Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Άηχος τόπος




  Κανονικά θα έπρεπε να το είχε καταλάβει από την πρώτη φορά που αντίκρισε τον τόπο. Εκεί στην τελευταία στροφή του δρόμου. Λίγο πριν αφήσει πίσω της την μακρινή εικόνα της θάλασσας και πιάσει την ανηφόρα που θα την έβγαζε γραμμή στον προορισμό της. Όμως δεν έδωσε βάση στο ελάχιστο πετάρισμα στο στήθος της. Σημάδι ήταν αλλά αυτή το παρανόησε. Κι όμως άλλες φορές στο παρελθόν δεν λάθευε. Δεν έφταιγε η καρδιά της γι’ αυτό το αίσθημα ταραχής που την έπιανε. Κάποια άλλη μυστική δύναμη μέσα της την προειδοποιούσε για το κακό συναπάντημα.
Δική της επιλογή δεν ήταν αυτός ο τόπος. Ποτέ της δεν θα διάλεγε 
να ζήσει σε μέρος τόσο ανάποδο. Κυριολεκτικά. Βουνό δεν θα το έλεγες με τίποτε αλλά και θάλασσα δεν έβλεπε, αφού τον οικισμό τον είχαν χτίσει με την «πλάτη» στον ανοιχτό ορίζοντα. Να αγναντεύει τον κάμπο, τον κλεισμένο από παντού, και μόνο να θυμάται τη θάλασσα, όταν την έβλεπε στον χάρτη. Τόσο κοντά αλλά τόσο απόμακρη από την καθημερινότητα των κατοίκων.
Δεν είχε μάθει να παραπονιέται για όσα δεν αλλάζουν, οπότε ας 
είναι είπε και μαζεύοντας τα λίγα πράγματά της, ρούχα, βιβλία και αγαπημένες μουσικές, τράβηξε για τον άγνωστο τόπο, όπου θα περνούσε για ένα διάστημα. Αδιευκρίνιστο σε χρονική έκταση. Μέχρι να βγάλει άκρη τι θα κάνει με τα «κληρονομηθέντα», όπως τα έλεγε, που ήρθαν ξαφνικά και κυριολεκτικά από το πουθενά για να ταράξουν την ήρεμη ζωή της. Καλά καλά δεν γνώριζε την ύπαρξη του θείου, μακρινού οπωσδήποτε, που τη θυμήθηκε. Για την ακρίβεια, κι αυτός μάλλον αγνοούσε το ποια ακριβώς ήταν αλλά σχοινί κορδόνι οι συμβολαιογράφοι, μετρώντας περισσότερους θανάτους παρά ζώντες συγγενείς, φτάσαν μέχρι το όνομά της. Έτσι βρέθηκε αυτή να κληρονομεί  σπίτι και χωράφι. Αυτή που τόσο είχε ριζώσει μέσα της το άρωμα της πόλης, ώστε να νοσταλγεί ακόμη και το καυσαέριο τόσες ώρες που ταξίδευε μέσα στη φύση. Χιλιόμετρα μακριά από την Πατησίων.

Σπίτι είναι όπου είναι τα πράγματά σου, οι δίσκοι σου, τα βιβλία σου, αγαπημένες αναμνήσεις που ξεπηδούν μέσα από κάτι μικρά κουτάκια, καλά φυλαγμένα στο μυαλό και στην καρδιά. Της άρεσε να το σκέφτεται έτσι όλο αυτό, καθώς τακτοποιούσε τα υπάρχοντά της στο σπίτι του θείου. Έπειτα δεν θα ήταν και για πάντα. Έτσι;
Τα βιβλία τα ακούμπησε στο μεγάλο τραπέζι της κουζίνας, γιατί ο χώρος της φάνηκε κάπως πιο ζεστός, πιο οικείος. Το σπίτι ήταν αρκετά μεγάλο και δεν σκόπευε να το χρησιμοποιήσει όλο. Άλλωστε δεν ήταν και σε πολύ καλή κατάσταση. Αλλά για να το τακτοποιεί όλο, μάλλον δεν το σκεφτόταν. Δυο δωμάτια αρκούσαν. Είχε αρχίσει να βολεύεται. Εκεί ακούμπησε και το κασετόφωνο, δίπλα τις κασέτες. Παλιές εγγραφές, χρήσιμες τώρα που δεν ήταν δυνατόν να μεταφέρει τους δίσκους και τα μηχανήματά της. Μπορεί έτσι να θυμόταν πιο νοσταλγικά κάποιες άλλες εποχές που όλη η μουσική κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι, οπωσδήποτε με χειρότερο ήχο αλλά αυθεντική. Τέλος πάντων η μουσική είναι ίδια, όπως κι αν την ακούς, με όποιο μέσο κι αν την πολλαπλασιάζεις για να φτάσει στο κάθε αυτί. Και έχει, όπως λένε, παντού φίλους. Πόσο λάθος ήταν αυτό. Μόνο που δεν μπορούσε να το φανταστεί.

Την άλλη μέρα, κατά την προσφιλή της συνήθεια αρκετά πρωί, έφτιαξε τον καφέ της και κάθισε στην αυλή να τον απολαύσει. Μηχανικά σχεδόν διάλεξε μια κασέτα και έβαλε να παίζει, σιγανά, για να μην ενοχλήσει κανέναν γείτονα. Αυτό το τελευταίο περισσότερο από τη συνήθεια της κοντινής διαβίωσης στην πολυκατοικία που έμενε. Εδώ μάλλον δεν θα ενοχλούσε ούτε γάτα περαστική, καθόσον το σπίτι απείχε αρκετά από τους γείτονες. Λίγο πιο ύστερα βάλθηκε να μάθει κάπως το χωριό, παραξενεύοντας όσους τη συναντούσαν, μια που τα νέα δεν είχαν κυκλοφορήσει φαίνεται ακόμη για τη μοναδικό κληρονόμο του θείου. Απαντούσε στις πολλές ερωτήσεις απορώντας και η ίδια τι στην ευχή τους ενδιέφερε τόσο το άτομό της. Άμαθη τελείως από συνθήκες διαβίωσης στην αθάνατη ελληνική επαρχία. Θα το συνηθίσω κι αυτό. Μάλλον πάει μαζί με τον καθαρό αέρα και τα χαμηλά σπίτια. Άλλωστε δεν σκόπευε να μείνει και τόσο πολύ, ώστε να αναγκαστεί να εγκλιματιστεί στις νέες συνήθειες.
Ότι κάτι πράγματι δεν πήγαινε καλά το ένιωσε το επόμενο βράδυ. Μόλις είχε τελειώσει το λιτό της βραδινό και χαλάρωνε με λίγο κρασί και αγαπημένη μουσική, όταν άκουσε έντονο χτύπημα στην πόρτα. Κάτι τόσο γνώριμο στο σπίτι της, στον πολυσύχναστο δρόμο, όπου κάποια βράδια λες και όλοι οι κοντινοί της φίλοι τη θυμόντουσαν ταυτόχρονα. Εδώ όμως φάνηκε κάπως αταίριαστο. Ποιος την ήξερε για να της χτυπάει μέσα στη νύχτα την πόρτα;
Μπροστά της στεκόταν ένα φιλικό σε πρώτη όψη πρόσωπο, την κοίταζε χωρίς να μιλάει, κοίταζε κι αυτή, και δεν αποφάσιζε κανείς να μιλήσει. Τέλος ‘καλησπέρα’ είπε αυτή για να σπάσει την αμηχανία. ‘Γιώργος Πετράκος’ συστήθηκε αυτός και της έτεινε το χέρι. ‘Μένω απέναντι.’ Τώρα το απέναντι εδώ έπαιρνε άλλο νόημα. Εννοούσε, όπως της εξήγησε, ότι έμενε λίγα σπίτια πιο κάτω. ‘Δεν θα σου χτύπαγα την πόρτα, έτσι άγνωστος που είμαι, αλλά να, περνώντας για το σπίτι μου, άκουσα μουσική.’ Πρώτο ξάφνιασμα. ‘Είναι δυνατά μήπως;’ Και αμέσως έκανε να γυρίσει προς την κουζίνα για να χαμηλώσει τον ήχο. ‘Όχι, περίμενε. Μια χαρά είναι. Εννοώ, μου άρεσε, απόρησα όμως, και είπα να βεβαιωθώ ότι ακούω καλά.’

Ναι, έτσι ακριβώς της μίλησε ο άγνωστος ως τότε κύριος Πετράκος, εκείνο το βράδυ, λίγο έξω από την κουζίνα, όπου ανύποπτο έπαιζε το κασετόφωνό της. Στο χωριό του μακρινού θείου της. Κι αυτή, η μόνη εν ζωή κληρονόμος, δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Τι το παράδοξο μπορεί ποτέ να δηλώνει το άκουσμα μιας μουσικής;

Όσα ακολούθησαν θα μπορούσαν να είναι ευπρόσδεκτο υλικό σε κάποιον που θα ήθελε να εντρυφήσει διεξοδικά στο ήθος αυτών των περίεργων όντων που κατοικούσαν εκεί δίπλα της, λίγα μόλις σπίτια πιο κει από το ‘εύηχο’, όπως αποδείχθηκε σπιτάκι της. Τώρα σκηνοθέτης θα ήταν αυτός, συγγραφέας, ποιος ξέρει;
Το σίγουρο ήταν πως ο γείτονας, Γιώργος Πετράκος, αποτέλεσε, από κείνο το βράδυ και μετά, τον καλό και πρόθυμο συμπαραστάτη της σε όλα όσα ακολούθησαν.

Η ίδια, λίγο καιρό μετά, πίσω στη φιλική της Αθήνα, κατέγραψε το τι είχε συμβεί. Έτσι, ‘για τον ιστορικό του μέλλοντος’, όπως είπε στους φίλους της.

"Παράδοξον το άηχον, και όμως υπαρκτόν. Πάντα πίστευα πως είναι δύσκολο πολύ να επιβιώσω κάπου μακριά από τα χωρικά μου ύδατα. Από κει που ήμουν μαθημένη να ανέχομαι ιδιοτροπίες αλλά και να ανέχονται εμένα με  όλες τις «σκιές» στον χαρακτήρα μου. Αλλά αυτό που συνάντησα σ’ αυτόν τον περίεργο τόπο δεν το φανταζόμουν.
Κοιτάξτε, ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι δεν αντέχουν κάποιο είδος μουσικής. Φρικάρουν, θα έλεγα, όταν ακούν, ας πούμε τζαζ. Δεκτόν. Κλείνω το στόμα μου, σ’ αυτή την περίπτωση, κλείνω και τη μουσική. Το σέβομαι. Αλλά καθόλου μουσική; Νότα καμία;
Ο φίλος μου, ο Γιώργος, καλή του ώρα του ανθρώπου, που μπήκε στον κόπο να με μυήσει στα μυστήρια του τόπου, από τη δεύτερη κιόλας μέρα της γνωριμίας μας, με πήρε απ’ το χέρι και με ξενάγησε πρώτα στα καφενεία. Αν εξαιρέσει κανείς τον ρυθμικό ήχο που κάνουν τα ζάρια και τα πούλια, τίποτε άλλο δεν άκουγες. Ε, ναι, και ήχους από ποτηρομάχαιρα που πλένονταν. Πού είναι τα στέκια τα δικά μου, τα καφενεία με τους καφέδες και τα τσίπουρα, που μεταλλασσόντουσαν καθώς περνούσε η ώρα σε μεζεδοπωλεία μετά μουσικής;
Άλλο. Τα αυτοκίνητά τους (μπήκαμε σε αρκετά, λόγω των γνωριμιών του Γιώργου) δεν είχαν κασετόφωνο! Φυσικό και αναμενόμενο ότι και τα σπίτια τους ήταν παντελώς άηχα. Φωνές, δηλαδή, πολλές και ποικίλες, διανθισμένες με βρισίδια και φασαρίες. Πατροπαράδοτη συνήθεια αυτή, ας το παραδεχθώ, σε όλη την ελληνική επικράτεια. Αλλά μουσική ανύπαρκτη.
Το συζήτησα με τον φίλο μου που, ως παλαιότερος στο μέρος αυτό, ήταν σε θέση και να γνωρίζει και ίσως κάπως να δικαιολογεί. Όχι, δεν ήξερε να μου πει. Κι αυτός είχε παραξενευτεί στην αρχή, δηλαδή όταν το κατάλαβε, γιατί μη νομίζετε πως είναι κάτι που σου χτυπάει αμέσως. Αργείς λίγο να συνδυάσεις αυτό το κενό που νιώθεις με τη έλλειψη μουσικών ήχων. Ίσως γιατί τη μουσική την έχουμε μέσα μας και την ακούμε και όταν δεν παράγεται από πουθενά. Το μυαλό μας παίζει τραγούδια αι η ψυχή μας ακολουθεί. Τέλος πάντων. Όταν πάλι το συνειδητοποίησε, το αποδέχθηκε κι αυτός ως κάτι που ταίριαζε γάντι σ’ αυτό το μέρος το ανάποδο. Σ’ αυτή τη διαπίστωση συμπέσαν οι εκτιμήσεις μας.
Αν εγώ, όμως, ξαφνιάστηκα με το παράδοξο του πράγματος, άλλο τόσο απόρησαν οι υπόλοιποι μαζί μου, που επέμενα να βάζω περίεργους ήχους για τ’ αυτιά τους στο κασετόφωνό μου και λίγο να ανοίγω το παράθυρο για να τους μπαίνω στο ρουθούνι. Μια, δυο, τρεις, ε, πήραν τα μέτρα τους. Πρώτα ήταν ένα χαρτί που κόλλησαν στην πόρτα μου. ΚΛΕΙΣ’ ΤΟ. Το αγνόησα. Μετά κάποιος έγραψε στον απέναντι τοίχο του σπιτιού, ΜΑΖΕΨΕ ΤΑ ΚΑΙ ΦΥΓΕ. Τι να μαζέψω, δηλαδή, μήπως είχα και τίποτε σπουδαία πράγματα μαζί μου; Την επομένη, μόλις είχα ξυπνήσει και ετοιμαζόμουν για την ανατρεπτική μου μουσική πράξη, χτύπησε την πόρτα μου η αρχή του τόπου (η μία δηλαδή, γιατί η άλλη ήρθε λίγο μετά το μεσημέρι). Αστυνομία και κοινοτάρχης. Απαράδεκτο και τα λοιπά, να αγνοώ πατροπαράδοτες συνήθειες του τόπου, και τι θα έλεγα να συμμορφωθώ, και ποια ήμουν τέλος πάντων και τι ήθελα απ’ αυτούς. Μια χαρά μου ερχόταν να τους πετάξω στα μούτρα ένα ‘άντε στο γεροδιάολο’ , ας μην ήταν ο θείος και η κληρονομιά και ούτε θα σας ήξερα, αλλά η αγωγή μου μάλλον δεν το επέτρεπε. Άσε που τότε θα χρειαζόμουν εκτός από τον υπομονετικό μου φίλο και κάποιο καλό δικηγόρο.
Συμμορφώθηκα; Όχι ακριβώς. Έβαλα ακουστικά στο κασετόφωνο και άκουγα μια χαρά τη μουσικούλα μου. Πέρασαν έτσι κάποιες λίγες μέρες ήσυχες, μ’ αυτούς να με μισοκοιτάζουν, γιατί μην ξεχνάμε πως παράλληλα νοιαζόμουν κάτι να κάνω με το σπίτι και το χωράφι, για να φύγω όσο το δυνατόν γρηγορότερα από το μέρος αυτό, αλλά και με μένα να νιώθω όλο και περισσότερο σαν να μηχανευόμουν ανατρεπτικά σχέδια κατά της χρηστής κοινωνίας.
Πήγα και στη μοναδική εκκλησία του χωριού και παρακολούθησα λειτουργία χωρίς ψαλτάδες, μόνο διαβαστή, σαν ανάγνωση. Θρήσκα δεν είμαι και πολύ αλλά έχω συνηθίσει τις ψαλμωδίες που σε υποδέχονται όταν μπαίνεις σε τέτοιους χώρους. Αληθινά μοναδική εμπειρία. Κακή οπωσδήποτε.

Όταν πια είχα πάρει τις αποφάσεις μου για την τύχη των κληρονομηθέντων του θείου μου, τα μάζεψα και έφυγα για την Αθήνα. Πίσω στα πάτρια εδάφη ήρεμη και πλούσια με τις μουσικές μου ελεύθερες, μπορώ να κοιτάζω από μια απόσταση την εμπειρία μου αυτή . Και να χαίρομαι. Όχι γιατί ξεμπέρδεψα. Ούτε γιατί έζησα κάτι πρωτόγνωρο, έναν άηχο τόπο. Περισσότερο γιατί σκέφτομαι τις αντιδράσεις τους, όταν θα τους ανακοινώσει ο συμβολαιογράφος μου το περιεχόμενο της δωρεάς που έκανα στο χωριό. Το χωράφι το πούλησα και σε καλή τιμή. Με τα χρήματα θα αναλάβει ο Γιώργος Πετράκος, ο φίλος μου, να ανακαινίσει πλήρως το σπίτι του θείου μου. Το οποίο σπίτι έκανα δωρεά στην κοινότητα. Μια κούκλα θα το κάνει, να δεσπόζει στον μοναδικό δρόμο, τον ανηφορικό που οδηγεί στην πλατεία. Απ’ έξω θα βάλει επιγραφή με το όνομά μου ως δωρήτριας και με την ονομασία του οικήματος: ΩΔΕΙΟΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ, με κεφαλαία γράμματα. Παρέλειψα να πω εδώ ότι η λειτουργία ως ωδείου ήταν ο μοναδικός όρος που εγώ έβαλα στη δωρεά μου. Άλλωστε, όπως είχα εξακριβώσει το λίγο διάστημα που έμεινα εκεί, το σπίτι είχε υπέροχη ακουστική."

Διώνη Δημητριάδου

(ανέκδοτο)