Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016



Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»
φιλοξενεί ένα διήγημα του Δημήτρη Φαρή

«Μόνη σε μια παραλία»




Σουρούπωνε. Μερικά ψαράκια πηδούσαν έξω από το νερό και ρυτίδιαζαν ελαφριά τη θάλασσα. Ο άνεμος είχε κοπάσει μέσα στο απόγευμα και όλοι ήταν πιο ήρεμοι τώρα. Οι σκηνές είχαν ήδη στηθεί, η άμμος ζέσταινε τα πάντα, τα πρόσωπα των φίλων της είχαν ελαφρά κοκκινίσει από το μεσημεριανό μπάνιο. Ήταν πολύ όμορφο αυτό που είχαν αποφασίσει. Έφυγαν από την πόλη με μηχανάκια και σκηνές και τώρα, οχτώ ώρες μετά, όλη η παρέα, αγόρια και κορίτσια, είχε εγκατασταθεί σε αυτή την έρημη παραλία και απολάμβανε την ηρεμία του τοπίου.
Ηρεμία; Οι άνθρωποι ποτέ δεν είναι ικανοποιημένοι:
- Είναι Σάββατο βράδυ....δεν πάμε να χορέψουμε;
Σαν να έπεσε αναμμένος πυρσός σε ξερόκλαδα. Αμέσως τα αγόρια έβγαλαν κάποια πιο "επίσημα" ρούχα από τα σακίδια και τα κορίτσια άρχισαν να βάφονται. Μόνο η Μάιρα φάνηκε να μην έχει πάρει φωτιά. Έπαιρνε άμμο με τα χέρια της και την έριχνε σε δόσεις στα γυμνά της μετατάρσια. Οι υπόλοιποι κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και άρχισαν να την πλησιάζουν ένας-ένας.
- Μάιρα, θα έρθεις μαζί μας; Θα πάμε ένα δίωρο να ακούσουμε μουσική, να πιούμε ένα ποτό και θα γυρίσουμε....
Η Μάιρα φαινόταν να μην ακούει. Δεν υπήρχε κάτι που να την στεναχωρεί, απλώς δεν ήθελε να ξαναμπεί σε οτιδήποτε θα μπορούσε να της θυμίζει την πόλη. Δεν μπορούσε να τα εξηγήσει όλα αυτά, όλοι οι υπόλοιποι φαίνονταν χαρούμενοι με αυτό που είχαν αποφασίσει. Μετά από δύο-τρεις προτροπές των άλλων, είπε με φωτεινό βλέμμα:
- Παιδιά, εσείς πηγαίνετε, εγώ είμαι λίγο κουρασμένη.....
Οι υπόλοιποι την κοίταξαν με συμπάθεια, προφανώς κάτι την πείραξε, ή μπορεί να ήταν και στεναχωρημένη με κάτι προσωπικό της. Η κολλητή της η Στεφανία, αρωματισμένη και έτοιμη πλέον για το club, την πλησίασε και της μίλησε στο αυτί:
- Έλα βρε χαζούλα, θα ξεχαστείς από όλα εκεί που θα πάμε ...
- Δεν θέλω να ξεχαστώ ...Αυτό εδώ θέλω που όλοι εσείς αφήνετε!
Η Στεφανία την κοίταξε με περιέργεια. Μάλλον η φίλη της είχε αρχίσει να τρελαίνεται. Κοιτάχτηκαν όλοι με σουφρωμένα χείλη και ανασηκωμένους ώμους, σήκωσαν τις παλάμες στον ουρανό και άρχισαν να περπατάνε αργά προς το ανηφορικό μονοπάτι που θα τους έβγαζε στη Χώρα. Ο τελευταίος λίγο πριν να φύγει της είπε μισό-αστεία, μισό-σοβαρά:
- Αν σου έρθει να τα κάψεις όλα, σώσε τουλάχιστον τον εαυτό σου ...
Είναι μόνη η Μάιρα τώρα. Τους ακούει ακόμα να σέρνουν τα βήματα στο μονοπάτι και να γελάνε αλλά επιτέλους είναι μόνη. Το φως του σούρουπου δεν έχει χαθεί ακόμα. Μια καμπάνα από το χωριό σημαίνει την ώρα. Εννέα χτυπήματα. Μερικά πουλιά τιτιβίζουν ακόμα. Κάπου στο βάθος υπάρχει και άλλο μοναχικό πλάσμα, ένας γκιώνης.
Σηκώθηκε, έκανε μερικά βήματα στη ζεστή άμμο και μετά άρχισε να πατάει στη βρεγμένη. Κοίταξε το αποτύπωμά της στην άμμο έτσι όπως γυάλιζε στο λιγοστό φως. Περπάτησε όλο το βασίλειό της από άκρη σε άκρη. Τι ατυχία, στην αριστερή άκρη της παραλίας, οι κατασκηνωτές είχαν δημιουργήσει μια άτυπη χωματερή. Τουλάχιστον εκατό μπουκάλια νερού περίμεναν υπομονετικά τον επόμενο αιώνα για να λιώσουν. Αποφάσισε να πάει με αργά βήματα μέχρι την άλλη άκρη. Εκεί κάποιοι άλλοι κατασκηνωτές είχαν κόψει κλαριά και τα είχαν στοιβάξει κάτω από μια πέτρινη μάντρα για να βάλουν φωτιά....Ξαναγύρισε στη σκηνή της. Κοιτούσε με ηρεμία τον ορίζοντα έτσι όπως πήγαινε να σκοτεινιάσει. Ξαφνικά ένα κίτρινο φώς άρχισε να ερεθίζει ελαφριά τα ραβδία των ματιών της. Έμεινε εκεί ακίνητη για δύο-τρία λεπτά και μετά βεβαιώθηκε πως αυτό το περίεργο κίτρινο φως ήταν η Σελήνη που έβγαινε μέσα από τη θάλασσα. Μα και βέβαια, προχτές είχαν πανσέληνο, σήμερα θα της έλειπε μια φετούλα από πάνω δεξιά, και θα μοιάζει έτσι με παχουλό αγόρι που έχει ρίξει τη φράντζα πάνω στα μάτια. Η Μάιρα την ήξερε καλά τη Σελήνη και τα τερτίπια της, νυχάκι στην αρχή, φέτα πεπόνι μετά, το πρόσωπο του κύριου Φεγγάρη όταν θα έκλεινε βδομάδα, μετά η θλιμμένη Παναγιά στο δεκαήμερο, η πανσέληνος στις δύο βδομάδες και μετά οι ίδιες φάτσες στη χάση μόνο που η Παναγιά γίνεται ...παχουλό αγόρι. Με μεγάλη ευκολία θα μπορούσαν να την αποκαλέσουν...η Μάιρα του Φεγγαριού.
Και εκεί ξαφνικά της ήρθε μια ιδέα. Σηκώθηκε γρήγορα, έψαξε μέσα στα πράγματά της και βρήκε ένα μαχαίρι. Το είχε πάρει μαζί της για να καθαρίζει τα ροδάκινα. Άνοιξε με θάρρος την τσάντα της Στεφανίας και βρήκε έναν αναπτήρα, έναν από τους πολλούς που μάζευε η Στεφανία από τα bar. Από το σακίδιο του Κώστα πήρε αυτήν τη συσκευασία με τα κεράκια που είχαν αγοράσει σε περίπτωση που θα έκαναν κάποιο πάρτι στην παραλία. Περπάτησε έντονα μέχρι τη χωματερή και πήρε 3-4 μπουκάλια. Τα έφερε στην υγρή άμμο και τα κοίταξε για λίγα λεπτά. Πήρε το μαχαίρι και άρχισε να τα μαχαιρώνει στο σημείο που λεπταίνουν, σε εκείνο το τρίτο του μπουκαλιού που έχει σχεδιαστεί για το χέρι του διψασμένου. Δύο κομμάτια τώρα το πλαστικό, ένας μικρός κώνος και ένας μακρύς κύλινδρος. Γέμισε μερικούς κυλίνδρους με βαριά βρεγμένη άμμο, άναψε μερικά κεράκια και τα έβαλε μέσα στα ...φαναράκια της. Φως...Όμορφο γυαλιστερό φως. Και η Σελήνη στο βάθος. Όλα όμορφα. Η εκκλησιά από μακριά της μαρτύρησε την ώρα. Ήταν δέκα πια ....

Και ξανά μια δεύτερη ιδέα...πιο μεγάλη αυτήν τη φορά. Ξαναπήγε στη χωματερή και πήρε πολλές αγκαλιές με μπουκάλια, τα στοίβαξε στο κέντρο της παραλίας, έψαξε με θάρρος στα πράγματα των αγοριών και βρήκε ένα πτυσσόμενο στρατιωτικό φτυάρι. Έκανε μια βόλτα σαν ζωγράφος πάνω από την άμμο χαράζοντας γραμμές που μόνο αυτή έβλεπε και βάλθηκε να σκάβει μια πρόχειρη τρύπα. Έβαλε μέσα της ένα "φαναράκι" και κάθισε για λίγο να το παρατηρεί. Το φως έβγαινε τώρα μέσα από τη γη, δεν μπορούσε καν να δει την πηγή του, μόνο μια στήλη που φώτιζε τα μόρια της καλοκαιρινής σκόνης...και χαλούσε ελαφριά το σκοτάδι. Ευτυχώς η Σελήνη άρχισε να ανεβαίνει και τα σχέδια της άρχισαν να μοιάζουν υλοποιήσιμα. Έκοβε, γέμιζε, έσκαβε, άναβε, έκρυβε, και πήγαινε παραδίπλα. Αυτό για πολλή ώρα, με σπουδή και νεύρο. Ήταν όμως όμορφο το δημιούργημά της; Αύριο κανείς δεν θα το έβλεπε, απλώς δεν θα υπήρχε..Το ρολόι της εκκλησίας χτύπησε έντεκα φορές ...
Ήταν η σειρά των κώνων τώρα. Τα αγόρια είχαν πάρει και μισινέζα για το ψάρεμα. Το αόρατο νήμα. Έπαιρνε το μαχαίρι της, έκανε τρεις τρύπες, περνούσε τα νήματα και μετά τα έδενε στα λευκά αρμυρισμένα κλαριά. Αυτό έμοιαζε με καντήλι τώρα, λίγη άμμος, ένα κεράκι, έτοιμο και αυτό. Περπάτησε πολλές φορές μέχρι τα ξύλα για να φέρει και άλλα. Άκουσε το ρολόι του χωριού από μακριά. Δώδεκα χτυπήματα. Λίγα δεσίματα ακόμα, λίγες φλογίτσες ...Όλα έτοιμα .....
Όταν κατηφόριζαν οι φίλοι της το μονοπάτι, αυτή κοιμόταν ευτυχισμένη μέσα στον υπνόσακό της. Κοντοστάθηκαν για λίγο, δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ήταν αυτό που έβλεπαν ...
- Θεέ μου, τι έκανε πάλι ....η σεληνιασμένη!
Ήταν ολοκάθαρο πια. Δέκα νέοι καθόντουσαν ακίνητοι εκατό μέτρα πάνω από την αμμουδιά και κοιτούσαν ο ένας τον άλλον με έκπληξη. Στην παραλία μια τεράστια λέξη φωτεινή τα έλεγε όλα. Το συζητούσαν και στο πλοίο να κάνουν κάτι για αυτήν τη βραδιά, να μην το αφήσουν να περάσει έτσι, ήταν η ώρα της Γης, πανάθεμα! Αν αυτοί που ήταν νέοι δεν έκαναν τίποτα, τότε ποιοι; Και μετά έπεσε η ιδέα για το club και τα ξέχασαν όλα. Χόρεψαν, ήπιαν, γλέντησαν κάτω από τα φωτορυθμικά του πολιτισμού τους και τώρα αυτό το κορίτσι ...το σεληνιασμένο, τους το θύμισε:
ΦΩΤΟΡΥΠΑΝΣΗ
Έφτασαν με αργά βήματα στον πρόχειρο καταυλισμό τους, και άλλη έκπληξη τους περίμενε εκεί. Σε κάθε σκηνή ένα μικρό φαναράκι κρεμασμένο από ένα λευκό ξερό κλαδί έδινε στο τοπίο ατμόσφαιρα γιορτής. Την έψαξαν μέσα στη σκηνή της και προσπάθησαν να την ξυπνήσουν.
- Βρε κορίτσι, είχες δίκιο. Αυτό λέγαμε να κάνουμε. Τώρα πώς μπορούμε να διορθώσουμε;
Η Μάιρα, ανασηκώθηκε για λίγο, τους κοίταξε χαμογελαστά και είπε μέσα από τη νύστα της:
- Ε, σβήστε τα όλα να πάμε για ύπνο!


Δημήτρης Φαρής

(Φωτο: Διαμαρτυρία με φαναράκια στη Χερσόνησο)

Δημήτρης Φαρής γεννήθηκε στο Duisburg της τότε Δυτ. Γερμανίας από Έλληνες μετανάστες. Σπούδασε Πληροφορική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως καθηγητής σε Λύκειο. Έχει πτυχίο κλασικού πιάνου και ασχολείται εντατικά με την μελέτη του σαξόφωνου. Κάποια βράδια του χρόνου εμφανίζεται ως μουσικός σε bar και συναυλιακούς χώρους παίζοντας πιάνο και σαξόφωνο σε μικρά jazz μουσικά σχήματα. Με τη συγγραφή ιστοριών ασχολείται από τη στιγμή που κατάλαβε ότι η ζωή είναι σημαντική και η μνήμη πεπερασμένη. Όταν δεν φροντίζει τους ανθρώπους που αγαπάει τρέχει σε στάδια και φυτεύει γιούκες σε δημόσιους χώρους. Τις νύχτες, μέσα από τα όνειρα του, ζει μια δεύτερη ζωή.)