαγώγησαν είτε με τις διδαχές τους είτε απλώς με την παρουσία τους στην οικογένεια. Εγώ ως προς αυτό ευτύχησα να έχω σημαντικούς προπάτορες, και φαίνεται λειτούργησαν μέσα μου τα μηνύματά τους. Πάντοτε τους τίμησα και ένιωθα πολύ υπερήφανος που ήμουν ένας από τους κατιόντες συγγενείς τόσο επιφανών Ελλήνων.

Θέλω εδώ να καταγράψω για πρώτη φορά ένα περιστατικό που μου συνέβη πριν μερικά χρόνια, συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 1917. Αυτό ήθελα να αφηγηθώ, όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το κομμάτι της προσωπικής μου ιστορίας. Θεώρησα, όμως, ότι η παραπάνω διευκρινιστική εισαγωγή ήταν απαραίτητη για να κατανοήσει όποιος το διαβάσει τον τρόπο αντίδρασής μου στη δεδομένη στιγμή.

Ταξίδευα με το τραίνο στη διαδρομή Λάρισα-Θεσσαλονίκη. Είχα πάρει πριν λίγους μήνες τη μετάθεσή μου για την όμορφη πόλη της βόρειας Ελλάδας. Με κάθε ευκαιρία πεταγόμουνα ως τη Λάρισα για να επισκεφθώ την οικογένεια του αδελφού μου. Από ένα τέτοιο ευχάριστο διάλειμμα επέστρεφα εκείνο το χειμωνιάτικο απομεσήμερο. Στο βαγόνι, που ήταν η θέση μου, ήταν άλλοι δύο επιβάτες, ξένοι. Μιλούσαν αγγλικά μεταξύ τους. Χάζευα έξω από το παράθυρο. Σε μια στιγμή ο ένας μου απηύθυνε τον λόγο στα ελληνικά. 

"Ξέρετε πώς λέγεται αυτό το χωριό εκεί πάνω;"

Δεν ήξερα να του απαντήσω. Η καταγωγή μου δεν ήταν απ’ αυτά τα μέρη. Είχα τόσο πολύ περιπλανηθεί στην ελληνική επαρχία, λόγω του επαγγέλματός μου, που δεν ήμουνα πια σε θέση να θυμάμαι ή και να προσέχω ακόμη όλα τα μικρά χωριά από τα οποία περνούσα. Μου έκανε, όμως, εντύπωση η σωστή προφορά του στα ελληνικά. Τον ρώτησα από πού ήταν και πώς είχε μάθει τη γλώσσα.

Με ξάφνιασε η απάντησή του. Ο ίδιος είχε γεννηθεί στην Αγγλία, απ’ όπου καταγόταν και η γιαγιά του, οι γονείς του, όμως, ήταν Τούρκοι. Και τα ελληνικά, τόλμησα να τον ρωτήσω, από πού του προέκυψαν.

"Η καταγωγή του πατέρα μου ήταν ελληνική, για την ακρίβεια Έλληνας ήταν ο παππούς μου. Έγινε, όμως, Τούρκος."

Ταράχτηκα που τον άκουσα. Πώς, δηλαδή, έγινε Τούρκος; Πώς αλλαξοπίστησε; Πέρα από την εύλογη απορία που μου γεννήθηκε, κάτι πιο βαθύ άρχισε να με τρώει. Καμιά φορά βγαίνουν μπροστά σου πράγματα χαμένα στη λήθη του χρόνου, που ούτε πίστευες ποτέ ότι θα τα ξανασκεφτόσουν. Θέλησα να μάθω περισσότερα.


"Ο παππούς μου είχε γεννηθεί στην Ελλάδα, στο Μεσολόγγι. Στα χρόνια του πολέμου (έτσι ακριβώς ονόμασε τον Αγώνα, την Επανάσταση) έχασε όλη του την οικογένεια, ο ίδιος  βρέθηκε υιοθετημένος από Τούρκους, σπούδασε, έγινε στρατιωτικός, συγκεκριμένα κατετάγη στο Ναυτικό, διέπρεψε εκεί, παντρεύτηκε Αγγλίδα."


Τον άκουγα και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ζήτησα να μάθω αν ο παππούς του είχε κάποιο σημάδι ξεχωριστό, μια αναπηρία ας πούμε. Παραξενεύτηκε και μου είπε πως πράγματι του έλειπε ένα δάχτυλο από το αριστερό του χέρι. Τον ρώτησα για το όνομά του, αν και μέσα μου ήξερα ήδη την απάντηση!

Πάντα μου άρεσε να μελετώ την ελληνική γλώσσα, μια από τις πλουσιότερες και ωραιότερες του κόσμου. Η λέξη σύμβολον υπονοεί τα δύο κομμάτια που συναποτελούν μια ενιαία εικόνα. Όταν βλέπεις μόνο το ένα, έχεις μόνο τη μισή εικόνα. Χρειάζεται και το άλλο κομμάτι για να συλλάβεις το μήνυμά της. Έτσι κι εγώ τώρα θα συμπληρώσω με το δικό μου μέρος την ιστορία που μου είπε ο συνταξιδιώτης μου.

Εγώ, φυσικά, δεν τα έζησα αλλά έχω ζωντανή στη μνήμη μου τη διήγηση του πατέρα μου. Τον θυμάμαι με συγκίνηση να μου μιλάει για τους φοβερούς μήνες της πολιορκίας του Μεσολογγίου, στα 1826, την πείνα, την ανέχεια, τον θάνατο που καραδοκούσε κάθε στιγμή. Ο πατέρας του είχε πεθάνει από τις κακουχίες λίγο πριν οι απελπισμένοι έγκλειστοι αποφασίσουν την απονενοημένη πράξη της ηρωικής εξόδου. Αυτός, δεκάχρονο παιδί, ο αδελφός του ακόμη μικρότερος, είχαν μόνο τη μάνα τους· και μαζί θα επιχειρούσαν να βγουν από την πολιορκημένη πόλη, μέσα από τις γραμμές των Τούρκων, που καρτερούσαν να κόψουν κεφάλια ή να αιχμαλωτίσουν τους ημιθανείς κατοίκους. Η μάνα έκλεισε το σπίτι, σαν να επρόκειτο να πάει ταξίδι, έθαψε στον κήπο το χρυσοκέντητο νυφικό της φόρεμα, αποχαιρέτησε τον παππού της,  προεστό του Μεσολογγίου, ο οποίος της είπε να πάρει τα παιδιά και να κλειστεί μαζί με τους γέροντες και τα υπόλοιπα γυναικόπαιδα στο πατρικό αρχοντικό· κάτι είχε βάλει στο μυαλό του, μα δεν της το είπε. Αυτή, όμως, σαν να κατάλαβε την απελπισία του γέροντα (σε τέτοιες στιγμές το μυαλό είτε σαλεύει είτε γεννάει ηρωικές αποφάσεις), και δεν πήγε, παρά παίρνοντας τα δυο παιδιά της βάδισε προς το συμφωνημένο σημείο, να συναντήσει τους άλλους. Όταν δόθηκε η εντολή να προχωρήσουν, οι μαχητές έβαλαν στη μέση τα γυναικόπαιδα -μαζί μ’ αυτούς και οι δικοί μου- και ξεκίνησαν, αφού έκαναν τον σταυρό τους. Δεν είχαν φτάσει καλά καλά στην κύρια πύλη του φρουρίου, όταν δέχτηκαν ομαδικά πυρά από όλη την έκταση του εχθρικού τουρκικού μετώπου. Επικράτησε σύγχυση, διασκορπίστηκαν, άλλοι φώναζαν εμπρός άλλοι φώναζαν πίσω, φωνές, αλαλαγμοί, πολλοί πέφταν κάτω, από πάνω τους πέρναγαν άλλοι. Εκεί έχασε η μάνα επαφή με τα δυο της παιδιά. Ο πατέρας μου, σαν πιο μεγάλος, κρατούσε τον μικρότερο από το χέρι και προσπαθούσε να προφυλαχθεί. Τότε πέσαν πάνω σε δυο αραπάδες. Αυτοί τραβούσαν ό ένας το ένα παιδί και ο άλλος το άλλο, να τα χωρίσουν για να τα πάρουν. Ο πατέρας μου φώναζε να τους πάρει ένας και τους δυο για να μην χωριστεί από τον αδελφό του. Τότε ο ένας σήκωσε τη χατζάρα του και χώρισε τα δυο αδέλφια, κόβοντας το δάχτυλο του μικρότερου.
Ο πατέρας μου βρέθηκε δούλος στην Αίγυπτο, απ’ όπου χρόνια μετά τον αντάλλαξαν οι Έλληνες με λύτρα. Ο γέροντας προεστός**, παππούς της μάνας του, ανατινάχτηκε μαζί με τους ασθενείς και τα γυναικόπαιδα γράφοντας έτσι μια από τις ηρωικότερες σελίδες της Επανάστασης. 

Χρήστος Καψάλης

Η μάνα του πατέρα μου αιχμαλωτίστηκε και αυτή, εξαγοράστηκε μετά και επέστρεψε με την απελευθέρωση στο Μεσολόγγι. Έψαξε τότε να βρει τα δυο της παιδιά, μα βρήκε μόνο τον πατέρα μου. Ζήτησε, λοιπόν, από τον γιο της να ψάξει την τύχη του άλλου της παιδιού. Το μόνο που γνώριζε αυτός ήταν ότι τον αδελφό του τον άρπαξε ο Τούρκος. Τι απέγινε, όμως, δεν ήξερε. Μετά από πολύ καιρό και μεγάλη έρευνα που έκανε πληροφορήθηκε ότι ο αδελφός του βρισκόταν στο τουρκικό ναυτικό αξιωματικός. Είχε παντρευτεί με Αγγλίδα και είχε κάνει οικογένεια. Πού να πει τέτοια είδηση στη μητέρα του! Έφτιαξε μια ιστορία ότι τάχα το παιδί έζησε λίγα χρόνια και πέθανε από χολέρα. Όλη η οικογένεια αυτό ήξερε για την τύχη του μικρού αδελφού. Τον είχαν πια για νεκρό. Ο πατέρας μου, που ήξερε, δεν θέλησε να φανερώσει την πικρή αλήθεια για τον «Τούρκο» αξιωματούχο, που είχε το ίδιο επώνυμο μ’ αυτόν. Σε μένα μόνο είπε αυτό που τον βάραινε, όταν ήταν πια στα τελευταία του. Πιο πολύ τον βάραιναν οι τύψεις ότι δεν κατάφερε να σώσει τον μικρό, όπως έσωσε τον εαυτό του. Το ήξερε, βέβαια, ότι δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε μέσα στο κακό που βρέθηκαν και οι δύο. Αλλά οι τύψεις φαίνεται πως λειτουργούν ανεξάρτητα από τη λογική.

Πιστεύω πως έπραξε καλά. Δεν είναι εύκολο να σηκώσεις το βάρος μιας τέτοιας «προδοσίας» -ακόμα κι αν ξέρεις πως σ’ ένα μικρό παιδί μπορείς να συγχωρήσεις σχεδόν τα πάντα-, πόσο περισσότερο αν φέρεις στις πλάτες σου ένα τόσο μεγάλο όνομα, αν έχεις ακόμη ζωντανές τις μνήμες από τις ηρωικές πράξεις των πιο κοντινών σου συγγενών. Η λογική, από την άλλη, την οποία κι εγώ, όπως είπα, πάντοτε βάζω μπροστά στα μάτια μου πριν προβώ σε κάποια ενέργεια, σωστά του υπαγόρευσε να αποκρύψει τη φοβερή είδηση από τη μητέρα του. Γιατί να της προκαλέσει τόσο πόνο; Την άφησε να θεωρεί το παιδί της χαμένο. Καλύτερα έτσι, θα σκέφτηκε, και κράτησε το μυστικό μέσα του.

Αυτά ο πατέρας μου. Όσο για μένα, φανέρωσα στον έκπληκτο συνταξιδιώτη μου ποιος ήμουνα εγώ που τον ρωτούσα όλα αυτά και πώς γινόταν να ξέρω την αναπηρία του παππού του. Του διηγήθηκα στη συνέχεια την ιστορία, όπως πραγματικά ήταν. Άκουγε με πολύ ενδιαφέρον. Ανταλλάξαμε τη σύστασή μας για να γράψουμε ο ένας στον άλλο, μόλις θα μπορούσαμε. Κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Εκείνος θα συνέχιζε το ταξίδι του για την Κωνσταντινούπολη.

Ξέρω ότι λογικά δεν θα έπρεπε να κρατήσω καμιά επαφή μαζί του, εγώ ένας απόγονος ηρώων του 1821, που πολέμησαν κατά των Τούρκων, εγώ που διακινδύνεψα ο ίδιος τη ζωή μου πολεμώντας μόλις πριν λίγα χρόνια εναντίον τους, που πήρα παράσημα ανδραγαθίας από την πατρίδα μου για τον αγώνα αυτόν. Από την άλλη, όμως, θεώρησα σωστό να τον σφίξω στην αγκαλιά μου. Εγώ, ο θείος του, τον ανεψιό μου!

*Πρόκειται για τον Ιωάννη Άρτη,  αξιωματικό του ελληνικού στρατού, που απελευθέρωσε την Καστοριά και τη Φλώρινα, κατά τους βαλκανικούς πολέμους
**Πρόκειται για τον Χρήστο Καψάλη, που ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη στο Μεσολόγγι τη νύχτα της Εξόδου

Η ιστορία είναι αληθινή, και αφορά τους συγγενείς μου, από την πλευρά του πατέρα μου. Ο Χρήστος Καψάλης ήταν κατευθείαν πρόγονος του πατέρα μου, ο Ιωάννης Άρτης ήταν αδελφός της προγιαγιάς μου. Εδώ η ιστορία "ντύθηκε" με τον λογοτεχνικό μανδύα και παρουσιάστηκε με τη μορφή διηγήματος ως πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ιωάννη Άρτη. Όλες οι πληροφορίες είναι αντλημένες από τις προσωπικές του σημειώσεις, που αποτελούν οικογενειακό κειμήλιο, αλλά και από προφορική παράδοση γενιά τη γενιά.

Διώνη Δημητριάδου

(από τη συλλογή διηγημάτων «Το ατελιέ», εκδόσεις Νοών)